Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Όχι άλλα φονικά

Ήταν ένα ήρεμο πρωινό του Απριλίου. Η άνοιξη είχε δώσει για τα καλά το στίγμα της. Η Λουίζα ετοιμάστηκε όπως πάντα, κάθε Παρασκευή, και κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου. Στη διαδρομή ετοίμαζε τις τελευταίες λεπτομέρειες, για να είναι πανέτοιμη να ξεκινήσει με το που θα έφτανε. Στη διάρκεια της διαδρομής άκουγε μουσική για να χαλαρώσει και άφηνε τη σκέψη της να ταξιδέψει. Όταν έφτασε, κατέβηκε και περπάτησε στον πεζόδρομο, που σε λίγο θα γέμιζε με ανθρώπους και ήχους, με προορισμό το γνωστό σημείο.
Έπαιρνε τον καφέ της και καθόταν στο πεζούλι. Έστηνε το καβαλέτο της, άναβε ένα τσιγάρο και όταν το τελείωνε ανακάτευε τα χρώματα. Δεν είχε ποτέ συγκεκριμένο θέμα, πάντα εμπνεόταν από τη στιγμή και την άφηνε να την οδηγεί. Στην αρχή ένιωθε πως η παρουσία της ενοχλούσε. Με τον καιρό όμως γνωρίστηκε με τον κόσμο από τα διπλανά μαγαζιά, που όχι απλά την περίμεναν κάθε Παρασκευή, αλλά πολλοί ήταν πρόθυμοι να της ποζάρουν. Δεν ένιωθε πιά να ενοχλεί, αλλά να συμπληρώνει το τοπίο.
Ήταν μία τέτοια Παρασκευή όταν άλλαξε διαδρομή. Ήθελε να δώσει άλλη πορεία στην δημιουργία της. Και ξαφνικά τον είδε. Μια μελαχροινή φιγούρα που περπατούσε δίπλα της. Προσπέρασε και συνέχισε το δρόμο της. Μάταια όλο το πρωί προσπαθούσε να την αποτυπώσει στον καμβά. Το αποτέλεσμα έβγαινε θολό, ασυμπλήρωτο. Άναψε ένα τσιγάρο και ενώ το κάπνιζε χάζευε τον δρόμο και τον κόσμο που περνούσε. Και τότε τον ξαναείδε, να στέκεται στην είσοδο του καταστήματος και να την κοιτάζει.
Δεν ξαφνιάστηκε. Όλα τα πρώτα βλέμματα που έπεφταν πάνω της έμοιαζαν ίδια, να την κοιτούν περίεργα. Μα εκείνος την κοίταξε ξανά, με άλλο βλέμμα, το ίδιο που είχε από τότε κάθε Παρασκευή. Όμως το έργο της παρέμενε κενό. Μα δεν επιχείρησε να το τελειώσει. Φοβόταν να το αποτυπώσει στον καμβά. Ήθελε να το κρατήσει στη μνήμη της, μέχρι να το συνδυάσει με τον ήχο της φωνής του. Και το κράτησε για πολύ καιρό, παρόλο που χάθηκε το βλέμμα και ο ήχος δεν ερχόταν. Τόσο που πλέον είχε ξεθωριάσει κι ας είχε πείσει τον εαυτό της πως θα το ξανασυναντούσε αυτό το βλέμμα και θα το έντυνε με ήχο.
Μία Παρασκευή ξύπνησε μα δεν πήγε στο πεζούλι της. Έμεινε σπίτι και τελείωσε το σκίτσο που είχε αρχίσει τότε. Ένιωθε πως τώρα μπορούσε να το ολοκλήρωσει, δεν είχε νόημα να το κρατάει άλλο για την ίδια. Έβαλε την υπογραφή της και τον τίτλο "Παραμύθι", γιατί θεώρησε πως το παραμύθι της είχε τελείωσει. Τώρα μπορούσε να το εκθέσει σε κοινή θέα και η ετήσια έκθεση των σπουδαστών της σχολής της, ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.
Πήγε στην έκθεση την τελευταία μέρα, αργά το απόγευμα λίγο πριν κλείσει για το κοινό. Μπήκε στην αίθουσα και χάζευε τα έργα. Στάθηκε στο δικό της και το κοίταζε. Είχε καιρό να δει αυτό το βλέμμα, που την γέμιζε με ένα αίσθημα πληρότητας από τη μία, και απόλυτου κενού από την άλλη."Γιατί;" άκουσε μια φωνή, μα δεν γύρισε να δει. Ήξερε πως η φωνή ήταν δική του. "Γιατί στη δική μου ζωή τα παραμύθια δεν έχουν χαρούμενο τέλος." είπε και τότε γύρισε και τον κοίταξε. Φυλάκισε ξανά το βλέμμα του στο μυαλό της και έφυγε.
Περπάτησε αργά προς την έξοδο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μερικά βήματα. Τότε ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της και σταμάτησε. Εκείνος πήγε και στάθηκε δίπλα της. Έβαλε στην τσέπη της το ταμπελάκι με τον τίτλο του έργου της, την έπιασε από το χέρι και περπάτησαν στον έρημο πλέον δρόμο.
[Κανονικά η ιστορία τελειώνει χωρίς την τελευταία παράγραφο, αλλά τα καλοκαίρια θέλουν παραμύθια και όχι φονικά.]

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Μαθήματα κολύμβησης

Μέρες ήταν κλεισμένη στην πίσω αυλή και μαστόρευε. Είχε δώσει εντολή να μην πάει κανείςστο εξοχικό μέχρι να τελείωναν οι εργασίες.. Η Παπαστρουμφ λοιπόν είχε αναλάβει χρέη γραμματέας. "Δεν ξέρω. Από τότε που έφτιαξαν το σκέπαστρο στην αυλή έχει κλειστεί μέσα, δεν παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο και δεν αφήνει ψυχή να πλησίασει." ήταν η απάντηση που έδινε σε όλους όσους έψαχναν την Orestis.
Δεν είχε περάσει μία βδομάδα όταν ενώ η Παπαστρουμφ έπινε τον καφέ της στην κουζίνα άκουσε μια φωνή πίσω της. "Καλημέρα. Θα πιούμε καφεδάκι;" είπε η Orestis. "Καλά εξαφανίζεσαι τόσες μέρες και τώρα ήρθες σαν να μην συμβαίνει τίποτα;" ούρλιαξε η Παπαστρουμφ. "Έλα, μην μου θυμώνεις. Το Σαβατοκύριακο θα καταλάβεις γιατί." απάντησε με μυστήριο ύφος εκείνη. Η Παπαστρουμφ δεν το συνδύασε στην αρχή, αλλά κάποια στιγμή στην δουλειά αναφώνησε "Το Σαββατοκύριακο."
Έβγαινε με ένα παιδί καιρό τώρα και εκτός του ότι είχε ξεχάσει την "περίεργη" συνάντηση που κανονίζε η φιλενάδα της, δεν είχε και τον χρόνο να ασχοληθεί. Στη διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι το επεξεργάστηκε. Την είχαν πιέσει όλοι τους πάρα πολύ να τον ξεχάσει, της έλεγαν πως ο χρόνος που ήταν χώρια ήταν πάρα πολύ μεγάλος για να είναι ακόμα κολλημένη, έφταιγε όμως και εκείνος, με την εμμονή του να μείνουν φίλοι και να μην χαθούν . Και τότε θυμήθηκε τι είχε πει στην Orestis. "Αφού το θέλει ας το έχει. Άσε που με την επαφή μαζί του θα τον ξεπεράσεις πιο εύκολα. Κάποια στιγμή θα δεις πως δεν είναι τόσο τέλειος όσο έχεις πείσει τον εαυτό σου πως είναι."
Ήταν πεπεισμένη πως εκείνη έφταιγε που η Orestis ειχε κανονίσει να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί. Πήγε σπίτι αλαφιασμένη έχοντας αποφασίσει να κάνει το οτιδήποτε για να την πείσει να αναβάλει την συνάντηση. "Μην ακούω χαζά. Θα δεις που αυτό το σαββατοκύριακο θα κάνει καλό σε όλους μας." ήταν η απάντηση της Orestis.
Και ήρθε το Σάββατο και ο Άρης έφτασε στην ώρα του. Του έδειξαν το δωμάτιο του και τον άφησαν να τακτοποιηθεί. Μετά θα του έδειχνε την έκπληξη. Τον οδήγησε στην πίσω αυλή, που πλέον ήταν σκεπασμένη και στο κέντρο δέσποζε η πισίνα. "Αυτό έφτιαχνες τόσο καιρό;" ρώτησεηΠαπαστρουμφ. "Εσύ θα το δεις αργότερα. Θα σε φωνάξω." είπε εκείνη και έκλεισε την πόρτα. Του έβαλε ένα ποτό και κάθισαν στις ξαπλώστρες. "Καλά βρε θηρίο έφτιαξες και νεροτσουλήθρα;"¨ρώτησε ο Άρης. "Ναι, για να πέφτεις κατευθείαν μέσα." απάντησε η Orestis.
Μετά το τρίτο ποτό είχε ζαλιστεί αρκετά. Τον χτύπησε στο κεφάλι και τον άφησε αναίσθητο. Τον κουβαλησε και τον ξάπλωσε μπρούμυτα στην κορυφή της τσουλήθρας. Έπρεπε να περιμένει να ξυπνήσει για να τον σπρώξε και να αρχίσει η κατάβαση. Εν τω μεταξύ φώναξε και την Παπαστρουμφ, λέγοντας της να καθίσει απέναντι για να έχει καλύτερη θέα. Εκείνη στη θέα των ξυραφιών που ήταν κολλημένα σε όλο το μήκος της νεροτσουλήθρας χλώμιασε. "Orestis, τι θα κάνεις;" είπε με φωνή που έτρεμε. "Υπομονή το καλό αρχίζει σε λίγο." απάντησε.
Όταν συνήλθε ο Άρης τον κοίταξε και του είπε. "Ώρα για μπανάκι." και τον έσπρωξε. Γλυστρούσε με δυσκολία, καθώς η σάρκα του έβρισκε στα ξυράφια και ούρλιαζε από τον πόνο. Η Orestis έτρεξε γρήγορα να πάρει θέση δίπλα στην Παπαστρουμφ για να απολαύσει το θέαμα. Ήταν η πιο αργή τσουλήθρα που είχαν δει ποτέ. Το δέρμα του είχε ξεσκιστεί τελείως, ενώ το αίμα που έτρεχε έπεφτε κατευθείαν μέσα στην πισίνα, έχοντας ως μουσική υπόκρουση τις κραυγές του. Η Παπαστρουμφ ήθελε να ρωτήσει αν η πισίνα περιείχε όντως νερό, αλλά δίστασε.
Όταν βρισκόταν ελάχιστα εκατοστά από το να πέσει μέσα ο Άρης, η Orestis την κοίταξε και της είπε. "Τώρα είναι το καλύτερο κομμάτι." και χαμογέλασε. Το σώμα έσκασε μέσα στην πισίνα, την οποία είχε γεμίσει με οινόπνευμα και τα ουρλιαχτά του ήταν τόσο έντονα, που η Παπαστρουμφ νόμιζε ότι θα της έσπαγαν τα τύμπανα. Μετά από λίγη ώρα σώπασε. "Λιποθύμησε από τον πόνο. Όμως η αιμορραγία θα ολοκληρώσει το έργο και θα τον σκοτώσει. Οπότε μπορόυμε να πάμε να συνεχίσουμε το ποτό μας." είπε ήρεμα η Orestis.
H Παπαστρουμφ την ακολούθησε με νωχελικές κινήσεις, αμίλητη. Μόνο όταν ήταν στο πολλοστό ποτό βρήκε το θάρρος να την ρωτήσει. "Γιατί;" και εκείνη κοιτάζοντας την είπε: "Γιατί το οινόπνευμα θεραπεύει όλες τις πληγές. Και εκείνες που φαίνονται και εκείνες που δεν φαίνονται. Το μόνο κακό είναι ότι στην δική του περίπτωση χρειάστηκε λίγη ποσότητα παραπάνω."

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Κρουαζιέρα θα σε πάω

Η κόρνα ακούστηκε για τρίτη συνεχόμενη φορά. "Μάλλον επικρατεί εκνευρισμός. Πρέπει να βιαστώ." μονολόγησεη Orestis και βγληκε στο μπαλκόνι να ειδοποιήσει ότι κατέβαινε. "Αν δεν κατέβεις σε 5 λεπτά θα φύγω μόνη μου." ούρλιαξε η Παπαστρουμφ από τη θέση του οδηγού. Η Orestis κατέβηκε ανέμελη και αέρινη και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, αφού πέταξε τη βαλίτσα της στο πίσω κάθισμα. ¨Νευράκια; Διακοπές πάμε και μάλιστα όχι όπως το είχα φανταστεί, οπότε χαλάρωσε." της είπε και έδεσε τη ζώνη της.
"Πώς να χαλαρώσω όταν αργείς τόσο πολύ; Αν βρούμε κίνηση; Μπορεί να χάσουμε το πλοίο. Αλλά εσύ ήθελες κάτι πιο περιπετειώδες γι' αυτό δεν σε νοιάζει." απάντησε εκεινη. Η Orestis άναψε ένα τσιγάρο και έσκασε σε γέλια. 'Ηταν της άποψης πως ο τελευταίος που θα μπει με το αυτοκίνητο στο καράβι, βγαίνει πρώτος, δεν πολυτρελαινόταν κίολας, οπότε δεν συμμεριζόταν την αγωνία της φίλης της. Έφτασαν και αφού πάρκαραν στο γαράζ ανέβηκαν στο κατάστρωμα. βρήκαν 2 θέσεις και περίμεναν να ξεκινήσει το ταξίδι. Κάποια στιγμή η Παπαστρουμφ γύρισε από την τουαλέτα αλαφιασμένη. "Τι έπαθες;" την ρώτησε η Orestis.
"Άκουσα να λένε πως θα έχει πολλά μποφόρ και πως κακώς ο πλοίαρχος πήρε την ευθύνη για τον απόπλου. Κανονικά θα έπρεπε να περιμέναμε να πέσουν οι άνεμοι." είπε με μια ανάσα εκείνη. "Έλα υπερβολές." της απάντησε ατάραχη. Το ταξίδι κυλούσε ήρεμα για κάποιες ώρες, με ένα ελαφρό αεράκι. Κάποια στιγμή όμως η θάλασσα φουρτούνιασε πολύ. Ο πλοίαρχος ανακοίνωσε πως καλό θα ήταν να μπουν όλοι μέσα. Το καράβι κουνούσε πολύ. Οι περισσότεροι έπεφταν ζαλισμένοι σαν κοτόπουλα. Η Orestis μετά από κάποια ώρα άρχισε να βρίζει τον πλοίαρχο. Η Παπαστρουμφ την κοίταζε αμήχανη και αμίλητη. "Καλά τι σου φταίει ο πλοίαρχος παιδί μου;" την ρώτησε. "Είμαι σίγουρη πως δεν το πάει καλά. Άσε που άλλαξε πορεία. Στρίψαμε δεν το κατάλαβες;" απάντησε. "Ίσως πήρε εντολή να δέσει σε κάποιο κοντινό λιμάνι λόγω καιρού." συμπλήρωσε η Παπαστρουμφ.
Η Orestis όμως είχε πεισθεί πως ούτε καλά πήγαινε το καρ'αβι ούτε στο σωστό προορισμό. Και σίγουρα δεν είχε σκοπό να το αφήσει έτσι. Σκέφτηκε για λίγη ώρα κι μετά είπε στην Παπαστρουμφ το σχέδιο. "Είσαι τρελή." της φώναξε εκείνη, αλλά αμέσως την ακολούθησε. Περίμεναν διακριτικά έξω από την καμπίνα τον πλοίαρχο. Όταν μπήκε μέσα περίμεναν για λίγο και χτύπησαν την πόρτα. Μπήκαν μέσα με ύφος περίλυπο και ανήσυχο δήθεν για να ρωτήσουν γι την πορεία του ταξιδιού. Ο Πλοίαρχος τους είπε πως δεν μπόρει να δώσει λεπτομερείς απαντήσεις, αλλά πως όλα ήταν καλά και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Με το που γύρισε την πλάτη του για να πιάσει τον αναπτήρα του, η Orestis άρπαξε τον χαρτοκόπτη που υπήρχε πάνω στο γραφέιο του και του τον έχωσε στην πλάτη.
Η Παπαστρουμφ σχεδόν ταυτόχρονα τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα αρχαιοελληνικό άγαλμα που κοσμούσε το τραπεζάκι δίπλα από το γραφείο για να μην ακουστούν οι κραυγές από το μαχάίρωμα. "Και τώρα τι κάνουμε;" ρώτησε την Orestis. "Θα δώσουμε τροφή στα ψάρια." απάντησε γελώντας. Τον τύλιξαν με ένα σεντόνι και προσεχτικά βγήκαν στο κατάστρωμα. Τον ακούμπησαν όρθιο στα κάγκελα και τον έγειραν προς τη μεριά της θάλασσας. Τον χτύπησαν ελαφρά στην πλάτη και σπλατς έπεσε μέσα.
Τα κύματα της θάλασσας έκανα αρκετό θόρυβο για να μην γίνουν αντιληπτές από κανέναν. Μετά πήγαν αμέσως στο δωμάτιο που βρισκόταν το πηδάλιο και αφού αναισθητοποίησαν και ακινητοποίησαν τους 2 ναυτικούς που βρίσκονταν μέσα, κλείδωσαν την πόρτα. "Ωραία. Τώρα τι γίνεται;" είπε λαχανιασμένη και φοβισμένη η Παπαστρουμφ. "Τώρα κρουαζιέρα θα σε πάω. Μα όχι Μύκονο και Σαντορίνη. Ωωωωωω. Με δικό μας το πλοίο πάμε όπου θέλουμε." είπε τραγουδιστά η Orestis.