Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Εναλλακτικά Χριστούγεννα 2

"Περπάτησε αρκετά μέσα στο κρύο. Δεν ήταν παρά λίγες μέρες στην πολή και δεν ήξερε ακόμα τα στέκια. Όχι ότι είχε και πολλά. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπορστά στην πόρτα από το μπαράκι. Δεν ήταν σίγουρη πως ήταν αυτό που της είχαν πει, ήταν όμως σίγουρη πως σε αυτό θα έμπαινε. Το κρύο δεν της επέτρεπε άλλες περιπλανήσεις. Μπήκε και κάθισε στη γωνία του μπαρ και περίμενε να παραγγείλει. Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν της προξένησε εντύπωση. "Χριστούγεννα είναι, θα τα περάσουν με τους δικούς τους." σκέφτηκε, αλλά γρήγορα τη διέκοψε ο μπάρμαν, που ήρθε για παραγγελία. Δεν πήρε πόρτο αυτή τη φορά. Παρήγγειλε ένα ουίσκι με πάγο. Ο Μπάρμαν μάλλον κατάλαβε πως ήταν ξένη, αφού μόλις της έφερε το ποτό της είπε Καλά Χριστούγεννα.
Εκείνη απάντησε πως προτιμούσε το σκέτο χρόνια πολλά γιατί -για να τον προλάβει- ήταν τα γενεθλιά της. Χαμογέλασε σε αυτό. Πάντα χρησιμοποιούσε αυτή τη δικαιολογία, για όλες τις γιορτές που την έβρισκαν μόνη να τα πίνει σε κάποιο μπαρ. Εκείνος την κέρασε το δέυτερο και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ξαφνικά ένιωσε να κάθεται δίπλα της ένας τύπος που μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν στην άλλη μεριά του μαγαζιού. Ήταν έτοιμη για το τι θα έλεγε, όμως περίμενε να την ρωτήσει. Πράγματι τη ρώτησε τι έκανε εκεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως όλοι καταλάβαιναν αμέσως ότι ήταν ξένη. Της είχαν πει όμως, πως το Αβέιρο, όντας καθαρά βιομηχανική πολή δεν προσφέρεται για τουρισμό και πως ίσως τέτοιες μέρες να συναντούσε δυσκολίες από τους ντόπιους.
Η επιθυμία της όμως να πάει στην Πορτογαλία και μάλιστα σε αυτή την πόλη κοντά στην ακτή του ατλαντικού ωκεανού είχε υπερνικήσει όλες τις φοβίες. Αν και ο συγκεκριμένος ντόπιος δεν της έφερε καμία δυσκολία. Τα ήπιαν και τα είπαν σαν δυο καλά φιλαράκια. Του έκανε εντύπωση που, όπως του είπε είχε σηκωθεί ένα πρωί και είχε φύγει. Μέσα της το ετοίμαζε καιρό, αλλά όπως του είπε οι καλύτερες αποφάσεις είναι εκείνες που παίρνει η καρδιά στα ξαφνικά....."
Κάπου εκεί η Νεφέλη αποφάσισε πως η ιστορία έπαιρνε άλλη τροπή από αυτή που ήθελε να της δώσει και δεν κάθισε να την περιεργαστεί. Άφησε τα χαρτιά ανοιχτά στο γραφείο της και πήγε στην κουνιστή πολυθρόνα της. Μέσα της το πίστευε πλέον, αφού δεν είχε καταγράψει εγκαίρως όσα ήθελε να θυμάται τώρα ήταν αργά. Είχε φτάσει σχεδόν τα 90 και η μνήμη εξασθενούσε μέρα με τη μέρα. Η απόσταση που εκείνοι είχαν βάλει ανάμεσα τώρα γινόταν πραγματικότητα και για την ίδια. Παρόλο που πίστευε πως ειδικά εκείνη, την τελευταία μέρα, όχι απλά θα την θυμόταν, αλλά θα μπορούσε να την αποδώσει λεκτικά.
Δεν πτοήθηκε. Κατέληξε πως ήταν πιο σημαντικό να κρατάει μέσα της την ανάμνηση του το ότι για μία φορά, αλλά ουσιαστική, είχε αποφασίσει εκείνη να φύγει από αυτούς που αγαπούσε, αντί να περιμένει να την αφήσουν εκείνοι πρώτοι. Και ότι είχε περάσει σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής της με αυτό, της ήταν περισσότερο αν όχι αρκετό,από μια ίσως ανόητη και συναισθηματική ιστορία με όχι happy end, για μια ζωή, που η ίδια είχε επιλέξει να αφήσει πίσω της.
Γύρισε στο γραφείο κι έσκισε ό,τι είχε γράψει. "Αφού πλέον δεν υπάρχει ούτε στο μυαλό, καλύτερα να μην υπάρχει ούτε στο χαρτί. Μου φτάνει, που έζησα με αυτή την απόφαση και την υπερασπίστηκα ως το τέλος."
[Θα ήθελα πάρα πολύ να πω, πως φέτος αποφάσισα να κάνω γιορτές μακριά από αυτούς που αγαπώ.....μα υπάρχουν ενστάσεις στο αποφάσισα....αποφάσισα όμως, για λόγους που δεν μπορώ να αναφέρω, πως αποφάσισα να κάνω γιορτές με τον εαυτό μου, και αυτό είναι πιο σημαντικό και στην ουσία του, πιο ειλικρινές]
...Για σένα...που ξέρεις πως πάντα σε κουβαλάω όπου κι αν πάω όπου κι αν βρεθώ.

Εναλλακτικά Χριστούγενννα

Δεν ήταν σίγουρη τι της έφταιγε. Λίγο η μελαγχολία των γιορτών που πλησίαζαν, λίγο το δικό της μόνιμο σκοτάδι, ο συνδυασμός θανατηφόρος. Δεν το είχε προγραμματίσει. Απλά πίστευε πως τις γιορτές είναι καλό να της περνάς κοντά στους ανθρώπους που αγαπάς. Και εκείνη καθόταν προπαραμονή Χριστουγέννων μόνη της στο πάτωμα αγκαλιά με το ποτό και τα δάκρυα. "Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό. Πώς έγιναν όλα έτσι;" αναρωτήθηκε και σηκώθηκε απότομα και πήγε στον καθρέπτη.
Κοίταζε τη μορφή της, για την ακρίβεια την περιεργαζόταν με έναν τρόπο όπως ποτέ πριν. Δεν είχε καμία πρόσκληση για κανένα ρεβεγιόν, κανένας φίλος της δεν θα έμενε στην πόλη. Θα απόμενε μόνη και μάλιστα χωρίς αυτό να είναι δική της επιλογή. Της γύρισε το μάτι. "Τις γιορτές τις περνάμε με αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν....." τότε έλαμψε μέσα της η σκέψη, πως η ίδια μπορεί να αγαπούσε, αλλά τελικά ίσως να μην αγαπιόταν.
Έπεσε για ύπνο με το μυαλό θολό. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται τίποτα. Θα έλεγε τα κάλαντα όπως κάθε χρόνο για πλάκα στους φίλους της και θα προσποιούνταν πως όλα είναι κανονικά. Με αυτή τη σκέψη ξύπνησε. Έφτιαξε τον καφέ της, κάπνισε το τσιγάρο της και άρχισε να ετοιμάζεται. Κάθε χρόνο ένιωθε γελοία μετο κοστούμι του Άγιου Βασίλη, κάθε χρόνο το φορούσε. Όταν ετοιμάστηκε, κατέβηκε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Θα ξεκινούσε από το σπίτι της Τίνας.
Πάντα ήταν η πρώτη της επιλογή σε όλα. Έφτασε και της χτύπησε το κουδούνι. Αν και ήταν πρωί δεν φοβήθηκε να μην την ξυπνήσει. Θα έφευγε ταξίδι οπότε θα ήταν ξύπνια. Η Τίνα της άνοιξε, μπήκε μέσα αντί να αρχίσει το τραγούδι από την πόρτα, όπως έκανε κάθε χρόνο. Φυσικά δεν της έδινε λεφτά μετά. Έπιναν το καφεδάκι τους και πήγαιναν μαζί στους υπόλοιπους. Μα φέτος θα έπρεπε να συνεχίσει μόνη της. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ενώ χτυπούσε τη βέργα στο τρίγωνο και εκεινη την κοίταζε από τον καναπέ ενήργησε ενστικτωδώς. Την πλησίασε και αστραπιαία κάρφωσε τη βέργα στην αριστερή καρωτίδα της Τίνας. Η αιμοραγία θα την σκότωνε σύντομα.
Πήγε στην κουζίνα και έβαλε μια κούπα καφέ. Μέχρι να τον έπινε θα είχε πεθάνει. Όταν έπεσε νεκρή στο πάτωμα, τα είχε ήδη σκεφτεί όλα. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Πρόσεξε τα χέρια της. Πάντα λάτρευε τα χέρια της. "Με εσάς λοιπόν θα κάνω Χριστούγεννα." είπε στον εαυτό της ενώ της έκοβε το αριστερό χέρι. Το έβαλε σε συσκευασία δώρου και έφυγε για τον επόμενο.
Μέχρι αργά το μεσημέρι είχε πάει και είχε "πει τα κάλαντα" σε όλους τους φίλους της. Τους είχε σκοτώσει όλους και είχε κόψει και συσκευάσει το αγαπημένο της μέρος του σώματος τους. Γύρισε κουρασμένη στο σπίτι και έβαλε όλα τα δώρα κάτω από το δέντρο της. Πέρασε ήρεμα την υπόλοιπη μέρα της και το βράδυ ξάπλωσε νωρίς για να σηκωθεί επίσης νωρίς να γιορτάσει τα Χριστούγεννα.
Το πρωί ξύπνησε με μια απίστευτη γαλήνη. Ήταν Χριστούγεννα και θα τα περνούσε με όλους όσους αγαπούσε. 'Εφτιαξε τον καφέ της, άνοιξε το ράδιο, κάπνισε το πρώτο τσιγάρο και μετά αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να ανοίξει τα δώρα της. Το πρώτο κουτί περιείχε το χέρι της Τίνας. Το άνοιξε και το ακούμπησε δίπλα της. Το δέυτερο είχε το πόδι του Χρήστου, το άφησε και αυτό δίπλα της στο πάτωμα. Μετά άνοιξε τα κουτιά με τα μέλη των Άρη και Νίνας και τελευταίο είχε αφήσει το κουτί του Μάνου. Αυτό ήταν και το πιο μεγάλο, καθώς περιείχε το κεφάλι του.
Τα τοποθετησε όλα δίπλα της και σηκώθηκε., Είχε φτάσει μεσημέρι και έπρεπε να ετοιμάσει το τραπέζι. Σήμερα βέβαια θα έτρωγε στο πάτωμα. Έβαλε τα φαγητά δίπλα στα μέλη των φίλων της και γέμισε το ποτήρι της με κρασί. "Καλά Χριστούγεννα να έχουμε." είπε δυνατά, μα τώρα το πίστευε, καθώς είχε βρει τον τρόπο να περάσει τελικά αυτές τις γιορτές κοντά σε αυτούς που αγαπούσε.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Nερό

Βροχή ψιλή, αραιή
δεν μουσκεύει το χώμα,
χαϊδεύει τις μνήμες.
Βροχή κάθετη, πυκνή
υγραίνει το σώμα,
ξυπνάει τις θύμησες.
Βροχή διάγωνια, ορμητική
σαρώνει τα πάντα,
τις προκαλεί.
Με όσουςτρόπους κι αν πέφτει
παραμένει νερό....
όσους τρόπους κι αν έψαξα
ακόμα δεν ξέχασα.
[Δεν ξέρω αν φταίει η βροχή ή η μυρωδιά που παίρνει το χώμα...]

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Mελωδία για δύο


"Πότε θα μου παίξεις κάτι πριβέ;" αυτή ήταν η μόνιμη ερώτηση του Χρήστου από τότε που γνώρισε τη Νανά. Το γεγονός ότι έπαιζε χρόνια κοντραμπάσο του άναβε τη φαντασία. Τους κάποιους μήνες της σχέσης τους, η ίδια δεν το είχε προβάλει ποτέ και ουσιαστικά ότι γνώριζε εκείνος, το μάθαινε από τις διηγήσεις των φίλων της. Eκείνο βέβαια που αγνοούσε ο Χρήστος, ήταν ότι η Νανά είχε πολλές ιδιωτικές παραστάσεις, μόνο που έκεινος ποτέ δεν θα ήθελε να παρακολουθήσει κάποια.
Η αλήθεια έιναι ότι η Νανά ήταν μυστήρια κοπέλα. Όχι ιδιαίτερα ψηλή και αρκετά μικροκαμωμένη, πάντα έκανε αίσθηση με φορτωμένο στην πλάτη της το τεράστιο κοντραμπάσο της. Το μόνο πράγμα άλλωστε, που ήταν φανερό, καθώς την ζωή της, την κρατούσε σαν επτασφράγιστο μυστικό. Και ας ήταν συχνές και πολλές οι εκρήξεις να τα αποκαλύψει όλα, ειδικά στον Χρήστο, δεν τολμούσε. Και ο μόνος λόγος που το σκεφτόταν ήταν επιδή την πιέζε πολύ με την πριβέ παράσταση. Ήξερε όμως, πως αν τολμούσε να του πει, αυτό θα σήμαινε και το τέλος. Γεγονός που ήθελε να το αποφύγει, γιατί τον Χρήστο τον είχε ερωτευτεί. Φρόντιζε όμως να κατευνάζει τη δίψα της.
Πάντα ντυνόταν προκλητικά, πάντα φόρτωνε το κοντραμπάσο και έβγαινε έξω. Δεν δυσκολεύοταν να τους ψαρέψει. Λίγο η εμφάνιση, λίγο η μικρή λεπτόμερεια ότι συνήθιζε να παίζει στο σπίτι της γυμνή, τους άναβε και την ακολουθούσαν σαν πειθήνια κουτάβια. Κανείς τους δεν είχε βγει ζωντανός. Και όσο αυξάνονταν τα θύματα, τόσο μεγάλωνε η δίψα της. Ο Χρήστος της ανέτρεψε λίγο τα σχέδια. Είχε παραμείνειήρεμη για καιρό. Δεν ένιωθε ανάγκη να σκοτώσει .Όταν όμως άρχισε να την πιέζει να του παίξει, τα πράγμάτα δυσκόλεψαν. Ποτέ δεν είχε παίξει για κάποιον και αυτός να μείνει ζωντανός. Πώς να έπαινρε τέτοιο ρίσκο με το Χρήστο;
Δεν το σκεφτόταν καν. Ώσπου έφτασε η μέρα,που ένιωθε την αγάπη να την πνίγει. Τον Χρήστο πάνω της σαν βδέλλα και δεν άντεξε άλλο. Του ζήτησε να χαλαρώσει. Εκείνος ανένδοτος. Κολλημένος πάνω της, κολλημένος με την πριβέ παράσταση. Δεν κρατήθηκε πολύ η Νανά. Τον αγαπούσε πού για να τον αφήσει να φύγει, αλλά όχι αρκετά για να τον αφήσει να ζήσει. "Θα σε παρασύρω στη μουσική μου." του είπε και εκείνος τρελάθηκε από χαρά.
Το σκηνικό στήθηκε εύκολα. Κλειστά φώτα, κεριά στο τραπέζι, άδεια η γωνία του σαλονιού που θα στηνόταν το κοντραμπάσο. ο Χρήστος θα έμπαινε μέσα, αφού η Νανά θα είχε ξεκινήσει να παίζει. Έτσι έγινε. η Νανά είχε ξεκινήσει όταν μπήκε ο Χρήστος στο σαλόνι. Έμεινε αποσβολωμένος να την κοιτάζει. Το σώμα της παρέμενε άσπρο, παρόλο που γύρω της υπάρχει σκοτάδι. Το φως του κεριού, φώτιζε αμυδρά τις καμπύλες της, προκαλώντας τον να την πλησιάσει.
Δεν κρατήθηκε πολύ. Σύντομα πήρε τη θέση του κοντά της. Την ίδια θέση που έπαιρναν όλοι όσοι την έβλεπαν έτσι. Στη διάρκεια του κομματιού, εκείνη χαλάρωνε, άπλωνε το χέρι της και του χάιδευε τα μαλλιά. Εκείνος έγερνε πάνω της και αφηνόταν στη μελωδία της. Πότε, πότε της χάριζε φευγαλέα φιλιά, από φόβο μην της διασπάσει την συγκέντρωση. Μα η Νανά παρέμενε πάντα συγκεντρωμένη, στο σκοπό της. Μόνο προς το τέλος του κομματιού, έκανε μια μικρή παύση. Τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα. Τότε άρχισε να παίζει με το αριστερό της χέρι, ενώ το δεξί του κρατούσε τον ώμο. Μετά τον άφησε και έψαξε να βρει το δοξάρι της. Το δικό της δοξάρι, εκεινο που χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τη δίψα της.
Και ενώ το αριστερό συνέχιζε τη μελωδία, το δεξί κρατώντας το δοξάρι χωνόταν με μανία στο λαιμό του Χρήστου. Τα αίματα πετάγονταν παντού. Το κορμί της μετά από λίγο βάφτηκε κόκκινο. Το σώμα του Χρήστου έπεσε στο πάτωμα και εκείνη, με ελεύθερα και τα δυο της χέρια ολοκλήρωσε το κομμάτι. Δεν ήταν πια άσπρη μέσα στο σκοτάδι, ήταν η ίδια κόκκινη, δίνοντας φως στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι που χρόνια τώρα της "στερούσε" τις αγάπες της.
"Σήμερα ήταν η σειρά μου. Να σου χαρίσω εγώ μία από αυτές. Την μεγαλύτερη." Είπε και ξάπλωσε γυμνή, μέσα στα αίματα δίπλα του.
[Η έμπνευση με επισκέφτηκε τυχαία χθες, ενώ παρακολουθούσα τον Κωστή Μαραβέγια και τον κοντραμπασίστα του, που τα σπάει.]

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Σήμερα


Σήμερα, πάλι με μισώ...

ακριβώς, επειδή σε σκέφτομαι.

Σήμερα, πάλι σ' αγαπώ...

ακριβώς, επειδή σ' έχασα.

Σήμερα, πάλι είμαι εδώ...

όχι στο εκεί, που εσύ δεν θα φτάσεις ποτέ....

αλλά, στο εκεί, που εσύ δεν υπήρξες ποτέ.

[Μπερδεμένη διάθεση, περίεργα λόγια, είπα να τα μοιραστώ....μήπως και ξορκίσω τα πνεύματα....]

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

Ζωή (?)

Ζωή μοιρασμένη,
στο εδώ, στο εκεί.
Στο τότε,
που μάταια ντύνεις τώρα.
Μα, παραμένει,
στο εδώ, στο εκεί
και πότε πότε
στο αλλού....
μα πάντα μακριά.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Απομεινάρια

Τι μένει;
Το αραιό τηλέφωνο,
που έχει καιρό σιωπήσει.
Τι μένει;
Το ακουστικό,
για χρόνια κλειδώμενο στο συρτάρι.
Τι μένει;
Το μούδιασμα,
στις άκρες των δαχτύλων.
Μα δεν κρατάει η αίσθηση ,
χάνεται σε άβυσσο υγρή.
Να τι μένει.
Η κλειδαριά,
σιωπηλός μάρτυρας
σε κάθε δάκρυ.
[Αν και είχα έτοιμη την πρώτη μπλογκοφονία της σεζόν, προτίμησα αυτό. Οι λόγοι πολλοί, αλλά μη ανακοινώσιμοι.....]

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Όταν ο Μίλτος γνώρισε τη Σόνια

Ο Μίλτος πάντα έλεγε, κραύγαζε καλύτερα, ότι ήξερε πως ακριβώς ήθελε να είναι η κοπέλα που θα είχε δίπλα του. Και δεν είχε άδικο, υπήρχαν άπειρες κοπέλες που απαντούσαν στην περιγραφή, μελαχροινή, μετρίου αναστήματος, βάρος κανονικό. Όταν τον πείραζαν οι φίλοι του πως τέτοιες υπήρχαν πολλές, "Α και καλός άνθρωπος. Μην το ξεχνάμε. " συμπλήρωνε μειώνοντας κάπως τις υποψήφιες.
Η Σόνια ήταν μία κοπέλα απλή, απαλλαγμένη από κάθε είδους πάθη και τόσο ήσυχη, σε σημείο που κάποιες στιγμές την έλεγες αδιάφορη. Και σαν άνθρωπο και σαν στάση ζωής. Όταν όμως την γνώριζες λίγο καλύτερα, η καλοσύνη της σε σκλάβωνε. Φυσικά αυτό που έψαχνε ήταν ο πρίγκηπας, που θα άνοιγε την αγκαλιά του να χωθεί και να μείνε εκεί, στην καλύτερη για πάντα.
Οι δυο τους γνωρίστηκαν τυχαία και το πρώτο συμπέρασμα ήταν αδιάφορο. Με τον καιρό όμως η υπόθεση μεταξύ τους εξελίχθηκε. Λίγο η υπέρτατη καλοσύνη της Σόνιας, λίγο το στυλάκι θα σε προστατεύσω του Μίλτου, ήρθαν και έδεσαν. Το αν ερωτεύτηκαν ή όχι δεν διευκρινίστηκε ποτέ. Το ότι είχαν σωστό συγχρονισμό είναι βέβαιο. Η Σόνια μετακόμισε στο σπίτι του Μίλτου και ξεκίνησε ο κοινός τους βίος.
Υπήρχαν όλα τα συστατικά μιας σωστής και καλής σχέσης. Ζεστό φαγητό μετά τη δουλειά, καθαρά ρούχα, μια αγκαλιά στο διπλό κρεβάτι και τυποποιημένο σεξ. "Πάθος δεν υπάρχει;" τη ρωτούσαν οι φίλες της. "Το πάθος είναι ρίσκο και ξεφτίζει με τα χρόνια, η ασφάλεια παραμένει ασφάλεια με τα χρόνια." απαντούσε η Σόνια και όλες οι συζητήσεις τους τελείωναν εκεί. Εκείνη επέστρεφε στην ήρεμη συζυγική της πλέον ζωή, νιώθοντας ανακουφισμένη που ζούσε ασφαλής, απαλλαγμένη από πάθη.
Μέσα στην ηρεμία αυτή μπήκε στη ζωή της ο Άλκης. Αυτός ήταν σίγουρα πάθος από την πρώτη στιγμή, αλλά το είχε θάψει τόσο βαθιά που της πήρε λίγο καιρό να το συνειδητοποιήσει και ας σχημάτιζαν αστεράκια τα μάτια της, από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους. Ευτυχώς τα ίδια αστέρια είδε και ο Άλκης και έσπρώξε λίγο την κατάσταση στην οποία παρέσυρε και την Σόνια, η οποία είδε τις αναστολές της να εξαφανίζονται σε χρόνο μηδέν.
Φυσικά δεν μπορούσε να το παίζει για πολύ σε διπλό ταμπλό. Ειδικά η αλλαγή στην συμπεριφορά της έκανε τον Μίλτο ιδιαίτερα καχύποπτο. Έπρεπε να δώσει μία λύση και μάλιστα σύντομα. Πρώτα τα κανόνισε όλα με τον Άλκη και έπειτα θα το έθετε σε εφαρμογή. Το μόνο που ήθελε η Σόνια ήταν να γίνουν όλα ήρεμα, ήρεμα και αδιάφορα, όπως η ζωή της με τον Μίλτο.
Είχε μαγειρέψει όπως κάθε μέρα και τον περίμενε να γυρίσει από τη δουλειά. Κάθισαν και έφαγαν σιωπηλά, λες και ήξεραν και οι δύο πως το τέλος ήταν κοντά. Όταν τελείωσαν το φαγητό η Σόνια με νωχελικές κινήσει του έφτιαξε το ποτό του. Αυτή τη φορά όμως έβαλε και ένα για εκείνη. "Πώς το έπαθες; Εσύ δεν πίνεις ποτέ." ρώτησε εκείνος. "Δεν πίνω μπροστά σου....." απάντησε εκείνη και νόμιε πως είδε τους πρώτους καπνούς να βγαίνουν από το Μίλτο.
Ο καυγάς δεν άργησε να φουντώσει. Κάποια στιγμή και αφού τελείωσε το παραλήρημα του Μίλτου η Σόνια του είπε "Μην ζορίζεσαι, γιατί απλά θα επισπεύσεις τη διαδικασία." Δεν είχε άδικο. Οι φωνές του απλά τον εξάντλησαν και τον έκαναν να λιποθυμήσει πολύ πιο σύντομα. Έπεσε στο πάτωμα και ο θάνατος του ήταν ζήτημα ωρών. Η Σόνια πήγε γονάτισε δίπλα του και τον αγκάλιασε. "Καλή η ασφάλεια δε λέω, αλλά όταν δεις αστεράκια δεν υπάρχει επιστροφή καλέ μου." του ψυθίρισε και τον φίλησε στο μέτωπο.
Έφτιαξε τη βαλίτσα της και έφυγε. Πρώτα θα πήγαινε σπίτι της και έπειτα στου Άλκη. Πίστευε πως αν έμενε σε δικό της σπίτι θα μπορούσε να τα βλέπει για πάντα, ενώ στην κοινή συζυγική εστία, ίσως έσβηναν πάνω από καμία κατσαρόλα ή στο διπλό κρεβάτι του τυποποιημένου σεξ.
[Πριν λίγο καιρό ειχα πει, όχι άλλα φονικά, αλλά αυτό αφιέρωνεται σε όσους δεν συμβιβάζονται και δεν μπορούν να θάψουν αυτό το άτιμο το φονικό ένστικτο. Από δω και πέρα οι blogofonies θα εκπέμπουν κάποιες φορές μελαγχολικά στα fm.]

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

Kραγιόν

Μου είπες να σε φιλάω

χωρίς κραγιόν,

να μην αφήσω σημάδια στο κορμί....

Μα δεν μου είπες

για τον έρωτα

και μείναν τα σημάδια στην ψυχή,

ανάγλυφα,

να τ' αγγίζουν

οι άκρες των δαχτύλων,

κάθε μέρα, κάθε νύχτα,

κάθε φορά που η σκέψη,

θέλει να έρθει στο ταξίδι σου......

[Αφιερωμένο στον αέναο κύκλο της ζωής]

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Xειμώνας



Επιστρέφω εκεί,

που κάποτε είχα φτάσει,

πιστεύοντας πως έχω ξεχάσει.


Μαύρο πέπλο,

καλύπτει το σώμα

δυο χείλη κόκκινα

διαγράφονται ακόμα

παγωμένο χαμόγελο.


Τσακισμένα φτερά,

κομμένα γόνατα

πέφτω...

στα ίδια, τα ματωμένα χώματα.



[Αφιερωμένο στον Wrong guy, ελπίζοντας να ικανοποίησα την "απαίτηση" του και με την πρόκληση να μου δώσει τον πιο ειλικρινή του σχολιασμό.....γιατί είναι ιδαιτέρως περίεργη, η συγκεκριμένη ανάρτηση.]

Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Δανεικό

(στην κυρία Ρωρερκάρ)

Γεμάτη θέλγητρα γλυκιά κυρία,
θαρρείτε ότι ψέματα μιλάω
λέγοντας βλέποντάς σας πως μεθάω;
Θαρρείτε πως δεν είστε η Ηγερία

που θέλοντας, σε μία ομηρεία
δίπλα σας με κρατείτε όπου πάω;
Άλλος Νουμάς εγώ δε σας κρατάω
για οδηγό σε όποια μου πορεία;

Ποιήματα τέτοια γι άλλην θα 'χα γράψει;
Αν σεις δε μου οδηγούσατε το χέρι
τώρα να γράφει αυτό δε θα ’χε πάψει;

Και, ακριβό του πνεύματός μου ταίρι,
θ' αφήσετε τη φλόγα να με κάψει
που σεις μες' στην ψυχή μου έχετε φέρει;

Γιώργης Χολιαστός

[Άλλο ένα διαμαντάκι από τα σχόλια.]

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Σκληροί άντρες, μαλακό πλισέ

Έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη. Με την ίδια δύναμη που της είχε πει πως όλα μεταξύ τους τελείωσαν. Μπήκε βιαστικά στο αμάξι και έβαλε μπροστά. Ήθελε να πάει σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άνοιξε το ράδιο στη διαπασών, έβαλε ένα ποτό και κάθισε στον καναπέ. Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Όλα εκεί μέσα την θύμιζαν. "Καλά να πάθω. Το σπίτι μας και το σπίτι μας, έλεγα. Να το φτιάξουμε μαζί να έχει κάτι και από τους δύο...."σκεφτόταν, αλλά αμέσως έδιωξε τις κακές σκέψεις και σχημάτισε τον αριθμό του Ντίνου.
Όση ώρα η Δανάη ετοιμαζόταν για το ραντεβού μαζί του δεν μπορούσε να αποφύγει την ανάμνηση από την συνάντηση της με την Ηλέκτρα. "Κατάλαβε με. Δεν είναι απλά ότι μου αρέσει ο Ντίνος και λέω να προσπαθήσω μαζί του. Θέλω να κάνω ένα παιδί. Και εκείνος βρίσκεται ακριβώς στην ίδια φάση με μένα." της είχε πει. "Μαλακίες. Ήσουν μαζί μου από φόβο μην σε πληγώσει κανένας από αυτούς και τώρα βρέθηκε ο πρίγκηπας και απλά την κάνεις." της είχε απαντήσει κυνικά. Η Δανάη όμως την αγαπούσε την Ηλέκτρα και μάλιστα πάρα πολύ.
Ούτε η ίδια ήταν σίγουρη για το κίνητρο της μέχρι πριν λίγο καιρό. Με τον Ντίνο έβγαινε για πλάκα, κάτι που συνήθιζαν να κάνουν και οι δυο τους με διάφορους νεαρούς κατά καιρούς. Όταν ο Ντίνος όμως της εξομολογήθηκε τον έρωτα του και αφού του είχε αποκρύψει την μικρή λεπτομέρεια της ύπαρξης της Ηλέκτρας, δεν είχε περιθώρια καθυστέρησης. Αποφάσισε λοιπόν να μείνει μαζί του. Για το παιδί που ήθελε να κάνει έλεγε και στον εαυτό της και το ίδιο είπε και στην Ηλέκτρα. Όχι ότι ήταν ψέμα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και όλη η αλήθεια.
Οι πρώτοι μήνες κυλούσαν ήρεμα. Η Ηλέκτρα δεν την είχε ενοχλήσει και ο Ντίνος φαινόταν ο ιδανικός σύντροφος. Όταν άρχισαν τα νυχτερινά τηλέφωνα και τα μηνύματα δεν ανησύχησε η Δανάη. "Ας έχει και καμιά γκόμενα. Τι έγινε; Εδώ είχα εγώ." σκεφτόταν και τη σκέψη της αυτή, συμπλήρωνε η απόφαση, πως την επόμενη φορά που θα νοσταλγούσε την Ηλέκτρα, θα είχε κάθε δικαίωμα να την συναντήσει. Γι' αυτό δεν πρόσεξε την αλλαγή.
Βδομάδες μετά κατάλαβε πως ο Ντίνος δεν ήταν ο εαυτός του. Χωμένος στις σκέψεις του, μελαγχολικός και κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό του και εκείνη ήταν μπροστά εξαφανιζόταν. Επέστρεφε μετά τη συνομιλία, έβαζε ένα ποτό και σε κάθε γουλιά έβγαζε έναν αναστεναγμό. "Τι έχεις;" τον ρωτούσε. "Προβλήματα στη δουλειά." απαντούσε και έπεφτε για ύπνο. Αυτή η κατάσταση γινόταν καιρό. Εκείνος πιο απόμακρος, εκείνη ακόμα πιο μπερδεμένη.
Ένα βράδυ χτύπησε το κινητό του. Το σήκωσε και έβαλε ανοιχτή ακρόαση, ενώ έκανε νόημα στη Δανάη να μην φύγει. Ήταν ο Νίκος. Ο πρώην φίλος του. Μιλούσαν αρκετή ώρα με εκείνη σιωπηλό μάρτυρα της ερωτικής του εξομολόγησης. Δεν συγκράτησε πολλά η Δανάη από το τηλέφωνημα. "Σ' αγαπάω. Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Αυτή η σχέση με την κοπέλα είναι λάθος και το ξέρεις. Πρέπει να κάνεις κάτι να το αλλάξεις." μετά από αυτά νόμιζε πως δεν άκουγε λόγια, αλλά περίεργους ήχους. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο έμειναν να κοιτάζονται.
Κανείς δεν είχε το θάρρος να μιλήσει πρώτος. "Έπρεπε να στο είχα πει. Αλλά νόμιζα πως θα είμαι καλά μαζί σου και δεν θα το σκεφτόμουν να γυρίσω στον Νίκο." είπε ο Ντίνος σπάζοντας τη σιωπή. "Καμιά φορά η αγάπη έχει μυστήριους τρόπους. Δεν πειράζει." του απάντησε και πήγε να μαζέψει τα πράγματα της. Όταν εκείνος μπήκε στο δωμάτιο την βρήκε να κλαίει. "Για το παιδί που δεν προλάβαμε να κάνουμε." του απάντησε, μα μέσα της ήξερε πως απλά έκλαιγε για την ίδια και τον καιρό που έχασε δίπλα του. Για την Ηλέκτρα δεν του είπε τίποτα. Θεώρησε πως αν νόμιζε πως την είχε πληγώσει θα φερόταν καλύτερα στον Νίκο από δω και πέρα.
Μπήκε στο αμάξι της και άνοιξε το ντουλαπάκι. Βρήκε το κουτάκι με τα εφεδρικά κλειδιά του σπιτιού της Ηλέκτρας. Άνοιξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και μπήκε μέσα. Έβγαλε τα ρούχα της και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Κούρνιασε δίπλα στην Ηλέκτρα και έβαλε τα κλάματα. "Για σένα και τον χρόνο που έχασα νομίζοντας πως θα είμαι καλά μακριά σου." της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη γύρισε τότε το προσωπό της "Και το παιδί;"τη ρωτήσε. "Δεν πειράζει. Καλά θα είμαστε και δυο μας, ε;" της απάντησε. "Θα πάρουμε σκύλο βρε χαζούλα, μην μου στεναχωριέσαι." της είπε, τη φίλησε και αποκοιμήθηκαν.
[Αφιερωμένο στην Ιώ.....με μια μικρή καθύστερηση βέβαια και την πεποίθηση πως η ζωή τελικά βρίσκει τον δρόμο της, όσο περίεργος και αν είναι]

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2008

Ανώνυμα

ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ

(στην κυρία Ρωρερκάρ)

Πόσο ζηλεύω αυτό το κύπελλό μου

στου τραπεζιού μου που βυθάει τη σκόνη!

Μια ηρεμία μέσα του απλώνει

που έχω καιρό να δω στον εαυτό μου.


Δεν ταξιδεύει όπως το μυαλό μου

στο χαμογέλιο σου που όλα πληγώνει.

Κι η σκέψη των ματιών σου δεν το λιώνει,

ουτ’ η ιδέα του στρογγυλού σου ώμου.


Πηλός κι εγώ πηλός κι η αφεντιά του.

Μα τόσο ο πόνος μου για σε μετράει

που μπαίγνιο μ’ έχει κάνει του θανάτου.


Αυτός για σένα ο πόνος θα με φάει.

Κι αυτό το κύπελλο, ως τραβάω κάτου,

πάλι αδιάφορα θα με κοιτάει ---



Γιώργης Χολιαστός

[Είναι ένα σχόλιο, που άφησε κάποιος σε μια παλιά ανάρτηση. Σκέφτηκα ότι είναι κρίμα να μείνει εκεί, αθέατο, γι' αυτό το ανεβάζω εδώ.]

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2008

Όχι άλλα φονικά

Ήταν ένα ήρεμο πρωινό του Απριλίου. Η άνοιξη είχε δώσει για τα καλά το στίγμα της. Η Λουίζα ετοιμάστηκε όπως πάντα, κάθε Παρασκευή, και κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου. Στη διαδρομή ετοίμαζε τις τελευταίες λεπτομέρειες, για να είναι πανέτοιμη να ξεκινήσει με το που θα έφτανε. Στη διάρκεια της διαδρομής άκουγε μουσική για να χαλαρώσει και άφηνε τη σκέψη της να ταξιδέψει. Όταν έφτασε, κατέβηκε και περπάτησε στον πεζόδρομο, που σε λίγο θα γέμιζε με ανθρώπους και ήχους, με προορισμό το γνωστό σημείο.
Έπαιρνε τον καφέ της και καθόταν στο πεζούλι. Έστηνε το καβαλέτο της, άναβε ένα τσιγάρο και όταν το τελείωνε ανακάτευε τα χρώματα. Δεν είχε ποτέ συγκεκριμένο θέμα, πάντα εμπνεόταν από τη στιγμή και την άφηνε να την οδηγεί. Στην αρχή ένιωθε πως η παρουσία της ενοχλούσε. Με τον καιρό όμως γνωρίστηκε με τον κόσμο από τα διπλανά μαγαζιά, που όχι απλά την περίμεναν κάθε Παρασκευή, αλλά πολλοί ήταν πρόθυμοι να της ποζάρουν. Δεν ένιωθε πιά να ενοχλεί, αλλά να συμπληρώνει το τοπίο.
Ήταν μία τέτοια Παρασκευή όταν άλλαξε διαδρομή. Ήθελε να δώσει άλλη πορεία στην δημιουργία της. Και ξαφνικά τον είδε. Μια μελαχροινή φιγούρα που περπατούσε δίπλα της. Προσπέρασε και συνέχισε το δρόμο της. Μάταια όλο το πρωί προσπαθούσε να την αποτυπώσει στον καμβά. Το αποτέλεσμα έβγαινε θολό, ασυμπλήρωτο. Άναψε ένα τσιγάρο και ενώ το κάπνιζε χάζευε τον δρόμο και τον κόσμο που περνούσε. Και τότε τον ξαναείδε, να στέκεται στην είσοδο του καταστήματος και να την κοιτάζει.
Δεν ξαφνιάστηκε. Όλα τα πρώτα βλέμματα που έπεφταν πάνω της έμοιαζαν ίδια, να την κοιτούν περίεργα. Μα εκείνος την κοίταξε ξανά, με άλλο βλέμμα, το ίδιο που είχε από τότε κάθε Παρασκευή. Όμως το έργο της παρέμενε κενό. Μα δεν επιχείρησε να το τελειώσει. Φοβόταν να το αποτυπώσει στον καμβά. Ήθελε να το κρατήσει στη μνήμη της, μέχρι να το συνδυάσει με τον ήχο της φωνής του. Και το κράτησε για πολύ καιρό, παρόλο που χάθηκε το βλέμμα και ο ήχος δεν ερχόταν. Τόσο που πλέον είχε ξεθωριάσει κι ας είχε πείσει τον εαυτό της πως θα το ξανασυναντούσε αυτό το βλέμμα και θα το έντυνε με ήχο.
Μία Παρασκευή ξύπνησε μα δεν πήγε στο πεζούλι της. Έμεινε σπίτι και τελείωσε το σκίτσο που είχε αρχίσει τότε. Ένιωθε πως τώρα μπορούσε να το ολοκλήρωσει, δεν είχε νόημα να το κρατάει άλλο για την ίδια. Έβαλε την υπογραφή της και τον τίτλο "Παραμύθι", γιατί θεώρησε πως το παραμύθι της είχε τελείωσει. Τώρα μπορούσε να το εκθέσει σε κοινή θέα και η ετήσια έκθεση των σπουδαστών της σχολής της, ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.
Πήγε στην έκθεση την τελευταία μέρα, αργά το απόγευμα λίγο πριν κλείσει για το κοινό. Μπήκε στην αίθουσα και χάζευε τα έργα. Στάθηκε στο δικό της και το κοίταζε. Είχε καιρό να δει αυτό το βλέμμα, που την γέμιζε με ένα αίσθημα πληρότητας από τη μία, και απόλυτου κενού από την άλλη."Γιατί;" άκουσε μια φωνή, μα δεν γύρισε να δει. Ήξερε πως η φωνή ήταν δική του. "Γιατί στη δική μου ζωή τα παραμύθια δεν έχουν χαρούμενο τέλος." είπε και τότε γύρισε και τον κοίταξε. Φυλάκισε ξανά το βλέμμα του στο μυαλό της και έφυγε.
Περπάτησε αργά προς την έξοδο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μερικά βήματα. Τότε ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της και σταμάτησε. Εκείνος πήγε και στάθηκε δίπλα της. Έβαλε στην τσέπη της το ταμπελάκι με τον τίτλο του έργου της, την έπιασε από το χέρι και περπάτησαν στον έρημο πλέον δρόμο.
[Κανονικά η ιστορία τελειώνει χωρίς την τελευταία παράγραφο, αλλά τα καλοκαίρια θέλουν παραμύθια και όχι φονικά.]

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Μαθήματα κολύμβησης

Μέρες ήταν κλεισμένη στην πίσω αυλή και μαστόρευε. Είχε δώσει εντολή να μην πάει κανείςστο εξοχικό μέχρι να τελείωναν οι εργασίες.. Η Παπαστρουμφ λοιπόν είχε αναλάβει χρέη γραμματέας. "Δεν ξέρω. Από τότε που έφτιαξαν το σκέπαστρο στην αυλή έχει κλειστεί μέσα, δεν παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο και δεν αφήνει ψυχή να πλησίασει." ήταν η απάντηση που έδινε σε όλους όσους έψαχναν την Orestis.
Δεν είχε περάσει μία βδομάδα όταν ενώ η Παπαστρουμφ έπινε τον καφέ της στην κουζίνα άκουσε μια φωνή πίσω της. "Καλημέρα. Θα πιούμε καφεδάκι;" είπε η Orestis. "Καλά εξαφανίζεσαι τόσες μέρες και τώρα ήρθες σαν να μην συμβαίνει τίποτα;" ούρλιαξε η Παπαστρουμφ. "Έλα, μην μου θυμώνεις. Το Σαβατοκύριακο θα καταλάβεις γιατί." απάντησε με μυστήριο ύφος εκείνη. Η Παπαστρουμφ δεν το συνδύασε στην αρχή, αλλά κάποια στιγμή στην δουλειά αναφώνησε "Το Σαββατοκύριακο."
Έβγαινε με ένα παιδί καιρό τώρα και εκτός του ότι είχε ξεχάσει την "περίεργη" συνάντηση που κανονίζε η φιλενάδα της, δεν είχε και τον χρόνο να ασχοληθεί. Στη διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι το επεξεργάστηκε. Την είχαν πιέσει όλοι τους πάρα πολύ να τον ξεχάσει, της έλεγαν πως ο χρόνος που ήταν χώρια ήταν πάρα πολύ μεγάλος για να είναι ακόμα κολλημένη, έφταιγε όμως και εκείνος, με την εμμονή του να μείνουν φίλοι και να μην χαθούν . Και τότε θυμήθηκε τι είχε πει στην Orestis. "Αφού το θέλει ας το έχει. Άσε που με την επαφή μαζί του θα τον ξεπεράσεις πιο εύκολα. Κάποια στιγμή θα δεις πως δεν είναι τόσο τέλειος όσο έχεις πείσει τον εαυτό σου πως είναι."
Ήταν πεπεισμένη πως εκείνη έφταιγε που η Orestis ειχε κανονίσει να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί. Πήγε σπίτι αλαφιασμένη έχοντας αποφασίσει να κάνει το οτιδήποτε για να την πείσει να αναβάλει την συνάντηση. "Μην ακούω χαζά. Θα δεις που αυτό το σαββατοκύριακο θα κάνει καλό σε όλους μας." ήταν η απάντηση της Orestis.
Και ήρθε το Σάββατο και ο Άρης έφτασε στην ώρα του. Του έδειξαν το δωμάτιο του και τον άφησαν να τακτοποιηθεί. Μετά θα του έδειχνε την έκπληξη. Τον οδήγησε στην πίσω αυλή, που πλέον ήταν σκεπασμένη και στο κέντρο δέσποζε η πισίνα. "Αυτό έφτιαχνες τόσο καιρό;" ρώτησεηΠαπαστρουμφ. "Εσύ θα το δεις αργότερα. Θα σε φωνάξω." είπε εκείνη και έκλεισε την πόρτα. Του έβαλε ένα ποτό και κάθισαν στις ξαπλώστρες. "Καλά βρε θηρίο έφτιαξες και νεροτσουλήθρα;"¨ρώτησε ο Άρης. "Ναι, για να πέφτεις κατευθείαν μέσα." απάντησε η Orestis.
Μετά το τρίτο ποτό είχε ζαλιστεί αρκετά. Τον χτύπησε στο κεφάλι και τον άφησε αναίσθητο. Τον κουβαλησε και τον ξάπλωσε μπρούμυτα στην κορυφή της τσουλήθρας. Έπρεπε να περιμένει να ξυπνήσει για να τον σπρώξε και να αρχίσει η κατάβαση. Εν τω μεταξύ φώναξε και την Παπαστρουμφ, λέγοντας της να καθίσει απέναντι για να έχει καλύτερη θέα. Εκείνη στη θέα των ξυραφιών που ήταν κολλημένα σε όλο το μήκος της νεροτσουλήθρας χλώμιασε. "Orestis, τι θα κάνεις;" είπε με φωνή που έτρεμε. "Υπομονή το καλό αρχίζει σε λίγο." απάντησε.
Όταν συνήλθε ο Άρης τον κοίταξε και του είπε. "Ώρα για μπανάκι." και τον έσπρωξε. Γλυστρούσε με δυσκολία, καθώς η σάρκα του έβρισκε στα ξυράφια και ούρλιαζε από τον πόνο. Η Orestis έτρεξε γρήγορα να πάρει θέση δίπλα στην Παπαστρουμφ για να απολαύσει το θέαμα. Ήταν η πιο αργή τσουλήθρα που είχαν δει ποτέ. Το δέρμα του είχε ξεσκιστεί τελείως, ενώ το αίμα που έτρεχε έπεφτε κατευθείαν μέσα στην πισίνα, έχοντας ως μουσική υπόκρουση τις κραυγές του. Η Παπαστρουμφ ήθελε να ρωτήσει αν η πισίνα περιείχε όντως νερό, αλλά δίστασε.
Όταν βρισκόταν ελάχιστα εκατοστά από το να πέσει μέσα ο Άρης, η Orestis την κοίταξε και της είπε. "Τώρα είναι το καλύτερο κομμάτι." και χαμογέλασε. Το σώμα έσκασε μέσα στην πισίνα, την οποία είχε γεμίσει με οινόπνευμα και τα ουρλιαχτά του ήταν τόσο έντονα, που η Παπαστρουμφ νόμιζε ότι θα της έσπαγαν τα τύμπανα. Μετά από λίγη ώρα σώπασε. "Λιποθύμησε από τον πόνο. Όμως η αιμορραγία θα ολοκληρώσει το έργο και θα τον σκοτώσει. Οπότε μπορόυμε να πάμε να συνεχίσουμε το ποτό μας." είπε ήρεμα η Orestis.
H Παπαστρουμφ την ακολούθησε με νωχελικές κινήσεις, αμίλητη. Μόνο όταν ήταν στο πολλοστό ποτό βρήκε το θάρρος να την ρωτήσει. "Γιατί;" και εκείνη κοιτάζοντας την είπε: "Γιατί το οινόπνευμα θεραπεύει όλες τις πληγές. Και εκείνες που φαίνονται και εκείνες που δεν φαίνονται. Το μόνο κακό είναι ότι στην δική του περίπτωση χρειάστηκε λίγη ποσότητα παραπάνω."

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Κρουαζιέρα θα σε πάω

Η κόρνα ακούστηκε για τρίτη συνεχόμενη φορά. "Μάλλον επικρατεί εκνευρισμός. Πρέπει να βιαστώ." μονολόγησεη Orestis και βγληκε στο μπαλκόνι να ειδοποιήσει ότι κατέβαινε. "Αν δεν κατέβεις σε 5 λεπτά θα φύγω μόνη μου." ούρλιαξε η Παπαστρουμφ από τη θέση του οδηγού. Η Orestis κατέβηκε ανέμελη και αέρινη και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, αφού πέταξε τη βαλίτσα της στο πίσω κάθισμα. ¨Νευράκια; Διακοπές πάμε και μάλιστα όχι όπως το είχα φανταστεί, οπότε χαλάρωσε." της είπε και έδεσε τη ζώνη της.
"Πώς να χαλαρώσω όταν αργείς τόσο πολύ; Αν βρούμε κίνηση; Μπορεί να χάσουμε το πλοίο. Αλλά εσύ ήθελες κάτι πιο περιπετειώδες γι' αυτό δεν σε νοιάζει." απάντησε εκεινη. Η Orestis άναψε ένα τσιγάρο και έσκασε σε γέλια. 'Ηταν της άποψης πως ο τελευταίος που θα μπει με το αυτοκίνητο στο καράβι, βγαίνει πρώτος, δεν πολυτρελαινόταν κίολας, οπότε δεν συμμεριζόταν την αγωνία της φίλης της. Έφτασαν και αφού πάρκαραν στο γαράζ ανέβηκαν στο κατάστρωμα. βρήκαν 2 θέσεις και περίμεναν να ξεκινήσει το ταξίδι. Κάποια στιγμή η Παπαστρουμφ γύρισε από την τουαλέτα αλαφιασμένη. "Τι έπαθες;" την ρώτησε η Orestis.
"Άκουσα να λένε πως θα έχει πολλά μποφόρ και πως κακώς ο πλοίαρχος πήρε την ευθύνη για τον απόπλου. Κανονικά θα έπρεπε να περιμέναμε να πέσουν οι άνεμοι." είπε με μια ανάσα εκείνη. "Έλα υπερβολές." της απάντησε ατάραχη. Το ταξίδι κυλούσε ήρεμα για κάποιες ώρες, με ένα ελαφρό αεράκι. Κάποια στιγμή όμως η θάλασσα φουρτούνιασε πολύ. Ο πλοίαρχος ανακοίνωσε πως καλό θα ήταν να μπουν όλοι μέσα. Το καράβι κουνούσε πολύ. Οι περισσότεροι έπεφταν ζαλισμένοι σαν κοτόπουλα. Η Orestis μετά από κάποια ώρα άρχισε να βρίζει τον πλοίαρχο. Η Παπαστρουμφ την κοίταζε αμήχανη και αμίλητη. "Καλά τι σου φταίει ο πλοίαρχος παιδί μου;" την ρώτησε. "Είμαι σίγουρη πως δεν το πάει καλά. Άσε που άλλαξε πορεία. Στρίψαμε δεν το κατάλαβες;" απάντησε. "Ίσως πήρε εντολή να δέσει σε κάποιο κοντινό λιμάνι λόγω καιρού." συμπλήρωσε η Παπαστρουμφ.
Η Orestis όμως είχε πεισθεί πως ούτε καλά πήγαινε το καρ'αβι ούτε στο σωστό προορισμό. Και σίγουρα δεν είχε σκοπό να το αφήσει έτσι. Σκέφτηκε για λίγη ώρα κι μετά είπε στην Παπαστρουμφ το σχέδιο. "Είσαι τρελή." της φώναξε εκείνη, αλλά αμέσως την ακολούθησε. Περίμεναν διακριτικά έξω από την καμπίνα τον πλοίαρχο. Όταν μπήκε μέσα περίμεναν για λίγο και χτύπησαν την πόρτα. Μπήκαν μέσα με ύφος περίλυπο και ανήσυχο δήθεν για να ρωτήσουν γι την πορεία του ταξιδιού. Ο Πλοίαρχος τους είπε πως δεν μπόρει να δώσει λεπτομερείς απαντήσεις, αλλά πως όλα ήταν καλά και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Με το που γύρισε την πλάτη του για να πιάσει τον αναπτήρα του, η Orestis άρπαξε τον χαρτοκόπτη που υπήρχε πάνω στο γραφέιο του και του τον έχωσε στην πλάτη.
Η Παπαστρουμφ σχεδόν ταυτόχρονα τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα αρχαιοελληνικό άγαλμα που κοσμούσε το τραπεζάκι δίπλα από το γραφείο για να μην ακουστούν οι κραυγές από το μαχάίρωμα. "Και τώρα τι κάνουμε;" ρώτησε την Orestis. "Θα δώσουμε τροφή στα ψάρια." απάντησε γελώντας. Τον τύλιξαν με ένα σεντόνι και προσεχτικά βγήκαν στο κατάστρωμα. Τον ακούμπησαν όρθιο στα κάγκελα και τον έγειραν προς τη μεριά της θάλασσας. Τον χτύπησαν ελαφρά στην πλάτη και σπλατς έπεσε μέσα.
Τα κύματα της θάλασσας έκανα αρκετό θόρυβο για να μην γίνουν αντιληπτές από κανέναν. Μετά πήγαν αμέσως στο δωμάτιο που βρισκόταν το πηδάλιο και αφού αναισθητοποίησαν και ακινητοποίησαν τους 2 ναυτικούς που βρίσκονταν μέσα, κλείδωσαν την πόρτα. "Ωραία. Τώρα τι γίνεται;" είπε λαχανιασμένη και φοβισμένη η Παπαστρουμφ. "Τώρα κρουαζιέρα θα σε πάω. Μα όχι Μύκονο και Σαντορίνη. Ωωωωωω. Με δικό μας το πλοίο πάμε όπου θέλουμε." είπε τραγουδιστά η Orestis.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

Συνήθεια

Ξύπνησε νωρίς το πρωί και απόλαυσε τον καφέ της, όπως συνήθιζε τα πρωινά που δεν δούλευε. Έπειτα οργάνωσε την μέρα της, έχοντας βέβαια πάντα στο μυαλό της ότι είχε έρθει εκείνη η μέρα. Είχε όμως αποφασίσει να μην την αγχώσει η σκέψη του "φονικού", πράγμα εύκολο αφού η λέξη "τίποτα" περιπλανιόταν μέρες τώρα μέσα της. Ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Θα πήγαινε μια μεγάλη βόλτα. Οι περίπατοι της έκαναν καλό και τη βοηθούσαν να λειτουργήσει.
Μετά από αρκετό περπάτημα κάθισε σε ένα παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο. "Τίποτα. Δεν έχω κίνητρο. Αυτό μου λείπει σήμερα." σκέφτηκε και αμέσως ξέσπασε σε γέλια. Θυμήθηκε πόσες φορές είχε σκοτώσει κάποιον για πλάκα, αλλά την ίδια στιγμή το χαμόγελο χάθηκε. Δεν είχε ούτε για κάτι τετόιο διάθεση αυτή τη μέρα. Δεν πτοήθηκε όμως. Συνέχισε τη βόλτα και γύρισε σπίτι. Στο καταφύγιο της σίγουρα θα έβρισκε τη λύση.
Άνοιξε το blog της και έπειτα πήγε στην κουζίνα. Έφτιαξε ένα ποτό και επέστρεψε στην δερμάτινη, αναπαυτική πολυθρόνα της. Ξεκίνησε να γράφει, πιστεύοντας ότι η έμπνευση θα την ακολουθούσε όπως όλες τις άλλες φορές. Μα η σελίδα παρέμενε λευκή. Τότε σκέφτηκε να κάνει ότι οι αναγνώστες της και άρχισε να διαβάζει τις παλιές της ιστορίες. Κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ. Ό,τι έγραφε το πέρναγε στη σφαίρα του παρελθόντος και το άφηνε εκεί. Ενώ διάβαζε σκεφτόταν την διαδικασία της κάθε ιστορίας.
Πρώτα έβρισκε το θύμα της, αν και κάποιες φορές την έβρισκε εκείνο. Μετά έστηνε το σκηνικό της. Τις περισσότερες φορές το έκανε για πλάκα και το αποτέλεσμα έβγαινε αστείο. Τις πιο ουσιώδεις όμως ιστορίες τις έγραφε για εκτόνωση και το αποτέλεσμα ήταν φρικαλέο. "Πόσο θυμό μπορεί να κρύβεις;" την είχε ρωτήσε η Ιώ. "Τουλάχιστον έτσι τον εκτονώνω." της είχε απαντήσει η Orestis, που τότε πίστευε πως αυτό αρκούσε. Το έβγαζε από μέσα της και συνέχιζε. Αυτή τη διαδικασία ακολουθούσε κάθε φορά, σε τέτοιο βαθμό που κάποιες στιγμές της φαινόταν σαν ιεροτελεστία.
Εκείνη τη μέρα όμως ένιωθε πως δεν είχε κάτι να εκτονώσει. Ούτε νεύρα, ούτε θυμό, μόνο το τίποτα, που γυρόφερνε στο μυαλό της, της είχε μείνει. Έφτιαξε ένα δεύτερο ποτό, άναψε κι ένα τσιγάρο ακόμα και συνέχισε την ανάγνωση. Στην τελευταία ιστορία είχε βγάλει το πόρισμα. Θα ξεκινούσε να γράφει και σε λίγη ώρα θα το είχε έτοιμο. Θα έβρισκε κάποιο θύμα, κάποια γελοία αφορμή και θα το σκότωνε. Όμως τότε δεν θα υπήρχε πλέον καμία ιεροτελεστία. Μόνο η συνήθεια μιας επιτυχήμενης συνταγής, που καιρό τώρα ακολουθούσε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε στη διαχείριση του ιστολογίου της, στην επιλογή διαγραφή. "Ιδού το κίνητρο μου. Τίποτα." σκέφτηκε και πάτησε το κυμπί για να διαγράψει το blog. "Είναι η μοναδική φορά που δεν χρειάστηκε να γράψω για να σκοτώσω. Ευτυχώς η συνήθεια πεθαίνει εύκολα." μονολόγησε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της.

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

Για σένα

Αλλού εσύ
αλλού εγώ
σε βλέπω να απομακρύνεσαι.
Σε ξανασυναντώ
σε διαδρόμους σκοτεινούς,
μα ανάβει ένα φως αμυδρό
κοιτώ τη σκιά σου
να χάνεται.
Βγαίνω σε αυτό φως
μα έχεις φύγει.
Και εγώ δεν κλαίω που σε έχασα,
που τελικά δεν σε ειχα ποτέ
αυτό είναι που πονάει...
πιο βαθιά
πιο πολύ.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Περιποίηση κατ' οίκον

"Έλα. Με πήρε ο Γρηγόρης και μου είπε να βγούμε. Τέλειο; Οπότε ετοιμάσου. Έχεις δουλειά." ακούστηκε μέσα στην τρελή χαρά η φωνή της Mad2luv. H Orestis είχε πλήρη επίγνωση του τι θα επακολοθούσε. Θα πήγαινε σπίτι της από την προηγούμενη και θα έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες. Δεν είχε πάντα διάθεση, αλλά η Mad2luv της την έφτιαχνε. Όποτε κάποια από τις δυο τους είχε γκομενοδουλειά, γινόταν οικογενειακή υπόθεση.
Μαζεύονταν στο σπίτι της Orestis και ετοιμάζονταν με τις ώρες. Βέβαια, αυτόν τον Γρηγόρη δεν τον είχε συμπαθήσει με αυτά τα λίγα που ήξερε. Ήταν όμως επιλογή της φίλης της και έπρεπε να τη βοηθήσει. Η Mad2luv όντως πήγε από την προηγούμενη στο σπίτι της φιλενάδας της. Όλο το βράδυ πέρασε με το να περιγράφει τον Γρηγόρη και τι ακριβώς γινόταν μεταξύ τους. Στο τρίτο ποτό η Οrestis είχε βγάλει συμπέρασμα. "Ο τύπος είναι βλάκας και άδικα ασχολείσαι." είπε κοφτά, αλλά η Mad2luv τον έβλεπε θεό και αντέδρασε άσχημα.
Η Orestis της ζήτησε συγγνώμη, την αγκάλιασε και της είπε πως αύριο θα της έκανε την καλύτερη περιποίηση ever. Έτσι και έγινε. Ξύπνησαν το πρωί, της ετοίμασε πρωινό και μέχρι το μεσημέρι αποφάσιζαν τα ρούχα που θα έβαζε στο βραδινό ραντεβού. "Ώρα για να ολοκληρώσουμε το σύνολο." είπε η Οrestis κατά το απογευματάκι και οδήγησε την Mad2luv στο πίσω σαλόνι. Την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα του μικροβιολόγου που δέσποζε στο κέντρο του δωματίου. "Πάντα εκκεντρική." είπε χαμογελαστή η Mad2luv και κάθισε. Η Οrestis πήρε το μικρό σκαμπό και πήγε δίπλα της.
Της πήρε το χέρι και το έδεσε στο μπράτσο της καρέκλας. "Για σταθερότητα." απάντησε όταν εκείνη την κοίταξε περίεργα. Όσο κοίταγε τα χρώματα των μανό η Orestis πήρε την πένσα και της έκοψε τον αντίχειρα. Η Mad2luv έβγαλε μια απίστευτη κραυγή και λιποθύμησε. "Πως κάνεις έτσι; Στο Prisonbreak του έκοψαν δύο." μονολόγησε η Orestis και συνέχισε να κόβει δάχτυλα. Ήταν ένας τρόπος να βγει και από το δίλλημα του μανό, αλλά ήταν σίγουρη πως η φιλενάδα της δεν θα το έβλεπε έτσι.
Κάποια στιγμή συνήλθε και είδε την Orestis από πάνω της κραδαίνοντας το πιστολάκι. "Δεν είναι ωραίες οι μπούκλες ε; Τα ήθελες ίσια...." και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, έχωσε με μανία τη φισούνα στο αριστερό μάτι της Mad2luv. Το άλλο αποφάσισε να μην το πειράξει. Αφού θαύμασε για λίγο το θέαμα πέρασε στην τελική φάση του σχεδίου. Πήρε την ξύστρα που χρησιμοποιούσε για τις εμαγέ εστίες της κουζίνας της και άρχισε μια ριζική απολέπιση στην Mad2luv. Όταν τελείωσε μαζί της το αποτέλεσμα ήταν φριχτό. H Μad2luv είχε μετατραπεί σε μία άμορφη μάζα γεμάτη αίματα.
"Το μόνο που μένει είναι να σε τυλίξω με γάζες και ο Γρηγόρης θα σε λατρέψει. Αιγυπτιολόγος δεν είπες ότι είναι ή κατάλαβα λάθος;" είπε η Orestis και έψαξε την τσάντα της να βρει την κάρτα του. Στη θέα της λέξης γυναικολόγος και κοιτώντας την μάζα της Mad2luv, που με τίποτα δεν θύμιζε πλέον γυναίκα έσκασε στα γέλια.

Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Πήγαινες γυρεύοντας

Δεν την τρόμαζε η μοναξιά. Ούτε οι χωρισμοί. Την ενοχλούσε όταν έφτανε σε εκείνο το σημείο, που τους ήθελε πίσω. Αν ήταν τυχεροί δεν γύρναγαν, αν ήταν άτυχοι επέστρεφαν. Και στην πλειοψηφία τους είχαν σταθεί άτυχοι. Μαζί του όμως δεν έφτασε ποτέ σε αυτό το σημείο. Το μόνο που νοσταλγούσε ήταν η εκτόνωση που ένιωθε μετά από τους καυγάδες τους. Ειδικά όταν ο Μπάμπης χρησιμοποιούσε την αγαπημένη του φράση "Εγώ είμαι ο άντρας του σπιτιού", συνοδευόμενη από τις αντίστοιχες απαιτήσεις για καθαρά πουκάμισα και παντελόνια.
Είχε αποφασίσει όμως πως δεν θα έκανε κάτι. "Εσύ θα μείνεις άπραγη; Οrestis δεν σε αναγνωρίζω." έλεγε η Παπαστρουμφ. "Θα πράξω, όταν έρθει η ώρα." απαντούσε. Δεν ήταν σίγουρη πως η Παπαστρουμφ καταλάβαινε, αλλά δεν έμπαινε στον κοπό να της το αναλύσει. Η ίδια ήξερε πολύ καλά και αυτό αρκούσε. Όπως της αρκούσε και ο άφθονος χρόνος που της έδωσε ο Μπαμπης πριν την επανεμφάνιση του.
Ένα βράδυ γύρισε σπίτι μετά από έξοδο και ανοίγοντας την πόρτα βρέθηκε προ εκπλήξεως. "Τι κάνεις εδώ;" ρώτησε έξαλλη τον Μπάμπη. "Ήρθα να πάρω κάτι τελευταία πράγματα μου." απάντησε ανετότατος. "Κάλα μπήκες σπίτι μου έτσι απλά; Χωρίς καν να με ενημερώσεις;" ούρλιαξε. "Ήρεμησε. Είναι η τελευταία φορά που έρχομαι. Θα σου αφήσω και τα κλειδιά επί τη ευκαιρία." είπε συνεχίζοντας στον ίδιο ήρεμο τόνο. "Να είσαι σίγουρος πως είναι η τελευταία, η τελευταία σου." σκεφτόταν πηγαίνοντας προς την κουζίνα.
Γύρισε κρατώντας το τηγάνι και μια γρήγορη κίνηση του το κατέβασε στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Τον έσυρε και τον ανέβασε στο κρεβάτι. Τον φίμωσε, τον έδεσε και ήταν πανέτοιμη να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που έστηνε καιρό στο μυαλό της. Περίμενε απλά να ξυπνήσει. Όταν άνοιξε ο Μπάμπης τα μάτια του την είδε ακριβώς μπροστά του, κρατώντας το κουζινομάχαιρο. "Πρώτα θα δούμε αν είναι καλά σιδερωμένες οι πιέτες από το παντελόνι σου." είπε και άγγιξε με την άκρη του μαχαιριού την αρχή της πιέτας και με δύναμη το κατέβασε μέχρι τον αστράγαλο του, σκίζοντας το και γεμίζοντας τα πάντα με αίμα. Το πρόσωπο του πήρε έκφραση πόνου. Συνέχισε κάνοντας το ίδιο και στις υπόλοιπες πιέτες, μπήγοντας κάθε φορά όλο και πιο βαθιά στο δέρμα του Μπάμπη και μονολόγοντας.
Εκείνος λιποθύμησε και εκείνη έβαλε το σίδερο στην πρίζα και περίμενε να συνέλθει ξανά. Συνήλθε, αλλά δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ακριβώς τι γινόταν. Η Orestis πήγε κοντά με το σίδερο στο χέρι. "Το πουκάμισο έγινε χάλια. Θα στο φτιάξω αμέσως." είπε και άρχισε να τον σιδερώνει. Σταμάτησε όταν το σίδερο γέμισε από ένα μείγμα της σάρκας του και του υφάσματος του πουκαμίσου. Είχε έρθει η ώρα για την τελική φάση του σχεδίο. Πήγε στο σαλόνι και πήρε το τηγάνι από το πάτωμα. Άρχισε να τον χτυπάει στο πρόσωπο μέχρι που το πολτοποίησε.
Τον κοίταζε για ώρα όπως ήταν ξαπλωμένος, ήρεμος και άπραγος μέσα στα αίματα. Μια μάζα που δεν θύμιζε σε τίποτα τον σκληρό Μπάμπη, που περίμενε αγέρωχος στο σπίτι. "Ελπίζω να κατάλαβες, αν και κάπως αργά, πως κάποια πράγματα είναι καθαρά γυναικεία υπόθεση. Και η καλή νοικυρά δεν είναι δούλα και κυρά. Είναι σκύλα και κυρά."
[Αφιερώνεται εξαιρετικά στην Ιώ, θα καταλάβει γιατί....και σου χρωστάω και ένα ακόμα....σύντομα όμως.]

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Ανώνυμα

Μπήκε στο σπίτι λαχανιασμένη από το τρέξιμο. Πήρε μια ανάσα, έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο γραφείο. Δεν της πήρε πολλή ώρα να σχεδιάσει το πλάνο. Εξάλλου μέσα της είχε από καιρό αποφασίσει τι και πως. Έγραψε και ένα γράμμα, που εξηγούσε τα πάντα. Δεν ήθελε να αφήσει εκρεμμότητες, ούτε αναπάντητα γιατί. Ήξερε καλύτερα από όλους, πως αυτά σε κυνηγούν μέχρι ή να σε εξαφανίσουν ή να τα απαντήσεις.
Ξάπλωσε με ένα περίεργο αίσθημα ευφορίας και πληρότητας. Μιας πληρότητας που δεν ήταν, αλλά σύντομα θα γινόταν δική της. Το πρωινό τη βρήκε με σκέψη χαμένη και βλέμμα θολό. Ήπιε τον καφέ της και ξεκίνησε. Έφτασε στην ώρα της και έκανε τις τελευταίες ετοιμασίες, ενώ εκείνη την κοιτούσε. Έκλεισε τις βαλίτσες, της φόρεσε το παλτό και την έβαλε στο αυτοκίνητο. Η διαδρομή ήταν σύντομη. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, εκείνη ήταν αρκετά κουρασμένη. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι.
Όταν βεβαιώθηκε πως αποκοιμήθηκε, πήρε το μαξιλάρι και έσκυψε από πάνω της. Δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου. Όταν το απομάκρυνε από το πρόσωπο της, έμεινε και την κοίταζε. Παρέμενε όμορφη, όμορφη μα χλωμή και κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά της ξέσπασε σε λυγμούς. Σηκώθηκε γρήγορα. Δεν ήθελε οι συναισθηματισμοί να την μπλοκάρουν. Πήγε στο μπάνιο και έφερε τα απαραίτητα σύνεργα. Άνοιξε το νεσεσέρ και την έβαψε, όπως ακριβώς συνήθιζε να βάφεται και εκείνη, κοκέτα καθώς ήταν.
Έπειτα έβγαλε τα ρούχα της από τη βαλίτσα, την έντυσε και αφού της χτένισε τα μαλλιά, την άφησε στο κρεβάτι. Ήθελε φεύγοντας να της μείνει αυτή η αίσθηση. Πως απλά κοιμόταν. Πως ποτέ δεν υπέφερε. Πως απλά την πήρε ο ύπνος, όμορφη, με τα ρούχα της, όπως όταν γύρναγε πτώμα από τη δουλειά. Στάθηκε στην πόρτα, άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο μέσα. Προχωρούσε στο δρόμο κοιτώντας το σπίτι να φλέγεται. Χαμογέλασε σκεπτόμενη πως αυτή η αίσθηση, δεν θα γίνει στάχτες, αυτή η αίσθηση, πως απλά κοιμόταν, θα την συντρόφευε για πάντα, όχι απαντώντας, αλλά εξαφανίζοντας τα γιατί.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Αυτόγραφα

Στο παιχνίδι με κάλεσαν και η Ινδιάννα και ο Ηφαιστίωνας. Άργησα, αλλά τα κατάφερα. Σε μια προσπάθεια λοιπόν πορτραίτου- γελοιογραφίας λοιπόν, σας αφήνω το στίγμα μου...και τα συμπεράσματα δικά σας!


Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Και αφού πρέπει να καλέσω 5, θα "αγγαρέψω" τους Mr. Wrong guy, Diage, Koykos, Fishbait και Phoebus. Αν έχετε ξαναπαίξει..σκασίλα μου, να ξαναπαίξετε.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Τρίτη και 13 ξανά

Πάντα την άγχωνε αυτή η μέρα. Όταν το ημερολόγιο έδειχνε Τρίτη και 13, κάτι πάθαινε. Ήθελε να μείνει χωμένη κάτω από τα σκεπάσματα και να αφήσει την ημέρα να κυλήσει. Έτσι θα έκανε και σήμερα και όντως κάτι θα κυλούσε.
Σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι και έφτιαξε τον καφέ της. Έκανε το καθιερωμένο τσιγάρο και ετοιμάστηκε. Ο αέρας της φάνηκε περίεργος. "Αυτή η άθλια μέρα θα φταίει." σκέφτηκε η Οrestis και συνέχισε το δρόμο της. Στη διαδρομή προς τη δουλειά χάζευε τα σπίτια και τους ανθρώπους. Και συνεχώς σκεφτόταν τι περίεργο θα συνέβαινε. Πάντα το περίμενε. Πάντα συνέβαινε.
Έφευγε για το σπίτι χώρις να έχει κανονίσει κάτι για μετά. Δεν αγχωνόταν όμως. Όλο και κάτι θα παιζόταν το βράδυ. Είχε ήδη νυχτώσει όταν έφτανε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν είχε δει τη σκιά. Ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και να τη σπρώχνει βίαια μέσα στο κτίριο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Μόνο όταν η σκιά την άφησε να δει το πρόσωπο της ηρέμησε.
Ήταν ο Apsoy. "Με τρόμαξες ρε." φώναξε εκνευρισμένη. "Και καλά έκανα." απάντησε εκείνος με ήρεμη φωνή. Ανέβηκαν πάνω και μπήκαν στο διαμέρισμα. Εκείνος ανέλαβε το μουσικό κομμάτι και εκείνη τα ποτά. Άρχισαν να μιλάνε, αλλά κάτι ήταν διαφορετικό. Είχε ένα περίεργο βλέμμα. Έμοιαζε λες και ήρθε έρθει αποφασισμένος για κάτι. Στο δεύτερο ποτό δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε. "Τι έχεις εσύ; Φαίνεσαι περίεργος. Το άγχος του στρατού;" αλλά δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση.
Το μπαμ ταίριαξε πλήρως με τα φωνητικά της τραγουδίστριας στο κομμάτι που έπαιζε. Η Orestis έπεσε αναίσθητη και αιμόφερτη στον καναπέ. Η σφαίρα την είχε βρει στο στήθος. Ο Apsoy πήγε δίπλα της και την αγκάλιασε. Όταν συνήλθε ένιωθε έναν τρομερό πόνο. Γύρισε και τον είδε. Είχε κυκλώσει το προσωπό της στα ματωμένα του χέρια και την κοίταζε. "Γιατί;" ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. "Γιατί το περίμενες. Ήθελες να συμβεί κάτι το διαφορετικό, αλλά αφού εσύ δεν μπορούσες, έπρεπε κάποιος άλλος να το δημιουργήσει."
Κοιμήθηκαν όλο το βράδυ αγκαλιά. Κάποια στιγμή βέβαια ένιωσε τα χέρια της εντελώς παγωμένα. Είχε σβήσει. Σηκώθηκε και έβαλε το πτώμα της στο πορτ παγκαζ. Πήγε στο στρατόπεδο που θα παρουσιαζόταν και την έθαψε λίγο έξω από εκεί. Πέρασε την πύλη και σκέφτηκε. "Αν δεν έρθει κανείς άλλος στο επισκεπτήριο, τουλάχιστον θα έχω την Orestis."

[Στον Apsoylako που πρέπει να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα.]

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Χιpasmenos στα κάρβουνα

Φέτος το είχε αποφασίσει. Πάσχα στο χωριό. Τι να έκανε στην Αθήνα; Λίγες μέρες στην εξοχή θα της έκαναν καλό. Θα έβαζε και τις κακές σκέψεις στην άκρη, να κάνουν παρέα στα μαχαίρια που τα είχε κρεμάσει καιρό τώρα. Θα γέμιζε τις μπαταρίες της και θα επανερχόταν δριμύτερη. Ετοίμασε λοιπόν τις βαλίτσες της και ξεκίνησε.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν όμορφα και ήρεμα. Το γεγονός ότι ήταν Μεγάλη εβδομάδα την βοήθησε στο να χαλαρώσει. Το σκηνικό ανατράπηκε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Είχε γυρίσει από τον επιτάφιο και είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί. Ξύπνησε έντρομη μετά τον εφιάλτη που είδε. Έβλεπε στον ύπνο της ότι είχε φτάσει η Κυριακή του Πάσχα και ότι όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από τη σούβλα. Μέσα στα χαρούμενα πρόσωπα και την εύθυμη κατάσταση, κάποια στιγμή μέσα στο όνειρο της, γινόταν κοντινό στο αρνί. Μόνο που δεν ήταν αρνί, αλλά ο Xipasmenos.
Πετάχτηκε τρομαγμένη, με την απορία του γιατί είχε δει τον συγκεκριμένο στον ύπνο της. Πίστευε πως τα όνεια κρύβουν διάφορους συμβολισμούς, αλλά αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τον συγκεκριμένο, όπως πίστευε πως δεν θα το ξαναέβλεπε. Όμως ο εφιάλτης ήρθε και το επόμενο βράδυ. "Από τη νηστεια θα είναι μωρέ." είπε φωναχτά και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Και ήρθε η Κυριακή του Πάσχα και σηκώθηκε. Άργησε υπερβολικά εκείνο το πρωινό να πιει τον καφέ της, αλλά στην πραγματικότητα απέφευγε να βγει στην αυλή.
Φοβόταν μήπως δει τον Xipasmeno στη θεση του αρνιού. Όταν βρήκε το θάρρος και βγήκε έξω, με ανακούφιση είδε το αρνί στη σούβλα. Έφαγαν και ήπιαν και κάπως έτσι πέρασαν οι γιορτές, έπρεπε και εκείνη να επιστρέψει. Μαζί της όμως επέστρεψε και ο εφιάλτης. Μέρες έβλεπε ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο. Ώσπου ένα πρωινό ξύπνησε και είπε "Αυτό ήταν. Η απόφαση πάρθηκε." και πήρε τον Xipasmeno τηλέφωνο. Κανόνισαν να βρεθούν το βράδυ στο σπίτι της. Δεν ετοίμασε πολλά. Θα τα έκανε όλα απλά όπως πρώτα.
Του έριξε υπνωτικό στο ποτό, για να μην την ενοχλεί ενώ θα τον ετοίμαζε. Πήρε την βελόνα και τον σπάγγο και ξεκίνησε. Έραψε πρώτα το στόμα του. Η βελόνα έμπαινε εύκολα στο μαλακό δέρμα, αλλά πετάγονταν αίματα παντού. Όταν τελείωσε στάθηκε λίγο και τον χάζεψε. Τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα. Πήγε στην κρεβατόκαμαρα και πήρε τα κορδόνια από τα αθλητικά της. Επέστρεψε στο σαλόνι και του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες. Πέρασε τα κορδόνια στην πιο χοντρή βελόνα και άρχισε να τα ράβει πάνω στο πόδι του. Το μόνο που την νευρίασε ήταν ότι από άσπρα βάφονταν κόκκινα από το αίμα.
Αφού ολοκλήρωσε το αρίστουργημα της, πήγε στην πίσω βεράντα να ανάψει τα κάρβουνα και να κάνει τις τελευταίες ετοιμασίες. Μετά έσυρε το σώμα του Xipasmenou μέχρι την βεράντα, ο οποίος είχε αρχίσει να συνέρχεται. Τον ξαπλωσε και δίπλα του έβαλε την σούβλα. Έδεσε τις άκρες από τα κορδόνια στη σούβλα και μετά με ένα σχοινί του έδεσε και τα χεριά. δεν ήξερε αν θα άντεχε το βάρος του, αλλά αποφάσισε να το ρισκάρει. Κουράστηκε πολύ να τοποθετήσει τη σούβλα με τον Xipasmeno σωστά πάνω από τα κάρβουνα, αλλά τα κατάφερε.
Εκείνος είχε συνέλθει για τα καλά και το προσωπό του άρχισε να παραμορφώνεται από τους πόνους. Αυτό που την τρόμαξε ήταν το ότι από την προσπάθεια να ουρλιάξει κόντευε να κόψει τον σπάγγο, οπότε πήρε το ποτιστήρι και το κοπάνησε στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να σιγοψήνεται, αλλά το καμένο δέρμα δεν έβγαζε ωραία μυρωδιά, γι' αυτό πήγε στο σαλόνι να τελείωσει το ποτό της. Θα επέστρεφε για να δει το έργο της ολοκληρωμένο. Κάθισε στον καναπέ, έβαλε κρασί στο ποτήρι της, άναψε ένα τσιγάρο και άφησε τη σκέψη της να ταξιδέψει.
"Α ρε Orestis βρήκες καιρό να κάνεις διακοπές. Δεν θα ψηθεί καλά τώρα, ενώ αν ήσουν εδώ θα βοηθούσες να τον γυρίζαμε και από την άλλη πλευρά." μονολόγησε η Παπαστρουμφ και αμέσως άρπαξε το κινητό της. "Δεν θα σου κρατήσω μεζέ, γιατί εξαιτίας σου δεν είναι καλοψημένος." έγραψε στο μήνυμα, πάτησε αποστολή και έσκασε στα γέλια.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2008

Για τον Equilibrium


"Tου φευγιού μου όνειρα και άγνωστες φωνές",

που έγιναν γνώριμα ουρλιαχτά μέσα στη νύχτα,

που άλλο τι δεν είχε απομείνει,

παρά μονάχα η επιθυμία.

Άλλος τη σάρκα σου να μη γευτεί,

άλλος με τη μορφή σου να μην ξημερωθεί.

Και αυτό το "κόκκινο θολό φεγγάρι,

μες στα όνειρα μου ξενυχτά",

ξυπνώντας μνήμες και εικόνες.

Μα δεν με τρόμαξε "ετούτο το μαχαίρι εδώ"

αλλά η κόκκινη αντανάκλαση μου επάνω του.

Και αν είναι αλήθεια πως,

"η λησμονιά είναι η μόνη συγγνώμη και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά."

τούτο μονάχα θα σου πω,

συγγνώμη που σε εκδικήθηκα!

[Δεν το δούλεψα όμορφε όπως ήθελα, αλλά βγήκε αβίαστα. Ελπίζω να σου αρέσει και σύντομα θα επανέλθω. Είναι στίχοι από διάφορα τραγούδια, που με κάποιο τρόπο μου μιλάνε.]

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2008

Λάθος ή πάθος

Δεν ήταν χαζή. Καιρό τώρα τα είχε καταλάβει όλα και απλά έκανε υπομονή. Θεωρούσε πως ήταν μια φάση και θα την ξεπέρναγε. Μα οι νύχτες που ο Άκης πέρναγε μακριά από το κρεβάτι τους άρχισαν να πυκνώνουν και η αντοχή της να λιγοστεύει. Έκανε κάποιες μικρές συζητήσες μήπως βρει κάποια λύση, μα μάταιος κόπος. Και τα σημάδια ότι η σχέση του με την άλλη δεν ήταν περιστασιακή γίνονταν ολοένα και πιο εμφανή.
Ένα βράδυ που η Παπαστρουμφ άργησε να γυρίσει από τη δουλειά, βρήκε το σπίτι άδειο κι ένα σημείωμα δικό του. "Θέλω να σκεφτώ. Μην με ψάξεις." στριφογύριζε στο μυαλό της αυτή η φράση και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Αποφάσισε να μιλήσει σε κάποιον ανοιχτά. Σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου της και περίμενε να ακούσει τη φωνή της. Μια ώρα μίλαγε με την Orestis. Δεν ήταν σίγουρη ότι είχε καταλήξει κάπου, όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν όμως σίγουρη ότι δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι.
Έκανε υπομονή αρκετό καιρό. Ήξερε πως κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν ο Άκης, πράγμα που έγινε. Την πήρε τηλέφωνο να συναντηθούν. Του είπε να περάσει από το σπίτι. Έκλεισε το τηλέφωνο και το βλέμμα της είχε μια περίεργη θολούρα. Χαμογέλασε ειρωνικά και σκέφτηκε, αυτό που είχαν πει με την Orestis στο τηλέφωνο "Στο παιχνίδι δεν κερδίζει πάντα η τεχνική, αλλά και η ζαριά." Πήγε σπίτι και άρχισε τις ετοιμασίες.
Ο Άκης εμφανίστηκε στις 21.30 εγγλέζος όπως πάντα στα ραντεβού του. Στη θέα του στρωμένου τραπεζιού με τα κεριά χλώμιασε. "Μάλλον δεν έκανα σαφές το γιατί ήρθα." της είπε. "Όχι, όχι. Το έκανες απόλυτα σαφές, αλλά δεν υπάρχει λόγος να φύγεις σαν κλέφτης. Ας φάμε πρώτα και μαζεύεις μετά." απάντησε η Παπαστρουμφ με περίσσια ψυχραιμία. Όταν τελείωσαν το δείπνο ο Άκης προσφέρθηκε να τη βοηθήσει να μαζέψουν το τραπέζι και να μεταφέρουν τα πιάτα στην κουζίνα από την τραπεζαρία. Μετά θα έπιναν ένα ποτό, καθώς θα έφτιαχνε τη βαλίτσα του και θα χώριζαν σαν δυο καλοί φίλοι.
Είχε σκύψει ελαφρά για να ακουμπήσει το πιάτο στο τραπέζι της κουζίνας. Τότε η Παπαστρουμφ πήγε πλάι του τον έπιασε από το σβέρκο και του χτύπησε το κεφάλι στα πλακάκια. Καθώς ο Άκης έγερνε προς τα πίσω το μέτωπο του ήταν γεμάτο αίματα και μια κόκκινη κηλίδα είχε αφήσει τη στάμπα της στο τετράγωνο μπεζ πλακάκι. Δεν το σκέφτηκε πολύ, τον ξαναχτύπησε με δύναμη στον τοίχο και τον άφησε αιμόφερτο να σωριαστεί στο πάτωμα.
Το αίμα έτρεχε πλέον και στο πρόσωπο του και στα πλακάκια, σχηματίζοντας δύο ρυάκια με διαφορετική πορεία, αλλά την ίδια όμορφη αίσθηση. Τον άφησε εκεί, καθώς φοβόταν πως αν τον έσερνε στο σαλόνι θα γέμιζε όλο το σπίτι.Πήγε μετά μέσα, πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και επέστρεψε στην κουζίνα. Ο Άκης είχε μισοσυνέλθει και την κοίταγε. "Μα εσύ δεν καπνίζεις." είπε με φωνή που έτρεμε. "Ποτέ δεν είναι αργά." του απάντησε και άναψε ένα τσιγάρο. Εκείνος έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί και εκείη με μία κίνηση άρπαξε το καπάκι της κατσάρολας, που ήταν δίπλα της και τον χτύπησε στο κεφάλι.
Τον έβλεπε πεσμένο στο πάτωμα για αρκετή ώρα, μέχρι να ανακτήσει ξανά τις αισθήσεις του. Όταν άνοιξε τα μάτια του, του έσβησε το τσιγάρο στο μπράτσο. Πέρασε αρκετή ώρα έτσι, με εκείνον που και που να συνέρχεται, εκείνη να του σβήνει τσιγάρα σε όλο το σώμα και κάπου κάπου όταν φώναζε τον χτυπούσε με το καπάκι για να μην κάνει θόρυβο. Όταν τελείωσε το πακέτο, σκέφτηκε πως έπρεπε να τελειώνει με αυτή την υπόθεση. Μα δεν είχε αποφασίσει ακόμη το πως.
Τότε το βλέμμα της έπεσε πάνω στο μίξερ. Θυμήθηκε πόσο την τρόμαζαν τα "ποδαράκια" όταν το χρησιμοποιούσε και εκεί πήρε την απόφαση. Το πήρε του έβαλε τα εξαρτήματα, το έβαλε στην πρίζα και το κράτησε σταθερά πάνω από το θώρακα του. Σε ελάχιστη ώρα, όλα έγιναν κόκκινα. Το μίξερ έβρισκε αντίσταση και δεν έμπαινε σε μεγάλο βάθος, και όταν το πίεζε εκείνη κομμάτια κρέατος πετάγονταν παντού. Όταν σταμάτησε, λόγω κούρασης, δεν ήταν σίγουρη αν ζούσε ή όχι, αλλά θα άφηνε την αιμοραγία να ολοκληρώσει το έργο της.
Πήγε στο σαλόνι και την πήρε τηλέφωνο. Σε μισή ώρα βρισκόταν στο σπίτι. Στο θέαμα της κούζινας έφριξε. "Καλά τι έκανες εδώ;" φώναξε η Orestis. "Ατσαλιά ε;" απάντησε η Παπαστρουμφ. "Ε μα ναι. Είπαμε έγκλημα πάθους, αλλά το παράκανες." είπε η Orestis. "Όχι, δεν ήταν έγκλημα πάθους, αλλά λάθους. Βλέπεις τα πάθη καταστρέφουν, ενώ τα λάθη συγχωρούνται. Και αυτός, ως λάθος, συγχωρέθηκε."

Τρίτη, 1 Απριλίου 2008

Kαλό μήνα


Ο Wrong Guy έπινε αμέριμνος τον καφέ του κατά τη διάρκεια του διαλείμματος του. Άναψε το τσιγάρο του, ήπιε την πρώτη γουλιά και έριξε μια ματιά στο κινητό του. Είχε λάβει δύο μηνύματα. "Ποιός να είναι αναρωτήθηκε;" και άνοιξε να τα διαβάσει. Το νούμεο ήταν άγνωστο, γεγονός που κέντρισε την περίεργεια του. Όταν όμως είδε το περιέχομενο άλλαξε γνώμη.
Στο πρώτο μήνυμα που έλεγε, "Δεν με ξέρεις. Είμαι ένας φίλος, που θα σου διηγηθεί μια ιστορία." γέλασε, αλλά η συνέχεια τον τάραξε. "Αυτή τη στιγμή είμαι σπίτι σου και...μάντεψε τι κάνω". Πήρε αμέσως τηλέφωνο στον αριθμό που εμφανίστηκε ως αποστολέας αλλά δεν απάντησε κανείς. Πήρε και στο σπίτι να βεβαιωθεί από το Φάτσα ότι πρόκειται για πλάκα, αλλά πάλι δεν απάντησε κανένας. "Θα βγήκε για ψώνια." σκέφτηκε, όταν άκουσε και πάλι τον ήχο του μηνύματος.
"Εδώ είναι ο Φάτσας σου, μην ανησυχείς είναι σε καλά χέρια. Σε λίγο θα μάθεις και την συνέχεια." Χλώμιασε. Δεν ήξερε αν ήταν όντως αστείο όλο αυτό ή αν έπρεπε να ανησυχήσει. Τα επόμενα μηνύματα τον έβγαλαν από αυτή την απορία. Τα διάβαζε έντρομος ένα ένα με τη σειρά που στέλνονταν. "Τον έχω αναίσθητο στον καναπέ. Τον έχω φιμώσει και σκέφτομαι τι ακριβώς να του κάνω. Λέω για αρχή να του κόψω το αριστερό χέρι. Μετά θα πάρω τον τρίφτη για το κεφαλοτύρι, θα βάλω μια λεκάνη από κάτω για να μην λερώσω και θα το τρίψω. Τα δάχτυλα λέω να τα κόψω σε μικρά κομματάκια και να τα κάνω κολιέ. Πιστεύω θα φορεθεί πολύ τώρα που ανοίγει ο καιρός.
Αν μου αρέσει η φάση με τον τρίφτη θα τη συνεχίσω και με άλλα μέρη του σώματος του. Όταν θα τον έχω ακρωτηριάσει, θα ασχοληθώ με το υπόλοιπο ενιαίο κομμάτι σώματος, που θα έχει απομείνει. Θα πάρω εκείνο το ειδικό εργαλείο που ξεφλουδίζουμε τις πατάτες και τα φασολάκια, για να περιποιηθώ τον θώρακα και την πλάτη του. Θα γίνουν όλα χάλια βέβαια και ζητώ συγγνώμη για τη μοκέτα. Πολύ καλόγουστη επί τη ευκαιρία. Το κεφάλι το άφησα για το τέλος. Θα το κόψω και δεν θα το πειράξω. Θα το ακουμπήσω στο προσκεφάλι του κρεβατιού για να τον δεις για μια τελευταία φορά. Τώρα τι άλλο θα το κάνεις, το αφήνω στην κρίση σου. Υπογραφή : Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με τον τρίφτη."
Ο Wrong περίμενε λίγα λεπτά ακόμη. Ήταν σίγουρος πως ήταν φάρσα. Πήρε τον Φάτσα στο κινητό αλλά δεν το σήκωσε. Είδε και πως δεν ερχόταν άλλο μήνυμα και αποφάσισε πως δεν μπορούσε να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους. Ζήτησε άδεια και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Όταν έφτασε στην εξώπορτα κοντοστάθηκε για λίγο. Αν υπήρχε έστω και μια περίπτωση να ήταν αλήθεια όσα έγραφαν τα μηνύματα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος για ό,τι θα αντίκρυζε. Έβαλε δειλά το κλειδί και άνοιξε. Μπήκε στο σαλόνι και στη θέα της κόκκινης μοκέτας λιποθύμησε.
Όταν συνήλθε είδε την Orestis με τον Φάτσα να τον κοιτάνε. "Φάτσα μου είσαι καλά." φώναξε. "Ναι καλά είμαστε, αλλά λερώσαμε τη μοκέτα με κρασί." απάντησε ο Φάτσας. "Δεν πειράζει, αφού είσαι καλά δεν πειράζει η μοκέτα. Όσο για σένα αγαπητή, ωραίο αστείο. Τι να σου πω." είπε και σηκώθηκε. Τους ζήτησε να του βάλουν και εκείνου ένα ποτήρι κρασί και πήγε στο μπάνιο. "Στο ειπα ρε Orestis. Καλά θα το έπαιρνε, δεν χρειαζόταν να του κάνουμε τέτοια πλάκα, δεν θα σου έβαζε τις φωνές." είπε ο Φάτσας. "Καλά, αλλά αν ρωτήσει εσύ τη λέρωσες, γιατί αλλιώς εγώ την έβαψα." απάντησε η Orestis.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Ιεροτελεστία


Μιλούσαμε καιρό στο ίντερνετ. Χρειάστηκαν βέβαια μήνες για να νιώσουμε και οι δύο αρκετά οικεία ώστε να ανταλλαξούμε τηλέφωνα. Η φωνή του ήταν ήρεμη και γλυκιά. Κάναμε άπειρες συζητήσεις για πάρα πολλά θέματα. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω ακριβώς, αλλά αυτός ο άνθρωπος είχε κάτι. Δεν ήμουν σίγουρη για το πως το έβλεπε εκείνος, αλλά από τη συμπεριφόρα του, μπορούσα να καταλάβω πως ένιωθε το ίδιο.
Όλο αυτό το δέσιμο δέχτηκε αρνητικές κριτικές από τον περίγυρο και των δυο μας. Κανείς δεν καταλάβαινε και το θεωρούσαμε και οι δυο μας πολύ φυσικό να υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις. Κάποια στιγμή ο Hfaistwnas άρχισε να επιδιώκει να συναντηθούμε. Δε ν ήταν πως δεν ήθελα να τον γνωρίσω. Αλλά προτιμούσα να τον αφήσω στη σφαίρα της φαντασίας. Εκείνος όμως επέμενε. Τον είχα αναστώσει πολύ έτσι μου έλεγε.
Σε κάποιο τηλεφώνημα μας η φωνή του έγινε έντονη, βαριά. "Orestis τέρμα τα αστειάκια. Πρέπει να συναντηθούμε." μου είπε και το έκλεισε. Δεν αναρωτηθήκα τι περίμενε να κάνω, το ήξερα. Θα του τηλεφωνούσα ξανά μόνο αν του έλεγα ώρα και μέρος για τη συνάντηση μας. Δεν είχα καταλάβει γιατί και πως ακριβώς του είχα αναστατώσει τη ζωή, αλλά έπρεπε να το ξεκαθαρίσω. Του ζήτησα να έρθει σπίτι μου, ζητώντας του συγγνώμη εκ των προτέρων για την ακαταστασία. Έβαφα το σαλόνι και όλα ήταν άνω κάτω.
Ο Hfaistiwnas ήρθε στην ώρα του. Όταν τον είδα έμεινα έκπληκτη. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως τον είχα φανταστεί. Μια φιγούρα λεπτή και αέρινη, με πυρόξανθα μπουκλωτά μαλλιά, που είχε πιάσει τα μισά και τα υπόλοιπα έπεφταν ανέμελα στους ώμους του. Τα μάτια του μεγάλα και γαλανά με κοίταζαν με διαπεραστικό τρόπο. "Εσύ είσαι λοιπον;" με ρώτησε καθώς προχωρούσε προς τον καναπέ. Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Έγνεψα απλά με το κεφάλι και παρέμεινα σιωπηλή.
Έβαλε μόνος του καφέ, καθώς τα είχα όλα έτοιμα στο τραπεζάκι και ήπιε μια γουλιά. Μπήκε κατευθείαν στο θέμα. "Έχω τσακωθεί άσχημα κι είμαι χάλια με τη σχέση μου εξαιτίας σου." είπε και με κοίταξε. Το βλέμμα μου γέμισε απορία, την οποία μου έλυσε αμέσως. "Δεν ξέρω γιατί, αλλά ασκείς πάνω μου μια παράξενη επιρροή. Από τότε που αρχίσαμε να μιλάμε, έχω χασει το μυαλό μου. Το μόνο που ήθελα τόσο καιρό ήταν να σε γνωρίσω." είπε και λύγισε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Πήγα δίπλα του και του χάιδεψα τα μαλλιά.
"Σε καταλαβαίνω. Καμιά φορά οι άνθρωποι δένονται έτσι απλά, λες και πάντα έψαχναν ο ένας τον άλλο, γίνεται από μονο του, σαν μαγεία." του είπα, αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα να απαλύνω τον πόνο του. Σήκωσε τα προσωπό του και με κοίταξε, έπειτα κοίταξε τον μοναδικό άσπρο τοίχο που βρισκόταν απέναντι του. "Τι χρώμα θα τον βάψεις;" με ρώτησε. ¨Κόκκινο." του απάντησα. Δεν το είχα σχεδιάσει, αλλά ενστικτωδώς άρπαξα την κανάτα με το νερό και τον χτύπησα στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος στα πόδια μου. Τον σήκωσα και τον ακούμπησα στον καναπέ.
Πήρα το ξυστήρι που είχα για τον τοίχο, μια λεκάνη, κάθισα, ακούμπησα το κεφάλι του στα γόνατα μου και του έκοψα το λαιμό. Το αίμα έτρεξε και γέμισε την λεκάνη. Σηκώθηκα, αφήνοντας τον να πέσει στον καναπέ. Μετά πήρα το σφουγγάρι το βούτηξα στην λεκάνη και άρχισα να βάφω τον τοίχο. Το αίμα ήταν λίγο και χρειάστηκε να του κόψω και τις φλέβες για να ολοκληρώσω όλο τον τοίχο. Όταν τελείωσα, πήγα στο μπάνιο και πήρα το ψαλίδι. Του έλυσα τα μαλλιά και έκοψα αρκετές τούφες από τις ξανθές του μπούκλες.
Πήρα την κόλα και άρχισα να τις κολλάω στον τοίχο. Άλλες τις τέντωνα λίγο παραπάνω και άλλες τις άφηνα όπως ήταν. Ήταν σαν ένα κολάζ με πολλά σπιράλ διάσπαρτα πάνω στο κόκκινο φόντο. Το αποτέλεσμα ήταν τέλειο. Ήταν αυτό που έψαχνα. Ήταν λες και ο Hfaistiwnas δεν ήταν μόνο κομμάτι του τοίχου, αλλά της ζωής μου. Μπορεί να μην καταλάβαινα πως είχαμε βρεθεί, ούτε πως είχαμε δεθεί τόσο, αλλά ήξερα πως δεν θα άφηνα κανέναν και τίποτα να μου το στερήσει. Θα τον κρατούσα σαν ένα κομμάτι δικό μου και πλέον και του τοίχου μου.

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

Από αγάπη υπερβολική


Αν και πολύ διαφορετικές σαν άνθρωποι, είχαμε βρει με τη Soula ένα κοινό κώδικα επικοινωνίας, που μας έβγαινε πολύ καλά. Εκείνη ήταν η εντυπωσιακή γκόμενα, που όλοι κοίταγαν. Εγώ ο αφανής παρατηρητής, που του αρκούσε να κοιτάει. Είμασταν αχτύπητο δίδυμο. Βγαίναμε και προκαλουσάμε πανικό. Η Soula πάντα θα γυρνούσε σπίτι συνοδεύομενη από τον τυχερό της βραδιάς. Εγώ γυρνούσα με τις φίλες μου, τις τεκίλες, και πέφταμε τύφλα για ύπνο. Την επόμενη μέρα, θα άκουγα την πλήρη αναφορά της προηγούμενης βραδιάς με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
Την καμάρωνα, καθώς την παρακολούθουσα να κινείται δυναμικά και να γοητεύει τους πάντες γύρω της. Όμως είμαι σχεδόν σίγουρη, πως μέσα της εκείνη δεν καταλάβαινε. Τη θυμάμαι ξαπλωμένη στον καναπέ, μετά από κάποιο ξενύχτι να με ρωτάει "Μ' αγαπάς;" και εγώ απλά χαμογελούσα. Και σε μεγάλο βαθμό οφείλω να ομολογήσω πως το διασκέδαζα. Ήταν η μοναδική στιγμή ανασφάλειας, που μοιραζόταν μαζί μου.
Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε άλλαξε. Έχω όμως έντονες στη μνήμη μου τις συζητήσεις μας. Το πόσο είχε βαρεθεί αυτή τη ζωή και επιθυμούσε κάτι πιο μόνιμο. "Η πολλή αγαπή σκοτώνει." της έλεγα. "Αχ, ρε Orestis εσύ είσαι αλλιώς γι' αυτό το λες." ήταν η απάντηση, που μου έδινε. Δεν είμαι σίγουρη αν όντως ήμουν αλλιώς. Μα ξέρω πως το πίστευα και ήμουν διατεθειμένη να την υποστηρίξω αυτή την άποψη μέχρι τέλους.
Την έβλεπα σιγά σιγά να αλ
λάζει και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Όταν γνώρισε τον Στέλιο κάπως συνήλθε. Μετά εκείνος έφυγε, έγινε χειρότερα από πριν και μέρα με τη μέρα μαράζωνε. Προσπάθησα να την επανεφέρω στα παλιά, μα στάθηκε αδύνατο. Τότε πήρα την μεγάλη απόφαση. Αφού δεν ήθελε τη ζωή της πίσω, με όποια μορφή κι αν η ίδια επέλεγε, καλύτερα να μην είχε καθόλου. Φέρθηκα εγωιστικά, το παραδέχομαι. Την αγαπούσα όμως πάρα πολύ για να την αφήσω έτσι.
Την περίμενα στο σπίτι μου. Όλα θα γίνονταν απλά. Είχε τον εντυπωσιασμό στη ζωή της έτσι κι αλλιώς. Δεν χρειαζόταν η δική μου παρέμβαση σε αυτό. Την μέθυσα και την έκανα λιώμα. Ήταν σχεδόν ημιλιπόθυμη. Την ξάπλωσα στον καναπέ και πήρα το μεγάλο μαξιλάρι στα χέρια μου. Το έσφιξα πάνω από το πρόσωπο της. Αντιστάθηκε λίγο, αλλά έπειτα παραδόθηκε. Το σήκωσα μόνο όταν είχε πάψει και η παραμικρή κίνηση του σώματος της. Έμεινα με το μαξιλάρι στο χέρι να την κοιτάζω.Το πρόσωπο της είχε μουτζουρηθεί από το κλάμα και την πίεση του μαξιλαριού.
Την ξέβαψα προσεχτικά και έπειτα την μακιγιάρισα από την αρχή. Ήταν εντυπωσιακή και αυτό δεν μπορούσα να της το στερήσω, ειδικά αυτή την ώρα. Κοίταζα το νεκρό της σώμα αρκετή ώρα. Μπήκα στον πειρασμό να της φερθώ πιο βίαια, μα δεν ηθελα να την αλλοιώσω. Ήθελα να την θύμαμαι άψογη, όπως πάντα. Την σκέπασα με την κουβέρτα και έσκυψα πάνω της. Τη φίλησα στο μάγουλο και της ψιθύρισα στο αυτί. "Η πολλή αγάπη σκοτώνει. Στο είχα πει, μα έπρεπε να το ζήσεις για να με πιστέψεις. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος."

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ; ΟΧΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ / A DOMESTIC PARTNERSHIP THAT DISCRIMINATES? NO THANKS



Στην Ελλάδα οι γκέι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ γνωρίζουν από διακρίσεις. Τις αντιμετωπίζουν καθημερινά στην οικογένεια, την κοινωνική ζωή και τον επαγγελματικό στίβο.

Καμιά φορά όμως φτάνει μια σταγόνα για να ξεχειλίσει το ποτήρι.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης ετοιμάζεται να καθιερώσει ένα 'συμβόλαιο συμβίωσης' ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ για τα ετερόφυλα ζευγάρια. Δεν θεωρούμε ότι ένα απλό 'συμβόλαιο' μπορεί να λύσει τα ζητήματα των ζευγαριών ίδιου φύλου, ούτε να εξασφαλίσει την ισότιμη μεταχείρισή τους. Πιστεύουμε όμως ότι η προτεινόμενη διάκριση είναι κατάφωρα αντίθετη τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα όσο και με τις ευρωπαϊκές συνθήκες για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν 18 ευρωπαϊκές χώρες ήδη παρέχουν νομική κατοχύρωση στα ζευγάρια ίδιου φύλου.

Σκοπός αυτής της πρωτοβουλίας είναι να ενημερωθούν σχετικά οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ιστοσελίδες και ιστολόγια σε όλο τον κόσμο. Αυτό που ζητάμε είναι ίσα δικαιώματα για όλους. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

Αυτή τη φορά δεν θα μείνουμε σιωπηλοί. Αυτή τη φορά δεν θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια.

ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΠΛΟΓΚΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ


In Greece gays, lesbians and transexuals know about discrimination. They face it daily from their families, in their social lives and in the professional field.

But sometimes, all it takes is a single straw to break the camel's back.

According to press reports, the greek government is preparing to introduce a domestic partnership 'contract' EXCLUSIVELY for unmarried heterosexual couples. We do not believe that a mere 'contract' can resolve the issues same-sex couples face or ensure their fair treatment under the law. However this discriminatory proposal is a direct contravention of the greek Constitution, as well as european human rights treaties. Especially since same-sex couples already enjoy legal rights in 18 european nations.

The aim of this intervention is to make sure that european institutions, human rights organisations, websites and weblogs from around the world learn about these proposals. What we ask for is equal rights for all. Nothing more and nothing less.

This time around we will not sit idly by. This time around we will not keep silent.

GREEK BLOGGERS AGAINST DISCRIMINATION