Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Για σένα και μόνο


Άνοιξα τα μάτια με μια παράξενη αίσθηση ευφορίας. Νόμιζα πως κοιμόμουν για αιώνες. Και τότε έντρομη κοίταξα το ρολόι. Το γαμημένο δεν χτύπησε. Με είχε πάρει ο ύπνος, για τα καλά. Φοβήθηκα πως δεν θα προλάβαινα. Την ώρα που έφτιαχνα τον καφέ μου ξέπσασα σε γέλια. Για πόσα πράγματα φοβόμουν τον τελευταίο καιρό; Τα περισσότερα χωρίς καν αφορμή. Απλά έτσι για να λέω πως φοβάμαι. Ο σημερινός όμως φόβος είχε αφορμή, όπως είχε και αιτία.
Με έλουζε κρύος ιδρώτας στην προοπτική να μην προλάβω να σου μιλήσω. Να σου πω όλα εκείνα που ήθελα. Ρούφηξα τον κάφε σε δυο γουλιές. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Γαμώτο. Δεν είχα καν καταλήξει στο τι θα φορόυσα. Δεν πτοήθηκα. Πήγα μηχανικά στο δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα και κοκκάλωσα. Πόσα χρόνια είχα να έρθω σε αυτό το σπίτι; Και γιατί αντί για την βαλίτσα άνοιξα την ντουλάπα; Τι νόμιζα ότι θα έβρισκα; Εκνευρίστηκα με τις σκέψεις μου. Δεν έπρεπε να τις αφησω να με εξουσιάζουν. Το έκανα με επιτυχία στο παρελθόν, αλλά είχαμε χαλάσει τις φιλικές μας σχέσεις προ πολλού.
Την έκλεισα με ορμή και βρέθηκα στη βαλίτσα μου. Ευτυχώς είχα μαζί μου ελάχιστα οπότε αυτό περιόριζε την επιλογή και συνακόλουθα και τη σκέψη μου. Ντύθηκα βιαστηκά και ξαναπήγα στην κουζίνα. Παλιότερα προσευχόμουν για ένα πρωινό μόνη μου σε αυτήν. Και τώρα που το είχα δεν άντεχα την ώρα να φύγω, μάλλον όχι να φύγω να εξαφανιστώ. Σύντομα όμως θα γινόταν και αυτό. Χρειαζόμουν απλά λίγο χρονο. Είχα σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια σκεπτόμενη τι θα σου πω. Δεν μπορούσα ξαφνικά να το πάρω αψήφιστα. Έπρεπε κάπως να προετοιμαστώ.
Μα οι λέξεις μέσα μου έμοιαζαν να βουλιάζουν. Με έπιασε φρίκη. Την προηγούμενη στιγμή πάλευαν να βγουν στο φως και τώρα δεν μπορούσα να τις βάλω σε τάξη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήθελα να σου πω. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τη μορφή σου. «Μα, δεν τα ξέρεις όλα;» σε ρώτησα και εσύ σιώπησες. Σαν να μην είχες απάντηση. Σαν να ήθελες να τα ακούσεις. Όχι για επιβεβαίωση, μα για να τα κρατήσεις τελευταία στη μνήμη σου. Και ξέρω πως δουλεύει ετούτη η κυρία. Μπορεί να σε προδώσει με τον πιο ανελέητο τρόπο. Αν της πεις κάτι μια φορα, ισχύριζεται πως δεν το άκουσε. Από την επανάληψη όμως δεν μπορεί να κρυφτεί.
Άλλωστε και εγώ γι’ αυτό είχα έρθει. Για μια επανάληψη. Εγώ να θυμήθω το παρελθόν που νοστάλγησα και εσύ να ακούσεις όλα εκείνα που έκρυβα για χρόνια. Ή καλυτερα όλα εκείνα που νόμιζα πως έκρυβα. Γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να σου κρυφτώ. Πάντα ήξερες. Πάντα καταλάβαινες. Μα σπάνια μιλούσες. Άφηνες την παρουσία σου να αιωρείται σε πράγματα και καταστάσεις. Και απλά άπλωνες το χέρι, άνοιγες την αγκαλιά σου και εγώ χανόμουν μέσα της. Σε αυτό το αίσθημα ασφάλειας που μου εξασφάλιζες.
Θυμήθηκα τότε όλες τις φορές που νόμιζα πως ΕΣΥ δεν φοβόσουν. Και τότε μου ήρθε η εικόνα από το τρεμάμενο χέρι σου μέσα στο δικό να φοβάται. Για το τώρα, το μετά, για όλα. Και γέλασα. Μήπως και συ δεν είσαι άνθρωπος; Κι όμως πολλές φορές με ξεγέλασες.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπροστά. Πάτησα τέρμα το γκάζι. Δεν είχα σκεφτεί ακόμα τι θα σου πω. Αλλά παρόλα αυτά βιαζόμουν να βρεθώ δίπλα σου. Πάρκαρα και ένιωθα τον ήλιο να μου χτενίζει το πρόσωπο. Περπάτησα προς το μέρος σου και αφέθηκα στη ζεστασιά του. Με ηρέμησε. Αρκετά μέχρι να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να σε αντιμετωπίσω.
Κάθισα πλάι σου. Άρχισα να γελάω, γιατί δεν είπα τίποτα. Καθόμουν εκεί, χωρίς να μιλάω. Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν είχα τίποτα να πω. Αλλά, δεν υπήρχε λόγος. Όλα όσα σκεφτόμουν, που δεν είχα πει ή σου είχα αποκρύψει, όλα εμπεριέχονταν σε μια λέξη που δεν τσιγκουνεύτηκα ποτέ. Ίσως είχα καιρό να στην πω. Μα από φόβο μην γίνω κουραστική.
Και τότε πάγωσε το γέλιο μου. Με πλημμύρισαν δάκρυα και σκύβοντας κοντά σου, σου ψιθύρισα «Σ’ αγαπώ».
Ακούμπησα το ζεστό μου χέρι στο παγωμένο μάρμαρο, φίλησα τη φωτογραφία σου, φόρεσα τα γυαλιά μου και έφυγα.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Αυτό για μένα

Χάνομαι σε άγνωστους δρόμους
περπατώ σε καινούριες οδούς
ξένα διαμερίσματα
ξύλινα πατώματα
ψυχρά σώματα
που δίνονται με άνεση
προσφέροντας εφήμερες
όχι όχι απολαύσεις....
στιγμές....
δεν θέλω να τις κρίνω
μα ούτε νομίζω πως μπορώ
τους φέρομαι σαν ν' ανήκουν σε άλλον
κοιμάμαι και θυμάμαι
πετιέμαι ιδρωμένη
όχι που δεν ξέχασα
μα που η μνήμη τις έντυσε οικείες

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Πανσέληνος


Είναι αυτές οι νύχτες

που μια επιθυμία έχω.

Να πάρω το σκαρί μου,

αυτό που δεν θέλει κουπιά.

Του φτάνει ένα ζευγάρι φτερά....

μα τα δικά μου είναι τσακισμένα.

Γυρίζω στο κρεβάτι,

αγκαλιάζω το κενό,

όχι για να παρηγορηθώ,

μα για να σε ταυτίσω!

Και αγκάλιαζω εκείνο το όνειρο,

το ίδιο που ντύνεται εφιάλτης