Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Μπρίτζετ

Είναι ένα από τα όμορφα ανοιξιάτικα πρωινά στο Άμστερνταμ. Είναι από τα πρωινά εκείνα, που προσπερνώ την ιεροτελεστία του πρώτου καφέ και φτιάχνοντάς τον βιαστικά, ανυπομονώ να βυθιστώ στην πολυθρόνα του γραφείου μου. Εκεί, χωμένος στις στοίβες από τα γραπτά μου, το μυαλό μου δεν χάνεται στο γκρίζο των τοίχων. Αρκεί μια ματιά έξω, ανάμεσα στο άνοιγμα από τις κουρτίνες, στη θέα των καναλιών και του ήλιου που διαγράφει πορείες επάνω τους, για να γαληνέψω. Να κλείσω τα μάτια και να σκεφτώ κάτι όμορφο.
Σκέψεις και αναμνήσεις αρχίζουν έναν αέναο χορό στο κεφάλι μου. Η θύμιση τους άλλοτε ολοκάθαρη, άλλοτε θολή. Η δική της ισχυρή και δυσάρεστα έντονη. Ακόμα και τώρα, που διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, η μορφή της μητέρας μου με εξουσιάζει ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Αν και ποτέ της δεν θέλησε να με κάνει μαμάκια, με έναν τρόπο, επωμίστηκα αυτόν τον ρόλο και τον υποστήριξα σε όλη τη διάρκεια της κοινής μας συνύπαρξης.
Κάπως έτσι βρέθηκα κοντά στα 30 μου παντρεμένος με τη Φλώρα. Ήταν γυναίκα της αρεσκείας της. Εμένα με άφηνε παγερά αδιάφορο. Το ίδιο και εκείνη, που απλά υπάκουσε στις υποταγές του πατέρα της. Τα βρήκαμε όμως. Ήταν κάτι σαν μια συμφωνία αμοιβαίας απέχθειας μεταξύ μας. Απογόνους φυσικά δεν απέδωσε. Και η αλήθεια είναι πως αν δεν το υποκινούσε η Φλώρα, εγώ δεν θα έβρισκα το θάρρος να πάρω το διαζύγιο και να στεναχωρήσω τη μητέρα.
Το ότι έπρεπε να το παίζω κατηφής και να απομακρύνω όποια γυναίκα με πλησίαζε μετά το χωρισμό μου, γιατί δεν μπορούσε να καλύψει το κενό της, ευχαριστούσε τη μητέρα, αλλά δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Τις απομάκρυνα γιατί πάντα δέσποζε στο μυαλό και τη ζωή μου, η ηρωίδα που γεννιόταν στις σελίδες μου. Όχι ότι της απέδιδα υπερφυσικά χαρακτηριστικά. Απλά την είχα τελειοποιήσει τόσο στο μυαλό μου, που καμία δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί. Και αυτές όσο τις έδιωχνα, τόσο να προσπαθούν να πλησιάσουν. Και εγώ τόσο μεγαλύτερο κενό να νιώθω, χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν έχω βρει ακόμα απάντηση σε αυτό μου το ερώτημα. Και να πει κανείς πως δεν αγαπήθηκα....
Αγαπήθηκα με πάθος, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να αγαπήσω έτσι ή τουλάχιστον έτσι το αναβιώνω μέσα στη μνήμη μου. Όμως όχι, ψέματα. Αγάπησα. Ναι, αγάπησα με πάθος. Μια ηρωίδα, της οποίας την ιστορία ενώ ολοκλήρωσα, δεν μπόρεσα ωστόσο να γίνω κάτοχος. Μαζί της είχα παθιαστεί. Πάντα δημιουργούσα χαρακτήρες επιρρεπείς στα πάθη και τη μοίρα. Μα σκληρούς. Όπως ακριβώς ήμουν και εγώ, απέναντι σε όλους, εκτός από τη μητέρα.
Εκείνη ήταν ή μάλλον έπρεπε να είναι διαφορετική. Την ήθελα να πονάει, βαθιά και ουσιαστικά. Να το ζει με όλο της το είναι και να το δείχνει. Μα πώς να το κατορθώσω, όταν ο ίδιος ήμουν ανάξιος ακόμα και να κλάψω; Είχα βουλιάξει σε μελαγχολία, που οι γύρω μου όμως την αντιλαμβάνονταν σαν επιθετικότητα και αποξένωση.
Τότε μπήκε στη ζωή μου η Μπρίτζετ. Ψηλή, λεπτοκαμωμένη και τόσο αέρινη. Ό,τι ένιωθε καθρεφτιζόταν στα μάτια της. Αυτά τα μάτια της. Σαν όχημα προορισμένο μόνο για ταξίδια, κι ας ήταν νοσταλγίας. Με πλησίασε και με άγγιξε με έναν τρόπο, που ποτέ πριν δεν είχα νιώσει. Μα ήμουν τόσο ανέτοιμος για την παρουσία της στη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί τη δέχτηκα, μα τότε θεώρησα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Λες και είχε απλώσει τον ιστό της γύρω μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Δεν ήθελα να της κάνω κακό. Είναι το μόνο πλάσμα, που αγάπησα. Το άγχος μου όμως, ο διακαής μου πόθος να ολοκληρώσω την ηρωίδα μου και η αδυναμία να γράψω, με έκαναν επιθετικό και κακό απέναντί της. Συχνά την έπιανα να κλαίει στα σκοτάδια και έπρεπε να μου το εξηγήσει για να καταλάβω πως η αιτία ήμουν εγώ.
Όχι ότι άλλαζε κάτι. Η ηρωίδα μου ήταν πάνω από όλα και η Μπρίτζετ αρεσκόταν σε μια γωνιά στο κρεβάτι μου και μια σκιά να την καλύπτει. Αθόρυβη, όπως και η ύπαρξή της. Δεν ξέρω αν τα πράγματα χειροτέρεψαν με τον καιρό. Τότε δεν το καταλάβαινα. Ξέρω πως έβλεπα στα μάτια της, να διαγράφεται ο πόνος. Βουβός και βαθύς. Και τότε σαν μια έκλαμψη, η έμπνευσή μου επανήλθε. Έγραφα σαν τρελός. Την παρατηρούσα για ώρα και έπειτα χωνόμουν στο γραφείο και έγραφα. Την κατακρεουργούσα καθημερινά και όσο και να θέλω να δικαιολογηθώ πως ήταν αθελά μου, η ευθύνη εξακολουθεί να με βαραίνει.
Μόνο όταν τελείωσε το βιβλίο συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Όταν γύρισα σπίτι ένα βράδυ και το βρήκα άδειο, με εκείνη άφαντη και το χειρόγραφό μου ανοιχτό σε μία σελίδα, με υπογραμμισμένη μια ολόκληρη παράγραφο. Ήταν το κομμάτι, που η ηρωίδα μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του πόνου. Ήταν η στιγμή που πονούσε όσο ποτέ ψυχικά και σωματικά. Σωματικά γιατί ο άνθρωπος που αγαπούσε την βασάνίζε. Της χάραζε άγρια το σώμα με το ξυραφάκι και έπειτα της το σκούπιζε απαλά με ένα βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα. Ψυχικά, για την ίδια, που τον άφηνε. Πόσο έξοχη περιγραφή. Πόσο διάχυτο το αίσθημα του πόνου και του ανήμπορου. Πόσο δική μου την ένιωθα.
Τότε μόνο κατάλαβα. Ασυνείδητα και όχι συνειδητά, όπως μέχρι σήμερα θέλω και εμμένω να πιστεύω, τις είχα ταυτίσει. Η ηρωίδα μου είχε γίνει η Μπρίτζετ ή η Μπρίτζετ είχε γίνει η ηρωίδα μου, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Και ίσως το λάθος μου να’ ταν αυτό. Μα, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Έτσι έφυγα για το Άμστερνταμ. Και παρόλο που κουβαλώ μαζί την ηρωίδα μου, που θυμίζει κάτι από την Μπρίτζετ μου, αυτή δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει τα μάτια της.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Φόνος στο Ζούμπερι


Ξύπνησε γύρω στις 9. Έφτιαξε ένα ζεστό καφέ και κάθισε στη βεράντα. Έκανε ψύχρα, αλλά δεν την ενοχλούσε. Ακούμπησε στην πλάτη της πλαστικής καρέκλας και άπλωσε τα πόδια της στο κάγκελο. «Θα αργήσει ακόμα να σηκωθεί.» σκέφτηκε και βγάζοντας τις παντόφλες της ένιωσε την κρύα αίσθηση στο πέλμα της. Έμεινε στην ίδια στάση για ώρα, μέχρι που κατάλαβε ότι ο Μάνος είχε ξυπνήσει. Μπήκε μέσα, άνοιξε την τηλεόραση και έκανε αδιάφορα πως παρακολουθεί. Θα της έκανε σκηνή αν την έβρισκε να κάθεται στο κρύο και ο καυγάς δεν ήταν ο ιδανικός τρόπος να ξεκινήσει η μέρα τους.
Γι’ αυτό άλλωστε πήγαιναν τα σαββατοκύριακα στο Ζούμπερι, για να διώξουν το άγχος της εβδομάδας. Το μέρος ήταν ιδανικό. Η θέα της θάλασσας και η έλλειψη πολυκοσμίας, μιας και δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι, καθιστούσαν το σπίτι παράδεισο. Ένα άγχος που είχε οξυνθεί όταν η Άννα πήρε προαγωγή ως προϊσταμένη στο δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής που δούλευε. Γεγονός που μείωσε το χρόνο που διέθετε για το Μάνο, αλλά σε καμία περίπτωση την εξουσία που ασκούσε πάνω της. Μια εξουσία, της οποίας τον πλήρη έλεγχο η ίδια τον είχε αφήσει να πάρει..
Ακομα και τις φορές που αισθανόταν υποχείριό του και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν μπορεί να το ανεχτεί άλλο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι την κρατούσε σε ισορροπία κι αυτό την έκανε να νιωθεί ασφαλής. Κυρίως από τον ίδιο της τον εαυτό. Τον χαρακτηρισμό τύραννο, που του απέδιδαν κάποιοι φίλοι της δεν τον αποδεχόταν. Ήθελε βέβαια να έχει λόγο σε όλα. Πως θα ντυθεί, που θα πάει, τι θα φάει, πως θα κινηθεί, αλλά η Άννα υποστήριζε με σθένος, πως αυτό της έκανε καλό, καθώς η ίδια ήταν λίγο φτερό στον άνεμο.
«Και η δική σου συμμετοχή σε όλα αυτά; Εκτός από το να κάνεις ακριβώς ότι σου λέει ο Μάνος. Το δικό σου θέλω που είναι;». Σε αυτήν την ερώτηση η Άννα δεν είχε απάντηση.
Την βρήκε ένα βράδυ, που ο Μάνος θα έμενε σπίτι του και εκείνη, αφού έμεινε μέχρι αργά στο γραφείο, πήγε για ποτό με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Είχε πιει αρκετά και το αλκοόλ ελευθέρωσε τη σκέψη της. «Δεν με πείθεις.» φώναξε μέσα στο μαγαζί, συνοδεύοντας το ομώνυμο τραγούδι του Μαραβέγια που έπαιζε εκείνη τη στιγμή. Και είχε δίκιο. Δεν την έπειθε πλέον ούτε η δουλειά της, που την ανάγκαζε να ασχολείται με πράγματα που δεν ανήκαν στην αρμοδιότητά της, ούτε ο Μάνος, που ποτέ δεν ρώτησε τι ήθελε εκείνη, μα κυρίως δεν την έπειθε ο εαυτός της, που από το ανεκτικό πλάσμα που ήταν για χρόνια, την είχε μετατρέψει σε παθητικό αποδέκτη καταστάσεων που κάποιοι άλλοι διάλεγαν για εκείνη.
«Τέλος.» σκέφτηκε και έπεσε για ύπνο, ελπίζοντας ο πονοκέφαλος να μην ήταν το μοναδικό πράγμα που θα θυμόταν από το προηγούμενο βράδυ.
Όταν έφτασε η Πέμπτη, που συνήθως προγραμμάτιζαν πότε θα έφευγαν για το Ζούμπερι, η Άννα ανακοίνωσε στο Μάνο πως θα έφευγε νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής για επαγγελματικό ταξίδι, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής. Αφού έβαλε λίγο τις φωνές, που ανέχεται να της αναστατώνουν το πρόγραμμα τελευταία στιγμή, ηρέμησε. Ήταν μια καλή ευκαιρία να χαλαρώσει. Άλλωστε χωρίς την Άννα θα είχε τη δυνατότητα να γυρίσει Δευτέρα μεσημέρι στην ΑΘήνα και να πάει κατευθείαν για δουλειά.
Καθόταν μόνος του στο σαλόνι πίνοντας κρασί, ακούγοντας μουσική και χαζεύοντας τη θάλασσα. Κοίταγε που και που το ρολόι. Θα έπρεπε να είχε φτάσει και περίμενε να χτυπήσει το κινητό του. Αντί γι’ αυτό χτύπησε η πόρτα. Παραξενεύτηκε. Δεν περίμενε κανέναν. Άνοιξε όπως πάντα χωρίς να ρωτήσει. Στη θέα της Άννας χαμογέλασε με απορία. «Τι κάνεις εδώ; Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο Λονδίνο τώρα;» ρώτησε. «Έκπληξη.» απάντησε εύθυμα εκείνη, τον άρπαξε και τον φίλησε για να αποφύγει άλλες ερωτήσεις.
Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν να γνωρίστηκαν για πρώτη φορά. Εκείνο το βράδυ η Άννα, ήταν εκείνη που ήθελε να είναι. Εκείνη, που πάντα ήταν, αλλά για κάποιο λόγο αποφάσιζε να μένει στην αφάνεια. Νόμζε πως του άρεσε. Πως είχαν βρει τρόπο να επικοινωνήσουν ξανά. Η ατάκα του την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Άντε, να πάμε για ύπνο. Το ποτό σε χαλάει λίγο.»
«Μα δεν σου έδειξα ακόμα την έκπληξη.» είπε και έφερε το βαλιτσάκι της από το χωλ. «Νόμιζα εσύ ήσουν η έκπληξη.» απάντησε σχεδόν κοιμισμένος. Ήξερε πως έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να τον πείσει. «Όχι, άλλη είναι η έκπληξη.» του είπε κραδαίνοντας ένα ζευγάρι χειροπέδες. Όταν συνέχισε βγάζοντας και φορώντας ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Είχε πιάσει το σαφές σεξουαλικό υποννοούμενο και το γεγονός οτί αυτό ξεπερνούσε τα συνηθισμένα μεταξύ τους αγγίζόντας τα όρια του φετίχ του κίνησε την περιέργεια.
Τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, απέναντι από το τζάκι. Πήρε το αριστερό του χέρι και το πέρασε στη μία χειροπέδα. Το έφερε πίσω πό την πλάτη της καρέκλας και κάνοντας το ίδιο και με το δεξί, τον έδεσε σε αυτή. Ένιωθε ανήμπορος, αλλά αυτό του προκαλούσε ηδονή. Το έβλεπε στο πρόσωπό του. Ήταν η μοναδική φορά που την άφηνε να κινεί τα νήματα. Άρεσε και στην ίδια αυτό.
Πήγε για λίγο στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας μια λεκάνη. Την τοποθέτησε μπροστά στα πόδια του. «Σε λίγο θα είναι έτοιμο και το νερό.» είπε με λάγνα φωνή. «Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις;» ρώτησε παθιασμένα. «Περιποιήση ποδιών καλέ μου.» είπε με φωνή, που υπόσχονταν πολλά, κατευθυνόμενη και πάλι προς τη κουζίνα. Γύρισε με ένα κατσαρολάκι γεμάτο με καυτό νερό. Το έριξε μέσα στη λεκάνη. Έπειτα έπιασε το αριστερό του πόδι. Το έδεσε με ένα μαντήλι στο αριστερό κάτω άκρο της καρέκλας. Πήρε μετά το δεξί, έβγαλε το παπούτσι και την κάλτσα και το βύθισε στην λεκάνη.
Το μούλιασε για λίγο. Έπειτα κάθισε στα γόνατα, έβγαλε την ειδική ξύστρα απολέπισης και άρχισε να την κουνάει πάνω κάτω στην πατούσα του Μάνου. Γαργαλήθηκε λίγο, αλλά προσπάθησε να συγκρατηθεί. Εκείνη έγινε πιο επιθετική. Χρησιμοποιούσε την ξύστρα με τέτοια ένταση και τόση δύναμη, που οι πρώτες σταγόνες αίματος δεν άργησαν να πέσουν στην λεκάνη με το ζεστό νερό. Ο Μάνος προφανώς με ένα ανάμεικτο συνάισθημα πόνου και γαργαλητού, αντέδρασε ενστικτωδώς και την κλώτσησε στο πρόσωπο, ρίχνοντας τη στο πάτωμα.
Σηκώθηκε σχεδόν αμέσως και αρπάζοντας ένα κηροπήγιο που βρισκόταν στο τραπέζακι δίπλα της, τον χτύπησε στο μέτωπο προκαλώντας του μια μικρή πληγή που αιμορραγούσε. Τη φίλησε ευλαβικά, σκουπίζοντας το αίμα με τη γλώσσα της. Τον κοίταξε για λίγο, όπως είχε πέσει αναίσθητος και συνέχισε το έργο της. Είχε σχεδόν τελείωσει όταν κοίταξε την λεκάνη. Το νερό είχε γεμίσει με αίμα και κομμάτια από τη σάρκα του ποδιού του. Του άφησε και τα δύο πόδια μέσα στη λεκάνη να στραγγίσουν από τα αίματα.
Έβαλε ένα ποτήρι κρασί ακόμα και άναψε ένα τσιγάρο. Η άκρη του ματιού της έπεσε στις παντόφλες που της είχε κάνει δώρο στην δεύτερη επίσκεψη της στο σπίτι στο Ζούμπερι και βρίσκονταν δίπλα στον καναπέ. Θα της είχε φέρει όταν εκείνη πήγε στο μπάνιο. Ήταν από εκείνες σε σχήμα ζώου, που κάλυπταν ολόκληρο το πόδι, ακόμα και τη φτέρνα. Τα μάτια της έλαμψαν. Γονάτισε και πάλι δίπλα του. Έστρωσε μια πετσέτα στα πόδια της, έβγαλε το ένα του πόδι, το σκούπισε και προσπάθησε να του φορέσει την παντόφλα της. Το μεγάλο του πόδι όμως δεν χωρούσε στην χαριτωμένη, κατά δική του άποψη, παντόφλα. Ανάστεναξε, ενοχλημένη. Έπειτα έβγαλε την πένσα από το βαλιτσάκι και κρατώντας το πόδι του άρχισε να του κόβει ένα ένα τα δάχτυλα.
Τρόμαξε λίγο μπροστά στην ποσότητα αίματος που άρχισε να τρέχει. Ίσως τελικά να έπρεπε να είχε αδειάδσει τη λεκάνη. Ήξερε όμως πως η αιμορραγία κάποια στιγμή θα σταματούσε. Πριν ή μετά την καρδιά του Μάνου δεν τον γνώριζε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που μετρούσε. Όταν βεβαιώθηκε πως δεν έτρεχε άλλο αίμα, του φόρεσε τις παντόφλες, που πλέον ταίριαζαν άψογα στα πόδια του.
Τον άφησε εκεί, δεμένο και σηκώθηκε. Παρατήρησε το χώρο. Είχαν ξεφύγει κάποιες κηλίδες αίματος. Έφερε τη σφουγγαρίστρα από το μπάνιο και εξαφάνισε κάθε ίχνος, που θα πιστοποιούσε ότι ήταν εκεί. Κοίταξε το ρολόι της. Σύντομα θα ξημέρωνε. Παρόλο που ένιωθε κουραμένη δεν κοιμήθηκε. Έπρεπε να φύγει όσο το σκοτάδι ήταν ακόμα ικανό να καλύψει τις κινήσεις της.
Στα μισά της διαδρομής, σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Έκανε δυο τρεις κλήσεις στο κινητό του. Μετά πήρε στο σταθερό. Ευτυχώς ο Μάνος δεν είχε αντικαταστήσει ακόμα τον τηλεφωνητή και είχε από εκείνους τους παλιούς με την κασέτα, οπότε δεν θα φαινόταν η ώρα της κλήσης. Άφησε το μήνυμα της. «Αγάπη μου ο καιρός στο Λονδίνο είναι καλός. Είμαι στο ξενοδοχείο και σε λίγο θα πέσω για ύπνο. Φοράω τις παντόφλες σου για να σε νιώθω κοντά μου. Ελπίζω να κάνεις και εσύ το ίδιο.» Έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε.
Έφυγε από το ξενοδοχείο την ώρα που θα προσγειωνόταν η πτήση της. Έφτασε την ώρα που θα την άφηνε το ταξί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πήρε τον Μάνο να του πει ότι έφτασε στην Αθήνα. Δεν απάντησε, αλλά η κούραση δεν της άφησε περιθώρια να σκεφτεί. Την Δευτέρα το βράδυ, που ο Μάνος παρέμενε άφαντος άρχισε να ανησυχεί. Κλήσεις στο κινητό και μηνύματα στο σταθερό. Την Τρίτη το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο Ζούμπερι. Άνοιξε με το εφεδρικό κλειδί, που έκρυβε στη γλάστρα.
Στο θέαμα που αντίκρυσε έβαλε τις φωνές και έντρομη πήρε την αστυνομία. Αφού ξεπέρασε κάπως το σοκ, έπρεπε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις του υπεύθυνου υπαστυνόμου. «Γνωρίζετε αν είχε κάποιους εχθρούς ή κάποιον που να ήθελε να του κάνει κακό;» Έμεινε λίγο άφωνη. Δευτερόλεπα μετά απάντησε ένα «Όχι» τρεμάμενο, σαν να υποννοούσε το ναι. Προσποιήθηκε, πως μάλλον ήταν άνευ σημασίας. Ο υπαστυνόμος επέμενε ότι και η πραμικρή λεπτομέρεια θα μπορούσε να βοηθήσει.
Άρχισε να μιλάει για την περίεργη πρώην κοπέλα του Μάνου, που είχε εμμονή μαζί του. Δεν ήξερε βέβαια πολλά. Τον ενοχλούσε καιρό και όταν έμαθε για την Άννα, άρχισε να γίνεται απειλητική. Ο Μάνος φοβήθηκε και άλλαξε αριθμό τηλεφώνου. Έκτοτε έχασαν τα ίχνη της ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. «Γνωρίζετε πως την έλεγαν;» ρώτησε ο υπαστυνόμος. «Νομίζω....Μιρέλα, αλλά δεν είμαι βέβαιη. Ο Μάνος δεν μίλαγε γι’ αυτήν. Αλλά δεν νομίζω πως έχει σχέση.» είπε με ήρεμη φωνή.
«Και όμως, ταιριάζει στην υπόθεση. Μια πρώην κοπέλα, που τον θέλει ακόμα, ααφηνιάζει μόλις ακούει το μήνυμα σας στον τηλεφωνητή και γίνεται παρανοϊκή.» είπε εκείνος, σχεδόν σίγουρος πλέον για το κίνητρο του αποτρόπαιου εγκλήματος. Την εικόνα της Άννας που χαμογέλασε, ακολούθησε η ερώτηση γιατί. «Πάντα έλεγε ότι προσέλκυε τις περίεργες κοπέλες και πόσο τυχερός ένιωθε, που επιτέλους είχα βρεθεί εγώ στο δρόμο του.»