Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Συνήθεια

Ξύπνησε νωρίς το πρωί και απόλαυσε τον καφέ της, όπως συνήθιζε τα πρωινά που δεν δούλευε. Έπειτα οργάνωσε την μέρα της, έχοντας βέβαια πάντα στο μυαλό της ότι είχε έρθει εκείνη η μέρα. Είχε όμως αποφασίσει να μην την αγχώσει η σκέψη του "φονικού", πράγμα εύκολο αφού η λέξη "τίποτα" περιπλανιόταν μέρες τώρα μέσα της. Ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Θα πήγαινε μια μεγάλη βόλτα. Οι περίπατοι της έκαναν καλό και τη βοηθούσαν να λειτουργήσει.
Μετά από αρκετό περπάτημα κάθισε σε ένα παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο. "Τίποτα. Δεν έχω κίνητρο. Αυτό μου λείπει σήμερα." σκέφτηκε και αμέσως ξέσπασε σε γέλια. Θυμήθηκε πόσες φορές είχε σκοτώσει κάποιον για πλάκα, αλλά την ίδια στιγμή το χαμόγελο χάθηκε. Δεν είχε ούτε για κάτι τετόιο διάθεση αυτή τη μέρα. Δεν πτοήθηκε όμως. Συνέχισε τη βόλτα και γύρισε σπίτι. Στο καταφύγιο της σίγουρα θα έβρισκε τη λύση.
Άνοιξε το blog της και έπειτα πήγε στην κουζίνα. Έφτιαξε ένα ποτό και επέστρεψε στην δερμάτινη, αναπαυτική πολυθρόνα της. Ξεκίνησε να γράφει, πιστεύοντας ότι η έμπνευση θα την ακολουθούσε όπως όλες τις άλλες φορές. Μα η σελίδα παρέμενε λευκή. Τότε σκέφτηκε να κάνει ότι οι αναγνώστες της και άρχισε να διαβάζει τις παλιές της ιστορίες. Κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ. Ό,τι έγραφε το πέρναγε στη σφαίρα του παρελθόντος και το άφηνε εκεί. Ενώ διάβαζε σκεφτόταν την διαδικασία της κάθε ιστορίας.
Πρώτα έβρισκε το θύμα της, αν και κάποιες φορές την έβρισκε εκείνο. Μετά έστηνε το σκηνικό της. Τις περισσότερες φορές το έκανε για πλάκα και το αποτέλεσμα έβγαινε αστείο. Τις πιο ουσιώδεις όμως ιστορίες τις έγραφε για εκτόνωση και το αποτέλεσμα ήταν φρικαλέο. "Πόσο θυμό μπορεί να κρύβεις;" την είχε ρωτήσε η Ιώ. "Τουλάχιστον έτσι τον εκτονώνω." της είχε απαντήσει η Orestis, που τότε πίστευε πως αυτό αρκούσε. Το έβγαζε από μέσα της και συνέχιζε. Αυτή τη διαδικασία ακολουθούσε κάθε φορά, σε τέτοιο βαθμό που κάποιες στιγμές της φαινόταν σαν ιεροτελεστία.
Εκείνη τη μέρα όμως ένιωθε πως δεν είχε κάτι να εκτονώσει. Ούτε νεύρα, ούτε θυμό, μόνο το τίποτα, που γυρόφερνε στο μυαλό της, της είχε μείνει. Έφτιαξε ένα δεύτερο ποτό, άναψε κι ένα τσιγάρο ακόμα και συνέχισε την ανάγνωση. Στην τελευταία ιστορία είχε βγάλει το πόρισμα. Θα ξεκινούσε να γράφει και σε λίγη ώρα θα το είχε έτοιμο. Θα έβρισκε κάποιο θύμα, κάποια γελοία αφορμή και θα το σκότωνε. Όμως τότε δεν θα υπήρχε πλέον καμία ιεροτελεστία. Μόνο η συνήθεια μιας επιτυχήμενης συνταγής, που καιρό τώρα ακολουθούσε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε στη διαχείριση του ιστολογίου της, στην επιλογή διαγραφή. "Ιδού το κίνητρο μου. Τίποτα." σκέφτηκε και πάτησε το κυμπί για να διαγράψει το blog. "Είναι η μοναδική φορά που δεν χρειάστηκε να γράψω για να σκοτώσω. Ευτυχώς η συνήθεια πεθαίνει εύκολα." μονολόγησε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Για σένα

Αλλού εσύ
αλλού εγώ
σε βλέπω να απομακρύνεσαι.
Σε ξανασυναντώ
σε διαδρόμους σκοτεινούς,
μα ανάβει ένα φως αμυδρό
κοιτώ τη σκιά σου
να χάνεται.
Βγαίνω σε αυτό φως
μα έχεις φύγει.
Και εγώ δεν κλαίω που σε έχασα,
που τελικά δεν σε ειχα ποτέ
αυτό είναι που πονάει...
πιο βαθιά
πιο πολύ.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Περιποίηση κατ' οίκον

"Έλα. Με πήρε ο Γρηγόρης και μου είπε να βγούμε. Τέλειο; Οπότε ετοιμάσου. Έχεις δουλειά." ακούστηκε μέσα στην τρελή χαρά η φωνή της Mad2luv. H Orestis είχε πλήρη επίγνωση του τι θα επακολοθούσε. Θα πήγαινε σπίτι της από την προηγούμενη και θα έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες. Δεν είχε πάντα διάθεση, αλλά η Mad2luv της την έφτιαχνε. Όποτε κάποια από τις δυο τους είχε γκομενοδουλειά, γινόταν οικογενειακή υπόθεση.
Μαζεύονταν στο σπίτι της Orestis και ετοιμάζονταν με τις ώρες. Βέβαια, αυτόν τον Γρηγόρη δεν τον είχε συμπαθήσει με αυτά τα λίγα που ήξερε. Ήταν όμως επιλογή της φίλης της και έπρεπε να τη βοηθήσει. Η Mad2luv όντως πήγε από την προηγούμενη στο σπίτι της φιλενάδας της. Όλο το βράδυ πέρασε με το να περιγράφει τον Γρηγόρη και τι ακριβώς γινόταν μεταξύ τους. Στο τρίτο ποτό η Οrestis είχε βγάλει συμπέρασμα. "Ο τύπος είναι βλάκας και άδικα ασχολείσαι." είπε κοφτά, αλλά η Mad2luv τον έβλεπε θεό και αντέδρασε άσχημα.
Η Orestis της ζήτησε συγγνώμη, την αγκάλιασε και της είπε πως αύριο θα της έκανε την καλύτερη περιποίηση ever. Έτσι και έγινε. Ξύπνησαν το πρωί, της ετοίμασε πρωινό και μέχρι το μεσημέρι αποφάσιζαν τα ρούχα που θα έβαζε στο βραδινό ραντεβού. "Ώρα για να ολοκληρώσουμε το σύνολο." είπε η Οrestis κατά το απογευματάκι και οδήγησε την Mad2luv στο πίσω σαλόνι. Την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα του μικροβιολόγου που δέσποζε στο κέντρο του δωματίου. "Πάντα εκκεντρική." είπε χαμογελαστή η Mad2luv και κάθισε. Η Οrestis πήρε το μικρό σκαμπό και πήγε δίπλα της.
Της πήρε το χέρι και το έδεσε στο μπράτσο της καρέκλας. "Για σταθερότητα." απάντησε όταν εκείνη την κοίταξε περίεργα. Όσο κοίταγε τα χρώματα των μανό η Orestis πήρε την πένσα και της έκοψε τον αντίχειρα. Η Mad2luv έβγαλε μια απίστευτη κραυγή και λιποθύμησε. "Πως κάνεις έτσι; Στο Prisonbreak του έκοψαν δύο." μονολόγησε η Orestis και συνέχισε να κόβει δάχτυλα. Ήταν ένας τρόπος να βγει και από το δίλλημα του μανό, αλλά ήταν σίγουρη πως η φιλενάδα της δεν θα το έβλεπε έτσι.
Κάποια στιγμή συνήλθε και είδε την Orestis από πάνω της κραδαίνοντας το πιστολάκι. "Δεν είναι ωραίες οι μπούκλες ε; Τα ήθελες ίσια...." και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, έχωσε με μανία τη φισούνα στο αριστερό μάτι της Mad2luv. Το άλλο αποφάσισε να μην το πειράξει. Αφού θαύμασε για λίγο το θέαμα πέρασε στην τελική φάση του σχεδίου. Πήρε την ξύστρα που χρησιμοποιούσε για τις εμαγέ εστίες της κουζίνας της και άρχισε μια ριζική απολέπιση στην Mad2luv. Όταν τελείωσε μαζί της το αποτέλεσμα ήταν φριχτό. H Μad2luv είχε μετατραπεί σε μία άμορφη μάζα γεμάτη αίματα.
"Το μόνο που μένει είναι να σε τυλίξω με γάζες και ο Γρηγόρης θα σε λατρέψει. Αιγυπτιολόγος δεν είπες ότι είναι ή κατάλαβα λάθος;" είπε η Orestis και έψαξε την τσάντα της να βρει την κάρτα του. Στη θέα της λέξης γυναικολόγος και κοιτώντας την μάζα της Mad2luv, που με τίποτα δεν θύμιζε πλέον γυναίκα έσκασε στα γέλια.