Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Έρωτας α λα κουραμπιέ


Ήταν 7.30 το απόγευμα. Το θερμόμετρο ήταν για μέρες κολλημένο στους 39 βαθμούς κελσίου, αλλά αυτό δεν μου είχε επιτρέψει να παρεκλίνω από το αρχικό μου σχέδιο. Έτσι βρισκόμουν εκεί, με τα μαύρα γυαλιά μου, να ακουμπώ στον κορμό ενός δέντρου. Ήμουν διαγώνια από την έκκλησια, σε σημείο που είχα καλή θέα, χωρίς όμως η δική μου παρουσία να γίνεται αντιληπτή. Τη σκιά που έριχνε το δέντρο τη θεώρησα απλώς ευτυχή σύμπτωση. Θα έμενα ακόμα κι αν κίνδυνευα με θερμοπληξία.
Είχα πάει αρκετά νωρίς για να είμαι σίγουρη πως θα τον πετύχαινα εκεί. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι να κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο της εκκλησίας. Ταράχτηκα. Όχι ότι είχα καιρό να τον δω, αλλά φάνταζε ιδιαίτερα όμορφος και κομψός στο μπεζ κοστούμι του. Με εκείνη την πρόσθετη νότα από κάτι το απόκοσμο που ούτως ή άλλως τον χαρακτήριζε. Τα μάτια μου κόλλησαν για δευτερόλεπτα στην ανθοδέσμη που κρατούσε στα χέρια του, αλλά δεν τους επέτρεψα να κλάψουν. Είχαν ρίξει ήδη αρκετό κλάμα για τον συγκεκριμένο κύριο.
Έβλεπα τον Παύλο να χαμογελάει μηχανικά χωρίς προσπάθεια να κρύψει το άγχος του. Όταν το χέρι του κινήθηκε μηχανικά προς την ραφή του παντελονιού του μειδίασα. Πάντα η ίδια κίνηση όταν ένιωθε αγχωμένος ή πιεσμένος. Πάντα τα ακροδάχτυλά του να παίζουν αμήχανα και νευρικά με την ραφή. Την εικόνα γρήγορα συμπλήρωσε το πλήθος του κόσμου που άρχισε να συρρέει στην εκκλησία. Οι φίλοι του τον πείραζαν. Δεν άκουγα, αλλά καταλάβαινα από τις εκφράσεις των προσώπων τους. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι. Η ώρα πλησίαζε. Καθυστέρησε περίπου ένα τέταρτο. Με ηρέμησε η αναμονή. Η ιδέα, πως κάποια τον είχε κάνει έστω για λίγο να την περιμένει. Με μόνη διαφορά πως ήταν για λίγο και με αποτέλεσμα, ενώ εγώ τον περίμενα για χρόνια χωρίς κανένα.
Στο άκουσμα της κόρνας πάγωσα. Είδα το αυτοκίνητο να σταματάει και εκείνη να βγαίνει. Νόμιζα πως δεν μπορoύσα να αναπνεύσω. Τα πόδια μου είχαν ήδη ετοιμαστεί για φυγή. Έσφιξα τα δόντια και κρατήθηκα γερά από το δέντρο. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα αντέξει. Ανέβαινε με άνεση και χάρη τα σκαλιά. Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της. Για μια στιγμή σκέφτηκα να με ξαμολύσω πάνω της, αλλά συγκρατήθηκα.
Όταν βρέθηκε κοντά του, ο τρόπος που την κοίταζε δεν μου άφησε περιθώριο επιλογής. Όχι ότι μου είχε αφήσει ποτέ εκείνος. Απόμεινα βουβή να τους κοιτάζω μέχρι να μπουν στο ναό. Έφυγα αφού τελείωσε η τελετή. Ο κύκλος πλέον είχε κλείσει.
Έφτασα σπίτι με ένα περίεργο συναίσθημα. Έβαλα χαμηλή μουσική, έφτιαξα ένα ποτό και άναψα τσιγάρο. Οι σκέψεις έφευγαν μαζί με τον καπνό μου. Είχα καιρό να νιώσω έτσι. Θυμήθηκα την τελευταία φορά. Ήταν όταν είχα αποφασίσει να βγάλω τον Γιώργο από τη ζωή μου. Ήταν τόσο έντονες οι μνήμες. Εκείνος απεναντί μου να υπερασπίζεται ένα μέλλον κοινό και όλα όσα ένιωθε για μένα. Εμένα σιωπηλή να ακούω και την απάντηση βαθιά ριζωμένη μέσα μου. Θα μπορούσα να κουρνιάσω δίπλα του σαν σπουργίτι που ζητάει προστασία, αλλά ποτέ δεν ήμουν έτσι. Είχα μετατραπεί σε αρπακτικό και σαν τέτοιο του χάραξα το μάγουλο, με μια πληγή όχι βαθιά αλλά εμφανή, όπως εκείνες που μου είχε αφήσει ο Παύλος.
Εκείνο το βράδυ έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Αποφασίζοντας να μείνω με τις παλιές πληγές μου και την πεποίθηση πως ο Παύλος θα γυρνούσε. Και τώρα βρισκόμουν στον καναπέ όχι μόνο με μια αίσθηση κενού, αλλά με την ελπίδα μιας επιστροφής που είχε χαθεί λίγες ώρες πριν στα σκαλιά της εκκλησίας.
Θύμωσα με τον εαυτό μου. Το μυαλό μου θόλωσε και έσπασα το μουκάλι με το κρασί που είχα ανοίξει. Κράτησα το σπασμένο μπουκάλι στα χέρια μου και ξαφνικά βρέθηκα να χαρακώνω το μπάτσο μου. Μάλλον χτύπησα κάποια φλέβα. Στις πρώτες σταγόνες που πότισαν τη μοκέτα τρόμαξα. Έτρεξα στο μπάνιο, άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας και έβαλα το χέρι μου από κάτω. Δεν ξέρω αν κοιμήθηκα ή αν λιπυθύμησα, αλλά όταν συνήλθα πρέπει να είχε περάσει αρκετή ώρα. Η αιμμοραγία είχε σταματήσει αλλά ένιωθα το χέρι μου μουδιασμένο. Σηκώθηκα και το έδεσα με έναν επίδεσμο.
Επέστρεψα στη ζεστασιά του καναπέ αλλά η διάθεσή μου δεν είχε καλυτερέψει. Είχα συνηθίσει να με πληγώνει ο Παύλος, ακόμα και να το προκαλώ εγώ στον εαυτό μου, αλλά με αυτόν τον τρόπο ξεπερνούσε κάθε λογικό όριο. Έπινα και άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ώρες ποτού και τσιγάρων μετά τα είχα ξεκαθαρίσει.
Μου χρωστούσε μια τελευταία συνάντηση και θα την διεκδικούσα. Ευτυχώς είχα άψογη ενημέρωση για τις κινήσεις του μέσω κάποιου κοινού φίλου. Έτσι ήξερα ότι θα έφευγαν για μήνα του μέλιτος το βράδυ της μεθεπόμενης μέρας του γάμου. Είχα μπροστά μου μια ολόκληρη μέρα και ένα απόγευμα να το οργανώσω.
Η συνάντηση κλείστηκε μέσω μηνυμάτων. Στην αρχή ήταν όπως πάντα διστακτικός. Όταν όμως του διηγήθηκα τι είχα κάνει υπέκυψε. Μου είχε αδυναμία, γεγονός που εκμεταλλεύτηκα.
Δεν είχα καταλήξει τι θα έλεγα και πως. Περιφερόμουν στο σπίτι σαν ψυχωτική γυρεύοντας λύσεις. Ανοιγόντας το νουλάπι προς ανεύρευση κάποιου φαγώσιμου μου ήρθε η ιδέα. Τρελαινόταν για κουλουράκια. Τα δικά μου κουλουράκια που επέμενα να φτιάχνω με τις φόρμες που κανονικά χρησιμοποιούμε για τους κουραμπιέδες. Ένιωσα να χαλαρώνω και αποφάσισα να επιβραβεύσω τον εαυτό μου με ένα ποτήρι κρασί. Ήταν από τις αγαπημένες μου συνήθειες να πίνω ενώ μαγειρεύω.
Αρκετή ώρα μετά, δεν ήμουν σίγουρη αν τα είχα φτιάξει όλα όπως επιθυμούσα. Ίσως στην πράξη να δικαιωνόμουν. Ακούμπησα τις φόρμες προσεκτικά στο τραπέζι και πήγα να ετοιμαστώ. Ντύθηκα, άναψα τα κεριά μου, έβαλα μουσική να παίζει και κάθισα στον καναπέ. Δεν θα αργούσε. Πάντα ήταν συνεπής. Όμως τη στιγμή που στεκόμουν στην πόρτα έτοιμη να του ανοίξω, ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς μου να ανέβαινουν. Δεν ήξερα αν θα κατάφερνα αυτή τη συνάντηση μέχρι τέλους.
Μπήκε μέσα με ένα ύφος καχυποψίας και επιφύλαξης. Κάθισε με το ζόρι και μιλούσε γρήγορα σαν να επρόκειτο να διεκπεραιώσει κάτι, παρά να συνομιλήσει. Για πρώτη φορά δεν χρησιμοποίησε τα τετριμμένα. Ήταν λακωνικός και απότομος. Ήθελε να βάλει το οριστικό τέλος. Δεν άκουγα από ένα σημείο και μετά. Στο τρίτο ποτήρι σηκώθηκε να φύγει. Έπρεπε να κινηθώ άμεσα. Τον έπεισα να μείνει για λίγο ακόμη. Πήγα κοντά του και του έδειξα το κασκόλ που μου είχε χαρίσει. Δεν κατάλαβε την κίνησή μου. Το έδεσα γύρω από το λαιμό του.
Μου έπιασε τον καρπό λέγοντάς μου πως δεν το ήθελε πίσω. «Μα δεν έχω σκοπό να στο επιστρέψω.» του είπα, κοιτάζοντάς τον με μάτια που έβγαζαν φλόγες, Η τρομαγμένη του έκφραση μου έδωσε θάρρος. Άρχισα να σφίγγω σφιχτά τις άκρες του κασκόλ. Αντίσταθηκε, αλλά η μανία μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να σταματήσει. Σε λίγη ώρα έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Τουλάχιστον όχι με αυτόν τον τρόπο.
Τον ξάπλωσα στο πάτωμα και πήγα στην κουζίνα να φέρω τις φόρμες. Η μία μου έσκισε λίγο χέρι. Πόνεσα στιγμιαία, αλλά χάρηκα που τελικά τις είχα λιμάρει όσο έπρεπε. Γονάτισα δίπλα του. Του έβγαλα προσεκτικά τη μπλούζα, έπιασα το μπράτσο του, το κράτησα στο δεξί μου χέρι και με το αριστερό πίεσα τη φόρμα σε σχήμα ρόμβου στο δέρμα του. Ρυάκια αίματος άρχισαν να διαγράφουν το χέρι του. Συνέχισα να μπήγω τη φόρμα σε διάφορα σημεία, δημιουργώντας ακανόνιστα σχήματα.
Κάποιια στιγμή άρχισε να δυσκολεύει. Η κολλημένη σάρκα με εμπόδιζε να την εφαρμόσω σωστά και βαθιά στο επόμενο σημείο που ήθελα. Ο εκνευρισμός μου ανέβασε την αδρεναλίνη. Είχα τελειώσει με τα χέρια αλλά άρχισα σαν μανιακή να επεκτείνομαι στο υπόλοιπο σώμα. Ώρα μετά είχα γεμίσει με αίματα και κομμάτια σκισμένης σάρκας. Το μόνο που είχε μείνει άθικτο ήταν το πρόσωπο και ο θώρακας. Αυτόν όμως τον είχα αφήσει επίτηδες για το τέλος.
Πήρα τη φόρμα σε σχήμα καρδιάς και την έμπηξα γερά στην καρδιά του. Το αίμα ξεχύθηκε σαν πήδακας γεμίζοντας το πρόσωπό μου. Η καυτή αίσθηση μου ξύπνησε ένα αίσθημα ζεστασιάς που είχα καιρό να νιώσω. Πέταξα τη φόρμα και ακούμπησα στο στέρνο του κλαίγοντας με λυγμούς.
Άρχισα να σκέφτομαι εκείνον, το γάμο του, τη γυναίκα του και έπειτα εμένα. Λυπήθηκα γι’ αυτήν, αλλά για μένα δεν με ένοιαξε. Τίποτα. Ούτε πως θα τον έβρισκαν, ούτε τι θα γινόταν μετά. Ήξερα πως όπου κι αν με έβρισκε η επόμενη μέρα και οι υπόλοιπες μετά από αυτήν, θα ήμουν όπως με θυμόμουν τα τελευταία χρόνια. Μόνη, με την ελπίδα της επιστροφής του, όχι χαμένη, αλλά πεθαμένη από δική μου αυτή τη φορά επιλογή.

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Αρχή


Με θυμάμαι να κάθομαι στα παγωμένα σκαλιά της εισόδου, να κοιτάζω τα καυτά μου χέρια και να βυθίζω το πρόσωπό μου σε αυτά. Την όμορφη αίσθηση που ένιωσα, χωρίς να έχω συναίσθηση του τι είχε συμβεί. Έκλαψα πολύ. Κάποια στιγμή πήρα μια βαθιά ανάσα και αποφάσισα πως έπρεπε να μπω στο σπίτι και να αντικρίσω την αλήθεια. Ακόμα και αν μου ήταν παραπάνω από οδυνηρή.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μα μπήκα διστακτικά σαν τον κλέφτη. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον καναπέ. Μου ήρθαν εικόνες από τα ήσυχα βράδια που τα περνούσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ. Πλησίασα στην αριστερή γωνία του. Εκεί κούρνιαζα συνήθως. Μέχρι που ερχόταν εκείνος. Με έχωνε στην αγκαλιά του και ένιωθα την ανάσα του καυτή. Μετά την ζεστή του γλώσσα να περιτρέχει το λαιμό μου και να κατεβαίνει αργά προς το στήθος. Τα χέρια του να περιεργάζονται τα δικά μου, μέχρι που έφτανε στο ύψος του αφαλού μου. Δεν είχε κουράγιο να πάει παρακάτω. Η έξαψή του άγγιζε πάντα σε εκείνο το σημείο τα όρια του. Μετατρεπόταν σε ζώο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μου έβγαζε τα ρούχα με μανία και με έπαιρνε εκεί στον καναπέ. Το πρόσωπό του ήταν χωμένο στο δικό μου και τον άκουγα να βαριανασαίνει στο αυτί μου. Μέχρι το τέλος, μέχρι τον τελευταίο και πιο βαθύ στεναγμό του.
Ξαφνικά η εικόνα θόλωσε. Με θυμήθηκα στην ίδια θέση, χωρίς εκείνον, χωρίς ένταση και χωρίς καμία ηδονή. Μόνο ένα παράπονο κάθε φορά που αργούσε και ένα πόνο για κάθε φορά που δεν ερχόταν. Και δεν ήταν ότι σταμάτησα να περιμένω. Που κουράστηκα να μην είναι εκείνος που ήταν, είναι που με ενοχλούσε.
Τον ήξερα περισσότερο από ότι νόμιζε για να μην καταλάβω την διαφορά. Δεν ήταν που ξαφνικά δούλευε πιο πολύ και έμενε μέχρι αργά στο γραφείο. Ήταν που είχε σταματήσει να με επιθυμεί. Εκεί κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχα όμως το σθένος να κάνω μια κουβέντα μαζί του. Δεν ξέρω και γω τι περίμενα τελικά. Ήταν δεδομένο πως αυτή η κατάσταση δεν θα τραβούσε για καιρό. Οι σκηνές ζηλοτυπίας από μεριάς μου είχαν γίνει καθημερινή ρουτίνα. Δεν θα άντεχε σε αυτή την πίεση για καιρό. Και δεν ήταν ότι ήθελα να τον ζορίσω, απλά δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένιωθα πως μου είχε κόψει όλες τις διεξόδους επικοινωνίας. Και έμεινα να περιμένω μία κίνηση από εκείνον για να ακολουθήσω.
Δεν άργησε να την κάνει. Είχε μέρες να φανεί από το σπίτι. Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όχι πως φοβόμουν μην τον χάσω, αυτό μπορούσα να το προβλέψω. Που θα έφευγε χωρίς εξήγηση ήταν που δεν μπορούσα να διαχειριστώ, γεμίζοντας με αναπάντητα γιατί. Και είχα αρκετά πριν τον γνωρίσω. Μα μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα προσθέσει άλλα. Και γω τον πίστεψα. Και τώρα είχα μείνει με μια κενή γωνία στον καναπέ και την σκιά του.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσες μέρες βρισκόμουν στην ίδια θέση σε άθλια κατάσταση στον καναπέ. Όταν άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα νόμισα πως έχω παραισθήσεις. Μόνο όταν τον είδα μπροστά μου βεβαιώθηκα πως δεν τα είχα χάσει τελείως. Στεκόταν εκεί με το ατσαλάκωτο κοστούμι του και με κοίταζε. Το βλέμμα του είχε ένα ίχνος λύπησης αλλά δεν είχα κουράγιο να το αντιταχθώ. «πρέπει να μιλήσουμε» μου πέταξε κοφτά, πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε ποτά και για τους δυο μας και επέστρεψε. Είχα έστω τον ελάχιστο να ανασκουμπωθώ για να τον αντιμετωπίσω.
«Έχω θέμα με τους γονείς μου.» στο άκουσμα αυτής της φράσης μπορούσα με άνεση να μαντέψω τη συνέχεια. Τον πίεζαν να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, παιδιά και να υπερασπισθεί το καλούπι που οι ίδιοι χρόνια προσπαθούσαν να του χτίσουν. Και φυσικά εγώ δεν ανταποκρινόμουν με τίποτα σε αυτό το στυλάκι. Εμένα δεν μπορούσε καν να με εμφανίσει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.
Δεν ήταν όμως αυτό που με πείραξε. Με ενόχλησε που στις δικές τους πιέσεις υπέκυψε στο δικό τους θέλω, ενώ σε ανάλογη δική μου πίεση είχε αρχίσει να τρέπεται να άτακτη φυγή. Ίσως τελικά να μην είχα επίδραση πάνω του. Προσπάθησα να δείξω πως το δέχτηκα αξιοπρεπώς, περιμένοντας να φύγει για να ξεσπάσω σε θρήνο. Μου στέρησε και αυτό το δικαίωμα. Μέσες άκρες μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, αλλά να ακολουθήσει το τρυπάκι των γονιών του. Θα παντρευόταν, θα άνοιγε το ωραίο σπιτικό του και εγώ θα έπαιρνα το ρόλο του παράνομου έρωτα. Το παρουσίασε πολύ ωραία. Λες και δεν θα άλλαζε τίποτα, παρά μόνο το ότι δεν θα κοιμόμασταν μαζί κάθε μέρα. Δεν ξέρω ποιόν προσπαθούσε να κοροϊδέψει. Εμένα ή τον εαυτό του.
Δεν μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο κι ας ήξερα πως δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ τόσο εύκολα. Έφυγε και έμεινα σε ένα έρημο σπίτι με την προοπτική του ότι θα βρισκόμαστε. Το σε ποια βάση είχε μείνει ασαφές και από τους δυο μας. Δεν τον ενόχλησα για αρκετό καιρό. Τον άφησα να με αναζητήσει εκείνος, με πολύ κλάμα διότι θεωρούσα δεδομένο πως δεν θα το έκανε. Διαψεύσθηκα. Το έκανε και αρχικά με γέμισε με μεγαλύτερη χαρά από όση μπορούσα να θυμηθώ όσον καιρό ήμασταν μαζί. Σύντομα όμως διαπίστωσα τις πραγματικές διαστάσεις των πράξεων του.
Η συζυγική ζωή είτε δεν του πήγαινε είτε δεν την ήθελε. Ερχόταν και αφού κάναμε έρωτα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος όπως πάντα, κούρνιαζε σαν γατί πλάι μου και έκλαιγε για το πόσο άσχημα περνάει. Ένιωσα ο απόλυτος κυρίαρχος. «Επιτέλους, κατάλαβε το λάθος του.» έλεγα στον εαυτό μου. Μα δεν ήταν έτσι. Με είχε βρει σαν μια διέξοδο στην δική του άσχημη κατάσταση και με χρησιμοποιούσε για πολλοστή φορά. Δυστυχώς δεν το κατάλαβα έγκαιρα. Μου πήρε καιρό να τραβήξω την κουρτίνα της αλήθειας. Μόνο όταν άρχισα να τον ρωτάω για το πώς είχε σκοπό να βγει από αυτήν την κατάσταση κατάλαβα πως δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει.
Το σκέφτηκα πολύ και καλά. Απλά περίμενα πότε θα ερχόταν από το σπίτι. Καθίσαμε και ήπιαμε το ποτάκι μας συζητώντας όπως κάναμε πάντα. «τι γίνεται με μας;» ρώτησα. «Τι εννοείς; Απλά περνάμε καλά. Όπως κάναμε πάντα.» μου απάντησε. «Και εκείνη; Θα είναι για πάντα ανάμεσά μας;» ανταπάντησα με νεύρο. «Δεν είναι ανάμεσα μας. Δεν ήταν ποτέ. άλλο εμείς.» μου είπε με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή. Δεν χρειαζόμουν να ακούσω κάτι άλλο. Κατάλαβα τι εννοούσε, όπως και το τι θα γινόταν από δω και πέρα. Αλλά δεν είχα σκοπό να παίξω αυτό το ρολάκι.
Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Τι έπαθες;» με ρώτησε. Δεν απάντησα. Άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. Τον ξάπλωσα στον καναπέ και συνέχισα να του προσφέρω μια ηδονή, που ήξερα πως την επιθυμούσε. Τον φιλούσα στο αυτί ενώ με το χέρι μου πίεζα το λαιμό του. Όταν ένιωσα ότι είχε ανάψει αρκετά σταμάτησα. Κράτησα το κεφάλι στα χέρια μου και έμεινα να τον κοιτάζω. Του έδινα έτσι τη δυνατότητα να πάρει τα ηνία. Πάντα του άρεσε άλλωστε. Μου έβγαλε τη μπλούζα και με πέταξε με δύναμη στην άλλη άκρη του καναπέ.
Λίγο πριν πέσει πάνω μου με δύναμη, του ζήτησα να πάμε στο δωμάτιο. Συμφώνησε σιωπηλά. Βρεθήκαμε στο διπλό κρεβάτι που για καιρό στέγαζε τον έρωτά μας. Αναζητήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς βιασύνη, προτάσσοντας μόνο την επιθυμία. Υπήρχε μόνο ένα πάθος συνδυασμένο με άγχος να προλάβουμε να κάνουμε όλα όσα θέλαμε. Εκείνος δεν ήξερα γιατί το είχε. Για τον εαυτό μου ήξερα πολύ καλά. Ανέβηκα πάνω του και άρχισα να τον φιλάω και να τον δαγκώνω με μανία. Τύλιξα τη ρώγα του στα δόντια μου και δεν σταμάτησα μέχρι να ματώσει. Ξαφνιάστηκε. Ποτέ δεν είχαμε ξεπεράσει τα όρια. Δεν αντέδρασε όμως. Ίσως είχε διαισθανθεί ότι αυτό ήταν το τελευταίο μας βράδυ μαζί.
Τότε έγινε πιο επιθετικός. Με ξάπλωσε ανάσκελα και μπήκε μέσα μου με βία. Ένιωθα το χέρι του να πιέζει την πλάτη μου. Μέχρι που άπλωσε και τα δυο του χέρια στην πλάτη μου και με πίεσε με δύναμη στο στρώμα καθώς τελείωνε. Μείναμε έτσι για ώρα. Εγώ όμως έπρεπε να κάνω αυτό που είχα εξαρχής στο μυαλό μου. Τον ξάπλωσα ανάσκελα και άρχισα να του φιλάω το λαιμό πηγαίνοντας προς τα κάτω. «δεν μπορώ άλλο.» μου είπε, αλλά εγώ δεν άκουγα. Ήξερα πως μπορούσα να τον καυλώσω ξανά.
Όταν ανταποκρίθηκε είχα περάσει σε άλλη διάσταση. Λικνιζόμουν επάνω στο κορμί του. Εκείνος ένιωθε την ηδονή αλλά δεν είχε τρόπο να αντιδράσει. Έγειρα τον κορμό μου στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού. Άρπαξα το ψαλίδι που είχα κρύψει κάτω από το κρεβάτι και το κράτησα μπροστά του. Πριν προλάβει να ρωτήσει το οτιδήποτε άρχισα να το καρφώνω με μανία στο κορμί του. Στο στήθος του, στα πλευρά του και τελικά στην καρδιά του. Το αίμα άρχισα να χύνεται καυτό στα σεντόνια μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Το κρατούσα κλειστό και συνέχισα να το μπήγω πάνω του. Είχε όμως ακόμη τις αισθήσεις του. «Χρήστο γιατί;» κατάφερε να ψελλίσει πριν λιποθυμήσει. «γιατί ποτέ δεν με υπερασπίστηκες ως επιλογή σου.» απάντησα κλαίγοντας.
Συνήλθα και μπήκα στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να εξαφανίσω κάθε ίχνος όχι του ότι ήταν εδώ, αλλά του ότι υπήρξε.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Για σένα και μόνο


Άνοιξα τα μάτια με μια παράξενη αίσθηση ευφορίας. Νόμιζα πως κοιμόμουν για αιώνες. Και τότε έντρομη κοίταξα το ρολόι. Το γαμημένο δεν χτύπησε. Με είχε πάρει ο ύπνος, για τα καλά. Φοβήθηκα πως δεν θα προλάβαινα. Την ώρα που έφτιαχνα τον καφέ μου ξέπσασα σε γέλια. Για πόσα πράγματα φοβόμουν τον τελευταίο καιρό; Τα περισσότερα χωρίς καν αφορμή. Απλά έτσι για να λέω πως φοβάμαι. Ο σημερινός όμως φόβος είχε αφορμή, όπως είχε και αιτία.
Με έλουζε κρύος ιδρώτας στην προοπτική να μην προλάβω να σου μιλήσω. Να σου πω όλα εκείνα που ήθελα. Ρούφηξα τον κάφε σε δυο γουλιές. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Γαμώτο. Δεν είχα καν καταλήξει στο τι θα φορόυσα. Δεν πτοήθηκα. Πήγα μηχανικά στο δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα και κοκκάλωσα. Πόσα χρόνια είχα να έρθω σε αυτό το σπίτι; Και γιατί αντί για την βαλίτσα άνοιξα την ντουλάπα; Τι νόμιζα ότι θα έβρισκα; Εκνευρίστηκα με τις σκέψεις μου. Δεν έπρεπε να τις αφησω να με εξουσιάζουν. Το έκανα με επιτυχία στο παρελθόν, αλλά είχαμε χαλάσει τις φιλικές μας σχέσεις προ πολλού.
Την έκλεισα με ορμή και βρέθηκα στη βαλίτσα μου. Ευτυχώς είχα μαζί μου ελάχιστα οπότε αυτό περιόριζε την επιλογή και συνακόλουθα και τη σκέψη μου. Ντύθηκα βιαστηκά και ξαναπήγα στην κουζίνα. Παλιότερα προσευχόμουν για ένα πρωινό μόνη μου σε αυτήν. Και τώρα που το είχα δεν άντεχα την ώρα να φύγω, μάλλον όχι να φύγω να εξαφανιστώ. Σύντομα όμως θα γινόταν και αυτό. Χρειαζόμουν απλά λίγο χρονο. Είχα σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια σκεπτόμενη τι θα σου πω. Δεν μπορούσα ξαφνικά να το πάρω αψήφιστα. Έπρεπε κάπως να προετοιμαστώ.
Μα οι λέξεις μέσα μου έμοιαζαν να βουλιάζουν. Με έπιασε φρίκη. Την προηγούμενη στιγμή πάλευαν να βγουν στο φως και τώρα δεν μπορούσα να τις βάλω σε τάξη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήθελα να σου πω. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τη μορφή σου. «Μα, δεν τα ξέρεις όλα;» σε ρώτησα και εσύ σιώπησες. Σαν να μην είχες απάντηση. Σαν να ήθελες να τα ακούσεις. Όχι για επιβεβαίωση, μα για να τα κρατήσεις τελευταία στη μνήμη σου. Και ξέρω πως δουλεύει ετούτη η κυρία. Μπορεί να σε προδώσει με τον πιο ανελέητο τρόπο. Αν της πεις κάτι μια φορα, ισχύριζεται πως δεν το άκουσε. Από την επανάληψη όμως δεν μπορεί να κρυφτεί.
Άλλωστε και εγώ γι’ αυτό είχα έρθει. Για μια επανάληψη. Εγώ να θυμήθω το παρελθόν που νοστάλγησα και εσύ να ακούσεις όλα εκείνα που έκρυβα για χρόνια. Ή καλυτερα όλα εκείνα που νόμιζα πως έκρυβα. Γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να σου κρυφτώ. Πάντα ήξερες. Πάντα καταλάβαινες. Μα σπάνια μιλούσες. Άφηνες την παρουσία σου να αιωρείται σε πράγματα και καταστάσεις. Και απλά άπλωνες το χέρι, άνοιγες την αγκαλιά σου και εγώ χανόμουν μέσα της. Σε αυτό το αίσθημα ασφάλειας που μου εξασφάλιζες.
Θυμήθηκα τότε όλες τις φορές που νόμιζα πως ΕΣΥ δεν φοβόσουν. Και τότε μου ήρθε η εικόνα από το τρεμάμενο χέρι σου μέσα στο δικό να φοβάται. Για το τώρα, το μετά, για όλα. Και γέλασα. Μήπως και συ δεν είσαι άνθρωπος; Κι όμως πολλές φορές με ξεγέλασες.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπροστά. Πάτησα τέρμα το γκάζι. Δεν είχα σκεφτεί ακόμα τι θα σου πω. Αλλά παρόλα αυτά βιαζόμουν να βρεθώ δίπλα σου. Πάρκαρα και ένιωθα τον ήλιο να μου χτενίζει το πρόσωπο. Περπάτησα προς το μέρος σου και αφέθηκα στη ζεστασιά του. Με ηρέμησε. Αρκετά μέχρι να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να σε αντιμετωπίσω.
Κάθισα πλάι σου. Άρχισα να γελάω, γιατί δεν είπα τίποτα. Καθόμουν εκεί, χωρίς να μιλάω. Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν είχα τίποτα να πω. Αλλά, δεν υπήρχε λόγος. Όλα όσα σκεφτόμουν, που δεν είχα πει ή σου είχα αποκρύψει, όλα εμπεριέχονταν σε μια λέξη που δεν τσιγκουνεύτηκα ποτέ. Ίσως είχα καιρό να στην πω. Μα από φόβο μην γίνω κουραστική.
Και τότε πάγωσε το γέλιο μου. Με πλημμύρισαν δάκρυα και σκύβοντας κοντά σου, σου ψιθύρισα «Σ’ αγαπώ».
Ακούμπησα το ζεστό μου χέρι στο παγωμένο μάρμαρο, φίλησα τη φωτογραφία σου, φόρεσα τα γυαλιά μου και έφυγα.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Αυτό για μένα

Χάνομαι σε άγνωστους δρόμους
περπατώ σε καινούριες οδούς
ξένα διαμερίσματα
ξύλινα πατώματα
ψυχρά σώματα
που δίνονται με άνεση
προσφέροντας εφήμερες
όχι όχι απολαύσεις....
στιγμές....
δεν θέλω να τις κρίνω
μα ούτε νομίζω πως μπορώ
τους φέρομαι σαν ν' ανήκουν σε άλλον
κοιμάμαι και θυμάμαι
πετιέμαι ιδρωμένη
όχι που δεν ξέχασα
μα που η μνήμη τις έντυσε οικείες

Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009

Πανσέληνος


Είναι αυτές οι νύχτες

που μια επιθυμία έχω.

Να πάρω το σκαρί μου,

αυτό που δεν θέλει κουπιά.

Του φτάνει ένα ζευγάρι φτερά....

μα τα δικά μου είναι τσακισμένα.

Γυρίζω στο κρεβάτι,

αγκαλιάζω το κενό,

όχι για να παρηγορηθώ,

μα για να σε ταυτίσω!

Και αγκάλιαζω εκείνο το όνειρο,

το ίδιο που ντύνεται εφιάλτης

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

Η κοπέλα που δεν είχε μνήμη


Του ζήτησα να με κάνει μια μικρή βόλτα πριν με οδηγήσει στον τελικό προορισμό μου. Άνοιξα ελαφρώς το παράθυρο και αφέθηκα στη δροσιά του αέρα της καλοκαιρινής νύχτας. Έπαιζα αμήχανα, σχεδόν νευρικά με τα κλειδιά που κρατούσα στα χέρια μου. Σύντομα θα είχα, αν όχι απαντήσεις, στην καλύτερη αναμνήσεις, που ήλπιζα να ξυπνήσουν. Αφέθηκα στο δερμάτινο κάθισμα και περίμενα να φθάσουμε. Κοιτάζοντας την πόλη ντυμένη στα βραδινά της δεν κατάφερα να μην σκεφτώ το πως βρισκόμουν εκεί που βρισκόμουν.
Είχα ξυπνήσει ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Έχοντας πλήρη άγνοια του που ήμουν και με εντυπωμένο το ένστικτο του φόβου, ξέσπασα σε λυγμούς. Δύο ηρεμιστικές ενέσεις, με είχαν αφήσει και πάλι στην ασφαλή αγκαλιά του Μορφέα. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Μόνο στο γαλήνιο πρόσωπο του Παύλου, που παρά την άσπρη του ποδιά για κάποιο λόγο το ένιωθα οικείο, ηρέμησα κάπως.
Και τότε άρχισαν οι ερωτήσεις. Το φόβο διαδέχθηκε η περιέργεια. Ο Παύλος όχι μόνο ως γιατρός μου, αλλά και σαν άνθρωπος ήθελε να με βοηθήσει. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχαν σύμμαχοι σε αυτόν του τον αγώνα. Τα στοιχεία που είχα επάνω μου την μέρα του ατυχήματος ήταν παραπάνω από ελλιπή και η δική μου μνήμη ανύπαρκτη. Ούτε καν ασύνδετα κομμάτια και εικόνες από κάποια ζωή περασμένη. Με είχε σώσει η καλοσύνη ενός άντρα εντελώς άγνωστου, που αν και δεν είχε καταφέρει να πάρει τις πινακίδες του αυτοκινήτου που με χτύπησε, εντούτοις είχε φροντίσει για την μεταφορά μου στο νοσοκομείο. Το μόνο που είχα ήταν μια ακατανίκητη επιθυμία να αναρρώσω για να φύγω. Ο προορισμός μου ήταν φυσικά άγνωστος, αλλά πίστευα πως το ένστικτό μου θα με οδηγούσε. Αν όχι σωστά, τουλάχιστον εκεί που όφειλα να πάω.
Κάπως έτσι κύλησαν αρκετοί μήνες. Και έφτασε η στιγμή που σωματικά είχα αναρρώσει πλήρως και δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί την παραμονή μου στο κέντρο αποκατάστασης. Στο άκουσμα αυτού από τον Παύλο τα μάτια μου άστραψαν από χαρά. ‘Έπειτα βυθίστηκα πάλι στο σκοτάδι. Να έφευγα, ναι, Αλλά να πήγαινα πού; Παρ’ όλες τις ανακοινώσεις και δημοσιοποιήσεις φωτογραφιών μου στα δελτία ειδήσεων, δεν είχαμε μέχρι τότε το παραμικρό στοιχείο, που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την ταυτότητα μου.
Έτσι, πήρα μια μικρή παράταση χρόνου και μια καινούρια ταυτότητα. Άννα με ονόμασαν. Ιδέα του Παύλου. Έλεγαν έτσι την αδερφή του. Είχε φύγει ένα βράδυ ξαφνικά δίχως μια λέξη. «Όπως έχασα μια Άννα, έτσι ξαναβρήκα μια άλλη.» έλεγε και εγώ απλά χαμογελούσα. Δεν ήταν ότι δεν μου άρεσε το όνομά, αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν μου ταίριαζε. Είχε κάνει όμως τόσα πολλά για μένα, που το θεώρησα μικρό αντάλλαγμα. Έτσι το δέχτηκα και άφησα τις τελευταίες μου μέρες εκεί να κυλήσουν ήρεμα στον απόηχο του καινούριου μου ονόματος.
Όταν ήρθε η μέρα να φύγω δεν τρόμαξα. Ο Παύλος τα είχε κανονίσει όλα. Μου είχε βρει σπίτι και δουλειά, με τα λίγα πράγματα που μου είχαν διδάξει στο κέντρο και την βαθιά πίστη πως όταν ενσωματωθώ στην κοινωνία θα επανέλθουν όλα μου τα υποτιθέμενα προσόντα.
Ήταν ένα αρκετά ζεστό πρωινό του Μαΐου όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του ιδρύματος. Μου πήρε κάποιες μέρες να μάθω να κινούμαι στην πόλη. Δεν φοβήθηκα λεπτό. Το διασκέδαζα να νιώθω επισκέπτρια σε μια πόλη, που αν είχαν δίκιο σε όσα πίστευαν, έμενα χρόνια.
Εναρμονίστηκα γρήγορα στο νέο μου περιβάλλον. Ο Παύλος με επισκέπτονταν τακτικά. Δεν μου έκανε εντύπωση που κατάλαβε γρήγορα την αλλαγή. Ίσως σε ένα βαθμό να την κατάλαβε και πριν από εμένα την ίδια. Διακριτικός όπως πάντα όμως δεν έκανε κάποια νύξη. Περίμενε να θίξω το ζήτημα μόνη μου.
Δεν είχα σκοπό να του πω τίποτα. Είχα μέρες, που πήγαινα μετά τη δουλειά βόλτα στα αξιοθέατα της πόλης, Χωνόμουν στα γραφικά σοκάκια και έκανα βόλτες μέχρι να αδειάσει το μυαλό μου. Εκείνο όμως δεν άδειαζε. Απεναντίας, έμοιαζε να του ξυπνάνε μνήμες. Γυρνούσα σπίτι με το μυαλό μου γεμάτο εικόνες από ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν μπορούσα να συνδέσω. Σκόρπια πρόσωπα και λόγια, αναμειγμένα με κάθε λογής χρώματα. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν μνήμες της περασμένης μου ζωής ή πρόσφατες εικόνες εκείνων των αγνώστων που έμενα να παρατηρώ για ώρες στις βόλτες μου.
Ούτε είχα σκοπό να αναφέρω κάτι στον Παύλο. Τα όνειρα μου όμως με πρόλαβαν. Κι ως ένα βαθμό με πρόδωσαν. Ο ύπνος μου, που τόσο καιρό μου πρόσφερε καταφύγιο ξαφνικά έγινε εχθρός μου. Ξυπνούσα ιδρωμένη, με μια έκφραση φόβου αποτυπωμένη στο πρόσωπο μου. Έβλεπα το ίδιο όνειρο για μέρες. Μορφές που είτε τις είχα συναντήσει τυχαία, είτε τις ήξερα από πριν, με επισκέπτονταν καθημερινά σε ένα έντονο κόκκινο φόντο. Και πάντα ξύπναγα με την ίδια αίσθηση τρόμου, πάντα με την ίδια μυρωδιά αίματος. Νόμιζα πως ο Παύλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει.
Δεν είχε απαντήσεις. Μόνο εικασίες. Πως μάλλον το υποσυνείδητο μου, έχοντας επιστρέψει σε καθημερινές συνθήκες προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το συνειδητό. Άρα, το μόνο που είχα στα χέρια μου, πέρα από το κουτί με τα πράγματα που είχα πάνω μου την μέρα του ατυχήματος, στην ουσία κάτι κλειδιά που δεν ήξερα καν τι ανοίγουν, ήταν η πεποίθηση του Παύλου πως σύντομα θα ανακτούσα κάποιες από τις μνήμες μου.
Φυσικά δεν μου ήταν αρκετό. Πέρασα αρκετά βράδια στην αγκαλιά του ποτού, που είχε αντικαταστήσει τον Μορφέα για να καταλήξω στο τι ήθελα να κάνω. Η αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα πολύ. Ένα βράδυ, μετά από το πολλοστό ποτό, με κυρίευσε η επιθυμία να σκαλίσω το παρελθόν μου. Γέλασα με την ειρωνεία εκείνης της στιγμής. Δεν είχα καλά καλά παρόν και ήθελα και παρελθόν. Δάκρυσα για λίγο, ώσπου σκέφτηκα το κουτί με τα πράγματα μου, που μου είχαν δώσει όταν έφυγα από το κέντρο. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Κάτι σκόρπια χαρτιά και ένα ζευγάρι κλειδιά. «Καλά ούτε κινητό δεν είχα;» αναρωτήθηκα, αλλά μετά από λίγο ζαλισμένη από το ποτό και αποθαρρημένη από αυτό που δεν είχα ανακαλύψει έπεσα για ύπνο.
Ξύπνησα αξημέρωτα από ένα ακόμη περίεργο όνειρο. Ενστικτωδώς πήγα πάλι στο κουτί. Κοίταζα τα χαρτάκια όταν ξαφνικά τα μάτια μου στυλώθηκαν σε μια κάρτα ανθοπωλείου. Στην πίσω πλευρά της κάρτας διάβασα μια διεύθυνση. Δεν ήξερα αν σήμαινε κάτι, αλλά ήξερα ότι θα το έψαχνα.
Την επόμενη πήγα όπως πάντα στη δουλειά. Μετά ακολούθησε η καθιερωμένη βόλτα. Την ακολούθησε ένα ποτό σε ένα μαγαζί που συνήθιζα να πηγαίνω από όταν άρχισαν τα όνειρα. Λίγο τα ποτά, λίγο η «ψυχανάλυση» με τον μπάρμαν, είχα πάρει την απόφαση μου.
Έτσι βρέθηκα να ατενίζω την Αθήνα τη νύχτα, καθισμένη σε ένα ταξί, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν αρκετά ευγενικός να με κάνει μια βόλτα πριν με αφήσει στον τελικό μου προορισμό.
Με άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τον καληνύχτισα και κατέβηκα. Άνοιξα την πόρτα με το κλειδί που είχα βρει στο κουτί. Περπάτησα και βρέθηκα στο ασανσέρ. Μπήκα μέσα χωρίς να ξέρω ποιόν όροφο να πατήσω. Το χέρι μου αυτόματα πάτησε το δεύτερο. Βγήκα χωρίς να ξέρω προς ποιο διαμέρισμα να κατευθυνθώ ή τι μπορεί να έβρισκα εκεί που πήγαινα. Άναψα το φως του διαδρόμου. Κινήθηκα προς την εξώπορτα που είχε μαζεμένα τα πιο πολλά διαφημιστικά. Μου φάνηκε η πιο λογική επιλογή. Αν υπήρχε οποιαδήποτε λογική εκείνη τη στιγμή.
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ταίριαξε. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν πτοήθηκα. Γύρισα το κλειδί και σε δευτερόλεπτα βρέθηκα στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ακούμπησα ασθμαίνοντας στον τοίχο. Πήρα λίγες γρήγορες ανάσες και προχώρησα στα ενδότερα. Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Σκόρπια ρούχα, έπιπλα και βιβλία. Λες και κάποιος είχε φύγει βιαστικά από κει μέσα, έπειτα από μάχη.
Στο τραπεζάκι του σαλονιού βρήκα ένα πακέτο τσιγάρα και μηχανικά άναψα ένα. Με ηδόνησε η αίσθηση του καπνού στα σωθικά μου. Είχα καπνίσει το μισό όταν βρέθηκα στην πόρτα του μπάνιου. Την έσπρωξα με το πόδι και έμεινα άφωνη. Ένα μπουρνούζι μέσα στα αίματα βρισκόταν στο κέντρο του. Το ντουλαπάκι ήταν ανοικτό και τα φάρμακα ήταν χυμένα στο πάτωμα. Πήγα να πέσω και στηρίχτηκα στην πόρτα με τα δυο μου χέρια, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου. Στην τσέπη του μπουρνουζιού γυάλιζε αστραφτερά μια λίμα. Γονάτισα και πήγα να την πιάσω, όταν παρατήρησα ότι ήταν και εκείνη βουτηγμένη στα αίματα.
Έκλεισα τα μάτια, γιατί νόμισα ότι ήθελα να κλάψω. Αντ’ αυτού, με πλημμύρισαν εικόνες. Εκείνον να ετοιμάζει τα πράγματα του για να φύγει. Εμένα με την πίστη ότι δεν μπορούσα να υπάρξω χωρίς εκείνον. Μετά την πλάτη του, ενώ έκανε να βγει από το μπάνιο. Μετά εμένα ντυμένη με το μπουρνούζι να χαζεύω τους υδρατμούς στο ντουλαπάκι. Έπειτα να το ανοίγω και να πιάνω τη λίμα. Έπειτα πάλι εκείνον με τη λίμα χωμένη στην πλάτη του και το δικό μου χέρι να την καρφώνει με μανία ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά εικόνες ανάμεικτες. Συναισθήματα ανακατεμένα.
Σηκώθηκα και έτρεξα προς την κουζίνα. Το ίδιο θέαμα είχα αντίκρισει και τότε. Μόνο που επέλεξα να το λύσω όχι μόνη, αλλά με τη βοήθεια κάποιου άγνωστου. Έτσι έτρεξα στο δρόμο και βρέθηκα στις ρόδες του πρώτου περαστικού αυτοκινήτου. Τώρα, αν ήθελα ακόμη να το κάνω έπρεπε να το κάνω μόνη, εντελώς μόνη όπως ένιωθα και ήμουν.
Ακούμπησα στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έκλαψα γοερά για ώρα. Συνέφερα τον εαυτό μου και ξαναμπήκα στο σπίτι. Έψαξα και βρήκα κάτι να πιω. Έκανα και ένα τσιγάρο. Μετά κοίταζα έξω τον δρόμο από την ασφάλεια του πάγκου της κουζίνας. Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρω. Θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ως Άννα. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να θυμηθώ πως με έλεγαν πριν, πριν που ένιωθα πως ζούσα. Ούτε τη συνέβη μετά τα αίματα, μετά που σταμάτησα να ζω.
Θα μπορούσα όμως να θέσω ένα τέλος, όπως επιχείρησα τότε, χωρίς όμως να εμπλέξω τρίτους. Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και στηρίχθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Έσπρωξα ελαφρά το δεξί μου πόδι προς τα πίσω και πήρα φόρα.
Λίγο πριν αγγίξω το έδαφος άκουσα τη φωνή του να μου φωνάζει «Έλλη όχι.» δεν ξέρω αν ήταν ανάμνηση ή αληθινή στιγμή, αλλά ξέρω πως ακούμπησα πλήρης, γνωρίζοντας ποια είμαι και γιατί.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Ευτυχία


Η ευτυχία που περιμέναμε

σαν άλλοτε

ξεθωριασμένα χρώματα

σε σπασμένα γυαλιά.

Κι αν κάποτε

αγγίξαμε το όνειρο

είναι που έτσι νομίσαμε

συνεπαρμένοι

από το γλυκό μεθύσι

εκείνης της νιότης.



Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

Μπρίτζετ

Είναι ένα από τα όμορφα ανοιξιάτικα πρωινά στο Άμστερνταμ. Είναι από τα πρωινά εκείνα, που προσπερνώ την ιεροτελεστία του πρώτου καφέ και φτιάχνοντάς τον βιαστικά, ανυπομονώ να βυθιστώ στην πολυθρόνα του γραφείου μου. Εκεί, χωμένος στις στοίβες από τα γραπτά μου, το μυαλό μου δεν χάνεται στο γκρίζο των τοίχων. Αρκεί μια ματιά έξω, ανάμεσα στο άνοιγμα από τις κουρτίνες, στη θέα των καναλιών και του ήλιου που διαγράφει πορείες επάνω τους, για να γαληνέψω. Να κλείσω τα μάτια και να σκεφτώ κάτι όμορφο.
Σκέψεις και αναμνήσεις αρχίζουν έναν αέναο χορό στο κεφάλι μου. Η θύμιση τους άλλοτε ολοκάθαρη, άλλοτε θολή. Η δική της ισχυρή και δυσάρεστα έντονη. Ακόμα και τώρα, που διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, η μορφή της μητέρας μου με εξουσιάζει ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Αν και ποτέ της δεν θέλησε να με κάνει μαμάκια, με έναν τρόπο, επωμίστηκα αυτόν τον ρόλο και τον υποστήριξα σε όλη τη διάρκεια της κοινής μας συνύπαρξης.
Κάπως έτσι βρέθηκα κοντά στα 30 μου παντρεμένος με τη Φλώρα. Ήταν γυναίκα της αρεσκείας της. Εμένα με άφηνε παγερά αδιάφορο. Το ίδιο και εκείνη, που απλά υπάκουσε στις υποταγές του πατέρα της. Τα βρήκαμε όμως. Ήταν κάτι σαν μια συμφωνία αμοιβαίας απέχθειας μεταξύ μας. Απογόνους φυσικά δεν απέδωσε. Και η αλήθεια είναι πως αν δεν το υποκινούσε η Φλώρα, εγώ δεν θα έβρισκα το θάρρος να πάρω το διαζύγιο και να στεναχωρήσω τη μητέρα.
Το ότι έπρεπε να το παίζω κατηφής και να απομακρύνω όποια γυναίκα με πλησίαζε μετά το χωρισμό μου, γιατί δεν μπορούσε να καλύψει το κενό της, ευχαριστούσε τη μητέρα, αλλά δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Τις απομάκρυνα γιατί πάντα δέσποζε στο μυαλό και τη ζωή μου, η ηρωίδα που γεννιόταν στις σελίδες μου. Όχι ότι της απέδιδα υπερφυσικά χαρακτηριστικά. Απλά την είχα τελειοποιήσει τόσο στο μυαλό μου, που καμία δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί. Και αυτές όσο τις έδιωχνα, τόσο να προσπαθούν να πλησιάσουν. Και εγώ τόσο μεγαλύτερο κενό να νιώθω, χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν έχω βρει ακόμα απάντηση σε αυτό μου το ερώτημα. Και να πει κανείς πως δεν αγαπήθηκα....
Αγαπήθηκα με πάθος, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να αγαπήσω έτσι ή τουλάχιστον έτσι το αναβιώνω μέσα στη μνήμη μου. Όμως όχι, ψέματα. Αγάπησα. Ναι, αγάπησα με πάθος. Μια ηρωίδα, της οποίας την ιστορία ενώ ολοκλήρωσα, δεν μπόρεσα ωστόσο να γίνω κάτοχος. Μαζί της είχα παθιαστεί. Πάντα δημιουργούσα χαρακτήρες επιρρεπείς στα πάθη και τη μοίρα. Μα σκληρούς. Όπως ακριβώς ήμουν και εγώ, απέναντι σε όλους, εκτός από τη μητέρα.
Εκείνη ήταν ή μάλλον έπρεπε να είναι διαφορετική. Την ήθελα να πονάει, βαθιά και ουσιαστικά. Να το ζει με όλο της το είναι και να το δείχνει. Μα πώς να το κατορθώσω, όταν ο ίδιος ήμουν ανάξιος ακόμα και να κλάψω; Είχα βουλιάξει σε μελαγχολία, που οι γύρω μου όμως την αντιλαμβάνονταν σαν επιθετικότητα και αποξένωση.
Τότε μπήκε στη ζωή μου η Μπρίτζετ. Ψηλή, λεπτοκαμωμένη και τόσο αέρινη. Ό,τι ένιωθε καθρεφτιζόταν στα μάτια της. Αυτά τα μάτια της. Σαν όχημα προορισμένο μόνο για ταξίδια, κι ας ήταν νοσταλγίας. Με πλησίασε και με άγγιξε με έναν τρόπο, που ποτέ πριν δεν είχα νιώσει. Μα ήμουν τόσο ανέτοιμος για την παρουσία της στη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί τη δέχτηκα, μα τότε θεώρησα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Λες και είχε απλώσει τον ιστό της γύρω μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Δεν ήθελα να της κάνω κακό. Είναι το μόνο πλάσμα, που αγάπησα. Το άγχος μου όμως, ο διακαής μου πόθος να ολοκληρώσω την ηρωίδα μου και η αδυναμία να γράψω, με έκαναν επιθετικό και κακό απέναντί της. Συχνά την έπιανα να κλαίει στα σκοτάδια και έπρεπε να μου το εξηγήσει για να καταλάβω πως η αιτία ήμουν εγώ.
Όχι ότι άλλαζε κάτι. Η ηρωίδα μου ήταν πάνω από όλα και η Μπρίτζετ αρεσκόταν σε μια γωνιά στο κρεβάτι μου και μια σκιά να την καλύπτει. Αθόρυβη, όπως και η ύπαρξή της. Δεν ξέρω αν τα πράγματα χειροτέρεψαν με τον καιρό. Τότε δεν το καταλάβαινα. Ξέρω πως έβλεπα στα μάτια της, να διαγράφεται ο πόνος. Βουβός και βαθύς. Και τότε σαν μια έκλαμψη, η έμπνευσή μου επανήλθε. Έγραφα σαν τρελός. Την παρατηρούσα για ώρα και έπειτα χωνόμουν στο γραφείο και έγραφα. Την κατακρεουργούσα καθημερινά και όσο και να θέλω να δικαιολογηθώ πως ήταν αθελά μου, η ευθύνη εξακολουθεί να με βαραίνει.
Μόνο όταν τελείωσε το βιβλίο συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Όταν γύρισα σπίτι ένα βράδυ και το βρήκα άδειο, με εκείνη άφαντη και το χειρόγραφό μου ανοιχτό σε μία σελίδα, με υπογραμμισμένη μια ολόκληρη παράγραφο. Ήταν το κομμάτι, που η ηρωίδα μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του πόνου. Ήταν η στιγμή που πονούσε όσο ποτέ ψυχικά και σωματικά. Σωματικά γιατί ο άνθρωπος που αγαπούσε την βασάνίζε. Της χάραζε άγρια το σώμα με το ξυραφάκι και έπειτα της το σκούπιζε απαλά με ένα βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα. Ψυχικά, για την ίδια, που τον άφηνε. Πόσο έξοχη περιγραφή. Πόσο διάχυτο το αίσθημα του πόνου και του ανήμπορου. Πόσο δική μου την ένιωθα.
Τότε μόνο κατάλαβα. Ασυνείδητα και όχι συνειδητά, όπως μέχρι σήμερα θέλω και εμμένω να πιστεύω, τις είχα ταυτίσει. Η ηρωίδα μου είχε γίνει η Μπρίτζετ ή η Μπρίτζετ είχε γίνει η ηρωίδα μου, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Και ίσως το λάθος μου να’ ταν αυτό. Μα, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Έτσι έφυγα για το Άμστερνταμ. Και παρόλο που κουβαλώ μαζί την ηρωίδα μου, που θυμίζει κάτι από την Μπρίτζετ μου, αυτή δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει τα μάτια της.