Δεν ήταν χαζή. Καιρό τώρα τα είχε καταλάβει όλα και απλά έκανε υπομονή. Θεωρούσε πως ήταν μια φάση και θα την ξεπέρναγε. Μα οι νύχτες που ο Άκης πέρναγε μακριά από το κρεβάτι τους άρχισαν να πυκνώνουν και η αντοχή της να λιγοστεύει. Έκανε κάποιες μικρές συζητήσες μήπως βρει κάποια λύση, μα μάταιος κόπος. Και τα σημάδια ότι η σχέση του με την άλλη δεν ήταν περιστασιακή γίνονταν ολοένα και πιο εμφανή.
Ένα βράδυ που η Παπαστρουμφ άργησε να γυρίσει από τη δουλειά, βρήκε το σπίτι άδειο κι ένα σημείωμα δικό του. "Θέλω να σκεφτώ. Μην με ψάξεις." στριφογύριζε στο μυαλό της αυτή η φράση και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Αποφάσισε να μιλήσει σε κάποιον ανοιχτά. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου της και περίμενε να ακούσει τη φωνή της. Μια ώρα μίλαγε με την Orestis. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε καταλήξει κάπου, όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν όμως σίγουρη ότι δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι.
Έκανε υπομονή αρκετό καιρό. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν ο Άκης, πράγμα που έγινε. Την πήρε τηλέφωνο να συναντηθούν. Του είπε να περάσει από το σπίτι. Έκλεισε το τηλέφωνο και το βλέμμα της είχε μια περίεργη θολούρα. Χαμογέλασε ειρωνικά και σκέφτηκε, αυτό που είχαν πει με την Orestis στο τηλέφωνο "Στο παιχνίδι δεν κερδίζει πάντα η τεχνική, αλλά και η ζαριά." Πήγε σπίτι και άρχισε τις ετοιμασίες.
Ο Άκης εμφανίστηκε στις 21.30 εγγλέζος όπως πάντα στα ραντεβού του. Στη θέα του στρωμένου τραπεζιού με τα κεριά χλώμιασε. "Μάλλον δεν έκανα σαφές το γιατί ήρθα." της είπε. "Όχι, όχι. Το έκανες απόλυτα σαφές, αλλά δεν υπάρχει λόγος να φύγεις σαν κλέφτης. Ας φάμε πρώτα και μαζεύεις μετά." απάντησε η Παπαστρουμφ με περίσσια ψυχραιμία. Όταν τελείωσαν το δείπνο ο Άκης προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να μαζέψουν το τραπέζι και να μεταφέρουν τα πιάτα στην κουζίνα από την τραπεζαρία. Μετά θα έπιναν ένα ποτό, καθώς θα έφτιαχνε τη βαλίτσα του και θα χώριζαν σαν δυο καλοί φίλοι.
Είχε σκύψει ελαφρά για να ακουμπήσει το πιάτο στο τραπέζι της κουζίνας. Τότε η Παπαστρουμφ πήγε πλάι του τον έπιασε από το σβέρκο και του χτύπησε το κεφάλι στα πλακάκια. Καθώς ο Άκης έγερνε προς τα πίσω το μέτωπο του ήταν γεμάτο αίματα και μια κόκκινη κηλίδα είχε αφήσει τη στάμπα της στο τετράγωνο μπεζ πλακάκι. Δεν το σκέφτηκε πολύ, τον ξαναχτύπησε με δύναμη στον τοίχο και τον άφησε αιμόφερτο να σωριαστεί στο πάτωμα.
Το αίμα έτρεχε πλέον και στο πρόσωπο του και στα πλακάκια, σχηματίζοντας δύο ρυάκια με διαφορετική πορεία, αλλά την ίδια όμορφη αίσθηση. Τον άφησε εκεί, καθώς φοβόταν πως αν τον έσερνε στο σαλόνι θα γέμιζε όλο το σπίτι.Πήγε μετά μέσα, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Άκης είχε μισοσυνέλθει και την κοίταγε. "Μα εσύ δεν καπνίζεις." είπε με φωνή που έτρεμε. "Ποτέ δεν είναι αργά." του απάντησε και άναψε ένα τσιγάρο. Εκείνος έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί και εκείη με μία κίνηση άρπαξε το καπάκι της κατσάρολας, που ήταν δίπλα της και τον χτύπησε στο κεφάλι.
Τον έβλεπε πεσμένο στο πάτωμα για αρκετή ώρα, μέχρι να ανακτήσει ξανά τις αισθήσεις του. Όταν άνοιξε τα μάτια του, του έσβησε το τσιγάρο στο μπράτσο. Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, με εκίνον που και που να συνέρχεται, εκείνη να του σβήνει τσιγάρα σε όλο το σώμα και κάπου κάπου όταν φώναζε τον χτυπούσε με το καπάκι για να μην κάνει θόρυβο. Όταν τελείωσε το πακέτο, σκέφτηκε πως έπρεπε να τελειώνει με αυτή την υπόθεση. Μα δεν είχε αποφασίσει ακόμη το πως.
Τότε το βλέμμα της έπεσε πάνω στο μίξερ. Θυμήθηκε πόσο την τρόμαζαν τα "ποδαράκια" όταν το χρησιμοποιούσε και εκεί πήρε την απόφαση. Το πήρε του έβαλε τα εξαρτήματα, το έβαλε στην πρίζα και το κράτησε σταθερά πάνω από το θώρακα του. Σε ελάχιστη ώρα, όλα έγιναν κόκκινα. Το μίξερ έβρισκε αντίσταση και δεν έμπαινε σε μεγάλο βάθος, και όταν το πίεζε εκείνη κομμάτια κρέατος πετάγονταν παντού. Όταν σταμάτησε, λόγω κούρασης, δεν ήταν σίγουρη αν ζούσε ή όχι, αλλά θα άφηνε την αιμοραγία να ολοκληρώσει το έργο της.
Πήγε στο σαλόνι και την πήρε τηλέφωνο. Σε μισή ώρα βρισκόταν στο σπίτι. Στο θέαμα της κούζινας έφριξε. "Καλά τι έκανες εδώ;" φώναξε η Orestis. "Ατσαλιά ε;" απάντησε η Παπαστρουμφ. "Ε μα ναι. Είπαμε έγκλημα πάθους, αλλά το παράκανες." είπε η Orestis. "Όχι, δεν ήταν έγκλημα πάθους, αλλά λάθους. Βλέπεις τα πάθη καταστρέφουν, ενώ τα λάθη συγχωρούνται. Και αυτός, ως λάθος, συγχωρέθηκε."