Τρίτη, 13 Μάϊος 2008

Τρίτη και 13 ξανά

Πάντα την άγχωνε αυτή η μέρα. Όταν το ημερολόγιο έδειχνε Τρίτη και 13, κάτι πάθαινε. Ήθελε να μείνει χωμένη κάτω από τα σκεπάσματα και να αφήσει την ημέρα να κυλήσει. Έτσι θα έκανε και σήμερα και όντως κάτι θα κυλούσε.
Σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι και έφτιαξε τον καφέ της. Έκανε το καθιερωμένο τσιγάρο και ετοιμάστηκε. Ο αέρας της φάνηκε περίεργος. "Αυτή η άθλια μέρα θα φταίει." σκέφτηκε η Οrestis και συνέχισε το δρόμο της. Στη διαδρομή προς τη δουλειά χάζευε τα σπίτια και τους ανθρώπους. Και συνεχώς σκεφτόταν τι περίεργο θα συνέβαινε. Πάντα το περίμενε. Πάντα συνέβαινε.
Έφευγε για το σπίτι χώρις να έχει κανονίσει κάτι για μετά. Δεν αγχωνόταν όμως. Όλο και κάτι θα παιζόταν το βράδυ. Είχε ήδη νυχτώσει όταν έφτανε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν είχε δει τη σκιά. Ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και να τη σπρώχνει βίαια μέσα στο κτίριο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Μόνο όταν η σκιά την άφησε να δει το πρόσωπο της ηρέμησε.
Ήταν ο Apsoy. "Με τρόμαξες ρε." φώναξε εκνευρισμένη. "Και καλά έκανα." απάντησε εκείνος με ήρεμη φωνή. Ανέβηκαν πάνω και μπήκαν στο διαμέρισμα. Εκείνος ανέλαβε το μουσικό κομμάτι και εκείνη τα ποτά. Άρχισαν να μιλάνε, αλλά κάτι ήταν διαφορετικό. Είχε ένα περίεργο βλέμμα. Έμοιαζε λες και ήρθε έρθει αποφασισμένος για κάτι. Στο δεύτερο ποτό δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε. "Τι έχεις εσύ; Φαίνεσαι περίεργος. Το άγχος του στρατού;" αλλά δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση.
Το μπαμ ταίριαξε πλήρως με τα φωνητικά της τραγουδίστριας στο κομμάτι που έπαιζε. Η Orestis έπεσε αναίσθητη και αιμόφερτη στον καναπέ. Η σφαίρα την είχε βρει στο στήθος. Ο Apsoy πήγε δίπλα της και την αγκάλιασε. Όταν συνήλθε ένιωθε έναν τρομερό πόνο. Γύρισε και τον είδε. Είχε κυκλώσει το προσωπό της στα ματωμένα του χέρια και την κοίταζε. "Γιατί;" ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. "Γιατί το περίμενες. Ήθελες να συμβεί κάτι το διαφορετικό, αλλά αφού εσύ δεν μπορούσες, έπρεπε κάποιος άλλος να το δημιουργήσει."
Κοιμήθηκαν όλο το βράδυ αγκαλιά. Κάποια στιγμή βέβαια ένιωσε τα χέρια της εντελώς παγωμένα. Είχε σβήσει. Σηκώθηκε και έβαλε το πτώμα της στο πορτ παγκαζ. Πήγε στο στρατόπεδο που θα παρουσιαζόταν και την έθαψε λίγο έξω από εκεί. Πέρασε την πύλη και σκέφτηκε. "Αν δεν έρθει κανείς άλλος στο επισκεπτήριο, τουλάχιστον θα έχω την Orestis."

[Στον Apsoylako που πρέπει να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα.]

Πέμπτη, 1 Μάϊος 2008

Χιpasmenos στα κάρβουνα

Φέτος το είχε αποφασίσει. Πάσχα στο χωριό. Τι να έκανε στην Αθήνα; Λίγες μέρες στην εξοχή θα της έκαναν καλό. Θα έβαζε και τις κακές σκέψεις στην άκρη, να κάνουν παρέα στα μαχαίρια που τα είχε κρεμάσει καιρό τώρα. Θα γέμιζε τις μπαταρίες της και θα επανερχόταν δριμύτερη. Ετοίμασε λοιπόν τις βαλίτσες της και ξεκίνησε.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν όμορφα και ήρεμα. Το γεγονός ότι ήταν Μεγάλη εβδομάδα την βοήθησε στο να χαλαρώσει. Το σκηνικό ανατράπηκε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Είχε γυρίσει από τον επιτάφιο και είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί. Ξύπνησε έντρομη μετά τον εφιάλτη που είδε. Έβλεπε στον ύπνο της ότι είχε φτάσει η Κυριακή του Πάσχα και ότι όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από τη σούβλα. Μέσα στα χαρούμενα πρόσωπα και την εύθυμη κατάσταση, κάποια στιγμή μέσα στο όνειρο της, γινόταν κοντινό στο αρνί. Μόνο που δεν ήταν αρνί, αλλά ο Xipasmenos.
Πετάχτηκε τρομαγμένη, με την απορία του γιατί είχε δει τον συγκεκριμένο στον ύπνο της. Πίστευε πως τα όνεια κρύβουν διάφορους συμβολισμούς, αλλά αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τον συγκεκριμένο, όπως πίστευε πως δεν θα το ξαναέβλεπε. Όμως ο εφιάλτης ήρθε και το επόμενο βράδυ. "Από τη νηστεια θα είναι μωρέ." είπε φωναχτά και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Και ήρθε η Κυριακή του Πάσχα και σηκώθηκε. Άργησε υπερβολικά εκείνο το πρωινό να πιει τον καφέ της, αλλά στην πραγματικότητα απέφευγε να βγει στην αυλή.
Φοβόταν μήπως δει τον Xipasmeno στη θεση του αρνιού. Όταν βρήκε το θάρρος και βγήκε έξω, με ανακούφιση είδε το αρνί στη σούβλα. Έφαγαν και ήπιαν και κάπως έτσι πέρασαν οι γιορτές, έπρεπε και εκείνη να επιστρέψει. Μαζί της όμως επέστρεψε και ο εφιάλτης. Μέρες έβλεπε ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο. Ώσπου ένα πρωινό ξύπνησε και είπε "Αυτό ήταν. Η απόφαση πάρθηκε." και πήρε τον Xipasmeno τηλέφωνο. Κανόνισαν να βρεθούν το βράδυ στο σπίτι της. Δεν ετοίμασε πολλά. Θα τα έκανε όλα απλά όπως πρώτα.
Του έριξε υπνωτικό στο ποτό, για να μην την ενοχλεί ενώ θα τον ετοίμαζε. Πήρε την βελόνα και τον σπάγγο και ξεκίνησε. Έραψε πρώτα το στόμα του. Η βελόνα έμπαινε εύκολα στο μαλακό δέρμα, αλλά πετάγονταν αίματα παντού. Όταν τελείωσε στάθηκε λίγο και τον χάζεψε. Τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα. Πήγε στην κρεβατόκαμαρα και πήρε τα κορδόνια από τα αθλητικά της. Επέστρεψε στο σαλόνι και του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες. Πέρασε τα κορδόνια στην πιο χοντρή βελόνα και άρχισε να τα ράβει πάνω στο πόδι του. Το μόνο που την νευρίασε ήταν ότι από άσπρα βάφονταν κόκκινα από το αίμα.
Αφού ολοκλήρωσε το αρίστουργημα της, πήγε στην πίσω βεράντα να ανάψει τα κάρβουνα και να κάνει τις τελευταίες ετοιμασίες. Μετά έσυρε το σώμα του Xipasmenou μέχρι την βεράντα, ο οποίος είχε αρχίσει να συνέρχεται. Τον ξαπλωσε και δίπλα του έβαλε την σούβλα. Έδεσε τις άκρες από τα κορδόνια στη σούβλα και μετά με ένα σχοινί του έδεσε και τα χεριά. δεν ήξερε αν θα άντεχε το βάρος του, αλλά αποφάσισε να το ρισκάρει. Κουράστηκε πολύ να τοποθετήσει τη σούβλα με τον Xipasmeno σωστά πάνω από τα κάρβουνα, αλλά τα κατάφερε.
Εκείνος είχε συνέλθει για τα καλά και το προσωπό του άρχισε να παραμορφώνεται από τους πόνους. Αυτό που την τρόμαξε ήταν το ότι από την προσπάθεια να ουρλιάξει κόντευε να κόψει τον σπάγγο, οπότε πήρε το ποτιστήρι και το κοπάνησε στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να σιγοψήνεται, αλλά το καμένο δέρμα δεν έβγαζε ωραία μυρωδιά, γι' αυτό πήγε στο σαλόνι να τελείωσει το ποτό της. Θα επέστρεφε για να δει το έργο της ολοκληρωμένο. Κάθισε στον καναπέ, έβαλε κρασί στο ποτήρι της, άναψε ένα τσιγάρο και άφησε τη σκέψη της να ταξιδέψει.
"Α ρε Orestis βρήκες καιρό να κάνεις διακοπές. Δεν θα ψηθεί καλά τώρα, ενώ αν ήσουν εδώ θα βοηθούσες να τον γυρίζαμε και από την άλλη πλευρά." μονολόγησε η Παπαστρουμφ και αμέσως άρπαξε το κινητό της. "Δεν θα σου κρατήσω μεζέ, γιατί εξαιτίας σου δεν είναι καλοψημένος." έγραψε στο μήνυμα, πάτησε αποστολή και έσκασε στα γέλια.

Τρίτη, 15 Απρίλιος 2008

Για τον Equilibrium


"Tου φευγιού μου όνειρα και άγνωστες φωνές",

που έγιναν γνώριμα ουρλιαχτά μέσα στη νύχτα,

που άλλο τι δεν είχε απομείνει,

παρά μονάχα η επιθυμία.

Άλλος τη σάρκα σου να μη γευτεί,

άλλος με τη μορφή σου να μην ξημερωθεί.

Και αυτό το "κόκκινο θολό φεγγάρι,

μες στα όνειρα μου ξενυχτά",

ξυπνώντας μνήμες και εικόνες.

Μα δεν με τρόμαξε "ετούτο το μαχαίρι εδώ"

αλλά η κόκκινη αντανάκλαση μου επάνω του.

Και αν είναι αλήθεια πως,

"η λησμονιά είναι η μόνη συγγνώμη και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά."

τούτο μονάχα θα σου πω,

συγγνώμη που σε εκδικήθηκα!

[Δεν το δούλεψα όμορφε όπως ήθελα, αλλά βγήκε αβίαστα. Ελπίζω να σου αρέσει και σύντομα θα επανέλθω. Είναι στίχοι από διάφορα τραγούδια, που με κάποιο τρόπο μου μιλάνε.]

Πέμπτη, 10 Απρίλιος 2008

Λάθος ή πάθος

Δεν ήταν χαζή. Καιρό τώρα τα είχε καταλάβει όλα και απλά έκανε υπομονή. Θεωρούσε πως ήταν μια φάση και θα την ξεπέρναγε. Μα οι νύχτες που ο Άκης πέρναγε μακριά από το κρεβάτι τους άρχισαν να πυκνώνουν και η αντοχή της να λιγοστεύει. Έκανε κάποιες μικρές συζητήσες μήπως βρει κάποια λύση, μα μάταιος κόπος. Και τα σημάδια ότι η σχέση του με την άλλη δεν ήταν περιστασιακή γίνονταν ολοένα και πιο εμφανή.
Ένα βράδυ που η Παπαστρουμφ άργησε να γυρίσει από τη δουλειά, βρήκε το σπίτι άδειο κι ένα σημείωμα δικό του. "Θέλω να σκεφτώ. Μην με ψάξεις." στριφογύριζε στο μυαλό της αυτή η φράση και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Αποφάσισε να μιλήσει σε κάποιον ανοιχτά. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου της και περίμενε να ακούσει τη φωνή της. Μια ώρα μίλαγε με την Orestis. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε καταλήξει κάπου, όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν όμως σίγουρη ότι δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι.
Έκανε υπομονή αρκετό καιρό. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν ο Άκης, πράγμα που έγινε. Την πήρε τηλέφωνο να συναντηθούν. Του είπε να περάσει από το σπίτι. Έκλεισε το τηλέφωνο και το βλέμμα της είχε μια περίεργη θολούρα. Χαμογέλασε ειρωνικά και σκέφτηκε, αυτό που είχαν πει με την Orestis στο τηλέφωνο "Στο παιχνίδι δεν κερδίζει πάντα η τεχνική, αλλά και η ζαριά." Πήγε σπίτι και άρχισε τις ετοιμασίες.
Ο Άκης εμφανίστηκε στις 21.30 εγγλέζος όπως πάντα στα ραντεβού του. Στη θέα του στρωμένου τραπεζιού με τα κεριά χλώμιασε. "Μάλλον δεν έκανα σαφές το γιατί ήρθα." της είπε. "Όχι, όχι. Το έκανες απόλυτα σαφές, αλλά δεν υπάρχει λόγος να φύγεις σαν κλέφτης. Ας φάμε πρώτα και μαζεύεις μετά." απάντησε η Παπαστρουμφ με περίσσια ψυχραιμία. Όταν τελείωσαν το δείπνο ο Άκης προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να μαζέψουν το τραπέζι και να μεταφέρουν τα πιάτα στην κουζίνα από την τραπεζαρία. Μετά θα έπιναν ένα ποτό, καθώς θα έφτιαχνε τη βαλίτσα του και θα χώριζαν σαν δυο καλοί φίλοι.
Είχε σκύψει ελαφρά για να ακουμπήσει το πιάτο στο τραπέζι της κουζίνας. Τότε η Παπαστρουμφ πήγε πλάι του τον έπιασε από το σβέρκο και του χτύπησε το κεφάλι στα πλακάκια. Καθώς ο Άκης έγερνε προς τα πίσω το μέτωπο του ήταν γεμάτο αίματα και μια κόκκινη κηλίδα είχε αφήσει τη στάμπα της στο τετράγωνο μπεζ πλακάκι. Δεν το σκέφτηκε πολύ, τον ξαναχτύπησε με δύναμη στον τοίχο και τον άφησε αιμόφερτο να σωριαστεί στο πάτωμα.
Το αίμα έτρεχε πλέον και στο πρόσωπο του και στα πλακάκια, σχηματίζοντας δύο ρυάκια με διαφορετική πορεία, αλλά την ίδια όμορφη αίσθηση. Τον άφησε εκεί, καθώς φοβόταν πως αν τον έσερνε στο σαλόνι θα γέμιζε όλο το σπίτι.Πήγε μετά μέσα, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Άκης είχε μισοσυνέλθει και την κοίταγε. "Μα εσύ δεν καπνίζεις." είπε με φωνή που έτρεμε. "Ποτέ δεν είναι αργά." του απάντησε και άναψε ένα τσιγάρο. Εκείνος έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί και εκείη με μία κίνηση άρπαξε το καπάκι της κατσάρολας, που ήταν δίπλα της και τον χτύπησε στο κεφάλι.
Τον έβλεπε πεσμένο στο πάτωμα για αρκετή ώρα, μέχρι να ανακτήσει ξανά τις αισθήσεις του. Όταν άνοιξε τα μάτια του, του έσβησε το τσιγάρο στο μπράτσο. Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, με εκίνον που και που να συνέρχεται, εκείνη να του σβήνει τσιγάρα σε όλο το σώμα και κάπου κάπου όταν φώναζε τον χτυπούσε με το καπάκι για να μην κάνει θόρυβο. Όταν τελείωσε το πακέτο, σκέφτηκε πως έπρεπε να τελειώνει με αυτή την υπόθεση. Μα δεν είχε αποφασίσει ακόμη το πως.
Τότε το βλέμμα της έπεσε πάνω στο μίξερ. Θυμήθηκε πόσο την τρόμαζαν τα "ποδαράκια" όταν το χρησιμοποιούσε και εκεί πήρε την απόφαση. Το πήρε του έβαλε τα εξαρτήματα, το έβαλε στην πρίζα και το κράτησε σταθερά πάνω από το θώρακα του. Σε ελάχιστη ώρα, όλα έγιναν κόκκινα. Το μίξερ έβρισκε αντίσταση και δεν έμπαινε σε μεγάλο βάθος, και όταν το πίεζε εκείνη κομμάτια κρέατος πετάγονταν παντού. Όταν σταμάτησε, λόγω κούρασης, δεν ήταν σίγουρη αν ζούσε ή όχι, αλλά θα άφηνε την αιμοραγία να ολοκληρώσει το έργο της.
Πήγε στο σαλόνι και την πήρε τηλέφωνο. Σε μισή ώρα βρισκόταν στο σπίτι. Στο θέαμα της κούζινας έφριξε. "Καλά τι έκανες εδώ;" φώναξε η Orestis. "Ατσαλιά ε;" απάντησε η Παπαστρουμφ. "Ε μα ναι. Είπαμε έγκλημα πάθους, αλλά το παράκανες." είπε η Orestis. "Όχι, δεν ήταν έγκλημα πάθους, αλλά λάθους. Βλέπεις τα πάθη καταστρέφουν, ενώ τα λάθη συγχωρούνται. Και αυτός, ως λάθος, συγχωρέθηκε."

Τρίτη, 1 Απρίλιος 2008

Kαλό μήνα


Ο Wrong Guy έπινε αμέριμνος τον καφέ του κατά τη διάρκεια του διαλείμματος του.Άναψε το τσιγάρο του, ήπιε την πρώτη γουλιά και έριξε μια ματιά στο κινητό του. Είχε λάβει δύο μηνύματα. "Ποιός να είναι αναρωτήθηκε;" και άνοιξε να τα διαβάσει. Το νούμεο ήταν άγνωστο, γεγονός που κέντρισε την περίεργεια του. Όταν όμως είδε το περιέχομενο άλλαξε γνώμη.
Στο πρώτο μήνυμα που έλεγε, "Δεν με ξέρεις. Είμαι ένας φίλος, που θα σου διηγηθεί μια ιστορία." γέλασε, αλλά η συνέχεια τον τάραξε. "Αυτή τη στιγμή είμαι σπίτι σου και...μάντεψε τι κάνω". Πήρε αμέσως τηλέφωνο στον αριθμό που εμφανίστηκε ως αποστολέας αλλά δεν απάντησε κανείς. Πήρε και στο σπίτι να βεβαιωθεί από το Φάτσα ότι πρόκειται για πλάκα, αλλά πάλι δεν απάντησε κανένας. "Θα βγήκε για ψώνια." σκέφτηκε, όταν άκουσε και πάλι τον ήχο του μηνύματος.
"Εδώ είναι ο Φάτσας σου, μην ανησυχείς είναι σε καλά χέρια. Σε λίγο θα μάθεις και την συνέχεια." Χλώμιασε. Δεν ήξερε αν ήταν όντως αστείο όλο αυτό ή έπρεπε να ανησυχήσει. Τα επόμενα μηνύματα τον έβγαλαν από αυτή την απορία. Τα διάβαζε έντρομος ένα ένα με τη σειρά που στέλνονταν. "Τον έχω αναίσθητο στον καναπέ. Τον έχω φιμώσει και σκέφτομαι τι ακριβώς να του κάνω. Λέω για αρχή να του κόψω το αριστερό χέρι. Μετά θα πάρω τον τρίφτη για το κεφαλοτύρι, θα βάλω μια λεκάνη από κάτω για να μην λερώσω και θα το τρίψω. Τα δάχτυλα λέω να τα κόψω σε μικρά κομματάκια και να τα κάνω κολιέ. Πιστεύω θα φορεθεί πολύ τώρα που ανοίγει ο καιρός.
Αν μου αρέσει η φάση με τον τρίφτη θα τη συνεχίσω και με άλλα μέρη του σώματος του. Όταν θα τον έχω ακρωτηριάσει, θα ασχοληθώ με το υπόλοιπο ενιαίο κομμάτι σώματος, που θα έχει απομείνει. Θα πάρω εκείνο το ειδικό εργαλείο που ξεφλουδίζουμε τις πατάτες και τα φασολάκια, για να περιποιηθώ τον θώρακα και την πλάτη του. Θα γίνουν όλα χάλια βέβαια και ζητώ συγγνώμη για τη μοκέτα. Πολύ καλόγουστη επί τη ευκαιρία. Το κεφάλι το άφησα για το τέλος. Θα το κόψω και δεν θα το πειράξω. Θα το ακουμπήσω στο προσκεφάλι του κρεβατιού για να τον δεις για μια τελευταία φορά. Τώρα τι άλλο θα το κάνεις, το αφήνω στην κρίση σου. Υπογραφή : Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με τον τρίφτη."
Ο Wrong περίμενε λίγα λεπτά ακόμη. Ήταν σίγουρος πως ήταν φάρσα. Πήρε τον Φάτσα στο κινητό αλλά δεν το σήκωσε. Είδε και πως δεν ερχόταν άλλο μήνυμα και αποφάσισε πως δεν μπορούσε να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους. Ζήτησε άδεια και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Όταν έφτασε στην εξώπορτα κοντοστάθηκε για λίγο. Αν υπήρχε έστω και μια περίπτωση να ήταν αλήθεια όσα έγραφαν τα μηνύματα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος για ό,τι θα αντίκρυζε. Έβαλε δειλά το κλειδί και άνοιξε. Μπήκε στο σαλόνι και στη θέα της κόκκινης μοκέτας λιποθύμησε.
Όταν συνήλθε είδε την Orestis με τον Φάτσα να τον κοιτάνε. "Φάτσα μου είσαι καλά." φώναξε. "Ναι καλά είμαστε, αλλά λερώσαμε τη μοκέτα με κρασί." απάντησε ο Φάτσας. "Δεν πειράζει, αφού είσαι καλά δεν πειράζει η μοκέτα. Όσο για σένα αγαπητή, ωραίο αστείο. Τι να σου πω." είπε και σηκώθηκε. Τους ζήτησε να του βάλουν και εκείνου ένα ποτήρι κρασί και πήγε στο μπάνιο. "Στο ειπα ρε Orestis. Καλά θα το έπαιρνε, δεν χρειαζόταν να του κάνουμε τέτοια πλάκα, δεν θα σου έβαζε τις φωνές." είπε ο Φάτσας. "Καλά, αλλά αν ρωτήσει εσύ τη λέρωσες, γιατί αλλιώς εγώ την έβαψα." απάντησε η Orestis.

Τρίτη, 25 Μάρτιος 2008

Ιεροτελεστία


Μιλούσαμε καιρό στο ίντερνετ. Χρειάστηκαν βέβαια μήνες για να νιώσουμε και οι δύο αρκετά οικεία ώστε να ανταλλαξούμε τηλέφωνα. Η φωνή του ήταν ήρεμη και γλυκιά. Κάναμε άπειρες συζητήσεις για πάρα πολλά θέματα. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω ακριβώς, αλλά αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι. Δεν ήμουν σίγουρη για το πως το έβλεπε εκείνος, αλλά από τη συμπεριφόρα του, μπορούσα να καταλάβω πως ένιωθε το ίδιο.
Όλο αυτό το δέσιμο δέχτηκε αρνητικές κριτικές από τον περίγυρο και των δυο μας. Κανείς δεν καταλάβαινε και το θεωρούσαμε και οι δυο μας πολύ φυσικό να υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις. Κάποια στιγμή ο Hfaistwnas άρχισε να επιδιώκει να συναντηθούμε. Δε ν ήταν πως δεν ήθελα να τον γνωρίσω. Αλλά προτιμούσα να τον αφήσω στη σφαίρα της φαντασίας. Εκείνος όμως επέμενε. Τον είχα αναστώσει πολύ έτσι μου έλεγε.
Σε κάποιο τηλεφώνημα μας η φωνή του έγινε έντονη, βαριά. "Orestis τέρμα τα αστειάκια. Πρέπει να συναντηθούμε." μου είπε και το έκλεισε. Δεν αναρωτηθήκα τι περίμενε να κάνω, το ήξερα. Θα του τηλεφωνούσα ξανά μόνο αν του έλεγα ώρα και μέρος για τη συνάντηση μας. Δεν είχα καταλάβει γιατί και πως ακριβώς του είχα αναστατώσει τη ζωή, αλλά έπρεπε να το ξεκαθαρίσω. Του ζήτησα να έρθει σπίτι μου, ζητώντας του συγγνώμη εκ των προτέρων για την ακαταστασία. Έβαφα το σαλόνι και όλα ήταν άνω κάτω.
Ο Hfaistiwnas ήρθε στην ώρα του. Όταν τον είδα έμεινα έκπληκτη. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως τον είχα φανταστεί. Μια φιγούρα λεπτή και αέρινη, με πυρόξανθα μπουκλωτά μαλλιά, που είχε πιάσει τα μισά και τα υπόλοιπα έπεφταν ανέμελα στους ώμους του. Τα μάτια του μεγάλα και γαλανά με κοίταζαν με διαπεραστικό τρόπο. "Εσύ είσαι λοιπον;" με ρώτησε καθώς προχωρούσε προς τον καναπέ. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Έγνεψα απλά με το κεφάλι και παρέμεινα σιωπηλή.
Έβαλε μόνος του καφέ, καθώς τα είχα όλα έτοιμα στο τραπεζάκι και ήπιε μια γουλιά. Μπήκε κατευθείαν στο θέμα. "Έχω τσακωθεί άσχημα κι είμαι χάλια με τη σχέση μου εξαιτίας σου." είπε και με κοίταξε. Το βλέμμα μου γέμισε απορία, την οποία μου έλυσε αμέσως. "Δεν ξέρω γιατί, αλλά ασκείς πάνω μου μια παράξενη επιρροή. Από τότε που αρχίσαμε να μιλάμε, έχω χασει το μυαλό μου. Το μόνο που ήθελα τόσο καιρό ήταν να σε γνωρίσω." είπε και λύγισε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Πήγα δίπλα του και του χάιδεψα τα μαλλιά.
"Σε καταλαβαίνω. Καμιά φορά οι άνθρωποι δένονται έτσι απλά, λες και πάντα έψαχναν ο ένας τον άλλο, γίνεται από μονο του, σαν μαγεία." του είπα, αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα να απαλύνω τον πόνο του. Σήκωσε τα προσωπό του και με κοίταξε, έπειτα κοίταξε τον μοναδικό άσπρο τοίχο που βρισκόταν απέναντι του. "Τι χρώμα θα τον βάψεις;" με ρώτησε. ¨Κόκκινο." του απάντησα. Δεν το είχα σχεδιάσει, αλλά ενστικτωδώς άρπαξα την κανάτα με το νερό και τον χτύπησα στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος στα πόδια μου. Τον σήκωσα και τον ακούμπησα στον καναπέ.
Πήρα το ξυστήρι που είχα για τον τοίχο, μια λεκάνη, κάθισα, ακούμπησα το κεφάλι του στα γόνατα μου και του έκοψα το λαιμό. Το αίμα έτρεξε και γέμισε την λεκάνη. Σηκώθηκα, αφήνοντας τον να πέσει στον καναπέ. Μετά πήρα το σφουγγάρι το βούτηξα στην λεκάνη και άρχισα να βάφω τον τοίχο. Το αίμα ήταν λίγο και χρειάστηκε να του κόψω και τις φλέβες για να ολοκληρώσω όλο τον τοίχο. Όταν τελείωσα, πήγα στο μπάνιο και πήρα το ψαλίδι. Του έλυσα τα μαλλιά και έκοψα αρκετές τούφες από τις ξανθές του μπούκλες.
Πήρα την κόλα και άρχισα να τις κολλάω στον τοίχο. Άλλες τις τέντωνα λίγο παραπάνω και άλλες τις άφηνα όπως ήταν. Ήταν σαν ένα κολάζ με πολλά σπιράλ διάσπαρτα πάνω στο κόκκινο φόντο. Το αποτέλεσμα ήταν τέλειο. Ήταν αυτό που έψαχνα. Ήταν λες και ο Hfaistiwnas δεν ήταν μόνο κομμάτι του τοίχου, αλλά της ζωής μου. Μπορεί να μην καταλάβαινα πως είχαμε βρεθεί, ούτε πως είχαμε δεθεί τόσο, αλλά ήξερα πως δεν θα άφηνα κανέναν και τίποτα να μου το στερήσει. Θα τον κρατούσα σαν ένα κομμάτι δικό μου και πλέον και του τοίχου μου.

Τρίτη, 18 Μάρτιος 2008

Από αγάπη υπερβολική


Αν και πολύ διαφορετικές σαν άνθρωποι, είχαμε βρει με τη Soula ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας, που μας έβγαινε πολύ καλά. Εκείνη ήταν η εντυπωσιακή γκόμενα, που όλοι κοίταγαν. Εγώ ο αφανής παρατηρητής, που του αρκούσε να κοιτάει. Είμασταν αχτύπητο δίδυμο. Βγαίναμε και προκαλουσάμε πανικό. Η Soula πάντα θα γυρνούσε σπίτι συνοδεύομενη από τον τυχερό της βραδιάς. Εγώ γυρνούσα με τις φίλες μου, τις τεκίλες, και πέφταμε τύφλα για ύπνο. Την επόμενη μέρα, θα άκουγα την πλήρη αναφορά της προηγούμενης βραδιάς με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
Την καμάρωνα, καθώς την παρακολούθουσα να κινείται δυναμικά και να γοητεύει τους πάντες γύρω της. Όμως είμαι σχεδόν σίγουρη, πως μέσα της εκείνη δεν καταλάβαινε. Τη θυμάμαι ξαπλωμένη στον καναπέ, μετά από κάποιο ξενύχτι να με ρωτάει "Μ' αγαπάς;" και εγώ απλά χαμογελούσα. Και σε μεγάλο βαθμό οφείλω να ομολογήσω πως το διασκέδαζα. Ήταν η μοναδική στιγμή ανασφάλειας, που μοιραζόταν μαζί μου.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άλλαξε. Έχω όμως έντονες στη μνήμη μου τις συζητήσεις μας. Το πόσο είχε βαρεθεί αυτή τη ζωή και επιθυμούσε κάτι πιο μόνιμο. "Η πολλή αγαπή σκοτώνει." της έλεγα. "Αχ, ρε Orestis εσύ είσαι αλλιώς γι' αυτό το λες." ήταν η απάντηση, που μου έδινε. Δεν είμαι σίγουρη αν όντως ήμουν αλλιώς. Μα ξέρω πως το πίστευα και ήμουν διατεθειμένη να την υποστηρίξω αυτή την άποψη μέχρι τέλους.
Την έβλεπα σιγά σιγά να αλ
λάζει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν γνώρισε τον Στέλιο κάπως συνήλθε. Μετά εκείνος έφυγε, έγινε χειρότερα από πριν και μέρα με τη μέρα μαράζωνε. Προσπάθησα να την επανεφέρω στα παλιά, μα στάθηκε αδύνατο. Τότε πήρα την μεγάλη απόφαση. Αφού δεν ήθελε τη ζωή της πίσω, με όποια μορφή κι αν η ίδια επέλεγε, καλύτερα να μην είχε καθόλου. Φέρθηκα εγωιστικά, το παραδέχομαι. Την αγαπούσα όμως πάρα πολύ για να την αφήσω έτσι.
Την περίμενα στο σπίτι μου. Όλα θα γίνονταν απλά. Είχε τον εντυπωσιασμό στη ζωή της έτσι κι αλλιώς. Δεν χρειαζόταν η δική μου παρέμβαση σε αυτό. Την μέθυσα και την έκανα λιώμα. Ήταν σχεδόν ημιλιπόθυμη. Την ξάπλωσα στον καναπέ και πήρα το μεγάλο μαξιλάρι στα χέρια μου. Το έσφιξα πάνω από το πρόσωπο της. Αντιστάθηκε λίγο, αλλά έπειτα παραδόθηκε. Το σήκωσα μόνο όταν είχε πάψει και η παραμικρή κίνηση του σώματος της. Έμεινα με το μαξιλάρι στο χέρι να την κοιτάζω.Το πρόσωπο της είχε μουτζουρηθεί από το κλάμα και την πίεση του μαξιλαριού.
Την ξέβαψα προσεχτικά και έπειτα την μακιγιάρισα από την αρχή. Ήταν εντυπωσιακή και αυτό δεν μπορούσα να της το στερήσω, ειδικά αυτή την ώρα. Κοίταζα το νεκρό της σώμα αρκετή ώρα. Μπήκα στον πειρασμό να της φερθώ πιο βίαια, μα δεν ηθελα να την αλλοιώσω. Ήθελα να την θύμαμαι άψογη, όπως πάντα. Την σκέπασα με την κουβέρτα και έσκυψα πάνω της. Τη φίλησα στο μάγουλο και της ψιθύρισα στο αυτί. "Η πολλή αγάπη σκοτώνει. Στο είχα πει, μα έπρεπε να το ζήσεις για να με πιστέψεις. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος."

Δευτέρα, 17 Μάρτιος 2008

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ; ΟΧΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ / A DOMESTIC PARTNERSHIP THAT DISCRIMINATES? NO THANKS



Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο.

Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα 'συμβόλαιο συμβίωσης' ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό 'συμβόλαιο' μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου.

Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ


In Greece gays, lesbians and transexuals know about discrimination. They face it daily from their families, in their social lives and in the professional field.

But sometimes, all it takes is a single straw to break the camel's back.

According to press reports, the greek government is preparing to introduce a domestic partnership 'contract' EXCLUSIVELY for unmarried heterosexual couples. We do not believe that a mere 'contract' can resolve the issues same-sex couples face or ensure their fair treatment under the law. However this discriminatory proposal is a direct contravention of the greek Constitution, as well as european human rights treaties. Especially since same-sex couples already enjoy legal rights in 18 european nations.

The aim of this intervention is to make sure that european institutions, human rights organisations, websites and weblogs from around the world learn about these proposals. What we ask for is equal rights for all. Nothing more and nothing less.

This time around we will not sit idly by. This time around we will not keep silent.

GREEK BLOGGERS AGAINST DISCRIMINATION