Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Συνέβη φέτος τα Χριστούγεννα

Αγαπητό κοινό εκδοθήκαμε, με την καλή έννοια. Η κίνηση που ξέκινησε από τον Αrt bomber, με τη συμμετοχή 25 bloggers, έγινε βιβλίο με τίτλο: "Bloggers, ιστορίες του διαδικτύου" και κυκλοφορεί ελεύθερο ανάμεσα μας, από τις εκδόσεις Σόκολη-Κουλεδάκη. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί στο ίδρυμα "Αναπηρία Τώρα".
Ο Orestis είναι νομίζω στη σελίδα 21 και έτσι για να σπάσει το κατεστημένο, δεν έδωσε δολοφονία....
ΥΓ. Μάλλον επειδή "έφτυσα" το είδος, που με ανέδειξε (το καλάμι μου το πήραν δώρο τα χριστούγεννα), με εκδικήθηκε ο δαίμων του τυπογραφείου και τυπώσαν το Orestis της διεύθυνσης με ένα s. Εγώ φταίω, που έδωσα τη διεύθυνση ως υπογραφή...έπρεπε να υπογράψω αιματηρά να μην υπάρξει καμία σύγχυση.
Καλή χρονιά να έχουμε.....μας το χρωστάνε άλλωστε όλες οι προηγούμενες.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Η Υβόννη μπήκε στο βιβλιοπωλείο βιαστική. Προχώρησε στο σταντ με τις καινούριες κυκλοφορίες και άπλωσε σχεδόν μηχανικά το χέρι της στο τελευταίο ράφι. Δεν πρόλαβε όμως να αγγίξει τη ράχη του βιβλίου. Τα ακροδάχτυλα της συνάντησαν τα δικά του και ένα κύμα ηλεκτρισμού διαπέρασε το κορμί της. Το βιβλίο βρέθηκε στο πάτωμα, σκισμένο στα δύο. Αποφάσισαν να το πάρουν, να διαβάσει ο καθένας το μισό του και έπειτα να συναντηθούν για να ανταλλάξουν μέρη και να ολοκληρώσουν την ιστορία.
Επεισοδιακή υπήρξε η γνωριμία τους, ταραχώδης ήταν η σχέση τους. Παραδόθηκαν ανευ όρων και χάθηκαν στη μαγική δύνη των συναισθημάτων τους. Μα δεν θα μπορούσαν να μείνουν έτσι για πάντα. Η Υβόννη ήθελε όπως πάντα, να καταγράψει αυτά που ένιωθε, να τους δώσει μορφή στο χαρτί. Ο Στέφανος απλά προτιμούσε να το απολαμβάνει και για καιρό τα έβρσκαν έτσι. Εκείνη να γράφει σκόρπιες λέξεις και εκείνος να τη χαζεύει.
Θέλησε όμως, κάποια στιγμή, να μπει στο χώρο της και να διαβάσει αυτά που έγραφε. Η Υβόννη όμως δεν ήθελε κανείς, ούτε καν ο Στέφανος να γίνει θεατής των σκέψεων της. "Όταν ολοκληρωθεί θα είσαι ο πρώτος που θα το διαβάσει." του έλεγε. Δεν ήταν αρκετό και ένα πρωί που ξύπνησε εκείνος είχε φύγει. Τόσο απλά, τόσο αθόρυβα. Μέρες τον έψαχνε, μήνες τον περίμενε, μα εκείνος πουθενά. Απόμεινε μόνη, με τις σκέψεις της, που προσπαθούσε να της κάνει λέξεις, προτάσεις. Πέρασαν χρόνια, άλλαξαν μέσα της πολλά, μα η καρδιά της παρέμεινε ίδια. Να τον περιμένει και να φαντάζεται την επιστροφή του μέσα από τις ηρωίδες της στα γραπτά της.
Δεν έβγαινε πια από το σπίτι, πάρα μόνο μια φορά το μήνα και πήγαινε στο βιβλιοπωλείο τους. Στεκόταν στο σταντ και περίμενε, περίμενε μήπως φανεί. Αλλά εκείνος ήταν άφαντος. Γύρναγε σπίτι, καθόταν στο γραφείο της και έγραφε, το διαφορετικό τέλος που θα ήθελε να είχε αυτή η μέρα, αυτή η ίδια μέρα του κάθε μήνα. Και αποκοιμιόταν , με την ελπίδα πως θα έρθει η στιγμή, που δεν χρειαστει ούτε να το φανταστεί, ούτε να το γράψει, γιατί θα το ζήσει.
Το ιδανικότερο τέλος της είχε μεγάλη επιτυχία και κυκλοφόρησε. Ένιωσε μια μικρή ικανοποιήση, πως και κάποιοι άλλοι ζούσαν μέσα από τη γραφή της. Ντύθηκε ζεστά και βγήκε στο δρόμο. Σήμερα είχε αποφασίσει πως θα περπατούσε μέχρι το βιβιοπωλείο. Πλησίασε το σταντ, είδε το βιβλίο της και άπλωσε το χέρι της να το πιάσει. Το κρατούσε, όταν ένιωσε ένα χέρι να πλησίαζει το δικό της. Το κύκλωσε και άνοιξε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα. Το δάκρυ της που κύλησε, πότισε την αφιέρωση, "Για τον Στέφανο....".

[Στην Ιζόλδη, που της το είχα υποσχεθεί. Και μην ξεγελιέστε. Δολοφονία είναι και αυτή.... Καλά Χριστούγεννα, για όλους αυτούς, που μας κάνουν ακόμα να πιστεύουμε, πως ναι....είναι ΚΑΛΑ.]

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Mάθημα σολφέζ


Τυχαία γνώρισε η Παπαστρουμφ τον Λίο. Τυχαίος και ο έρωτας. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε απλά να το ζήσει. Σε όλο του το φάσμα και με όλη του τη δύναμη. Να νιώσει πως υπήρχε ο άνθρωπος, που θα την έκανε να ξεχάσει όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και αυτό έκανε. Όσο και όπως μπορούσε. Ήταν βράδυ αργά όταν πήρε τηλέφωνο. "Ποιός είναι;"ακούστηκε η φωνή της Orestis. " Εγώ. Aπλά ήθελα να σου πω πως είμαι ερωτευμένη." ακούστηκε η φωνή της Παπαστρουμφ. " Και έπρεπε να με πάρεις μέσα στην άγρια νύχτα;" απολογήθηκε η Orestis. "Φαντάζομαι πως δεν μπορούσα να περίμενω." απολογήθηκε.
Αλλά μέσα της ήξερε. Και αν ήξερε και η ίδια θα καταλάβαινε. Αγνοούσε όμως και αυτο έδινε στην Οrestis το τέλειο άλλοθι. Όμως η Παπαστρουμφ έκανε αυτό που ήξερε και αυτό που ένιωθε. Αγάπαγε και είχε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να σκοτώσει κάποιον που αγαπούσε. Και δεν υπήρχε περίπτωση να το χαραμίσει. Τα είχε σχεδιάσει όλα, όπως πάντα. Και εκείνος δεν πρόλαβε αντίσταση. Την κάλεσε σπίτι του. Ήταν μια ευκαιρία, που δεν μπορούσε να αφήσει να πάει χαμένη. Το ίδιο βράδυ ήταν σπίτι του.
"Είσα έτοιμη; Το να μάθεις κιθάρα, δεν είναι εύκολο." είπε με χαμόγελο ο Λίο. "Το ξέρω, αλλά μ' αρέσουν τα δύσκολα." χαμογέλασε η Παπαστρουμφ. Έπαιζε μουσική και εκείνη χανόταν. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε τι έπρεπε να κάνει και κουμπώθηκε. Του ζήτησε την κιθάρα για να δοκιμάσει. "Τώρα εσύ, πρέπει να κοιμηθείς." είπε, ενώ η κιθάρα έβρισκε το όμορφο πρόσωπο του. Η κκιθάρα διαλύθηκε, οι χορδές πετάχτηκαν και το κεφάλι του γέμισε αίματα.
Είχε έρθει ώρα να λάβει δράση.
Τον κουβάλησε στο μπάνιο, τον έβαλε στην μπανιέρα και τον έγδυσε. Έβαλε τα γάντια στο χέρι της και κράτησε τη χορδή. Την πέρασε ανάμεσα στους καρπούς του και τον κρέμασε στο ντους. Το γυμνό του σώμα παλλόταν. Δεν ήθελε να τελειώσει τόσο σύντομα. Πήρε ένα μαχαίρι και χαράκωσε τα πλευρά του. Έπειτα διάλεξε μία χορδή και άρχισε τα ράμματα. Περνούσε η χορδή τη σάρκα του, αλλά δεν την ένωνε, απλά τη διασπούσε περισσότερο.
Οι χορδές όμως δεν ήταν πολλές. Έπρεπε να κάνει σωστή χρήση. Πήρε μία και την κοιτούσε. Έπειτα τον κοίταξε και γέλασε. Τύλιξε τη χορδή γύρω από το λαιμό του και άρχισε να τη τραβάει. Τραβούσε για αρκετή ώρα, ώσπου κάποια στιγμή το κεφάλι του, βρέθηκε στον πάτο της μπανιέρας.
Αίμα πλημμύρισε τον χώρο. το κορμί του κουνιόταν και ήταν ζήτημα λεπτών να ξεψυχήσει. Αλλά το διασκέδαζε. "Μινόρε της αυγής. Αυτό είσαι μωρό μου. Μινόρε για την τελευταία σου αυγή."

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Για τη μαμά μου

Πέμπτες,

κλάμα για σένα,

για μένα,

μα κυρίως για κείνη.

Αγκαλιαζόμαστε,

πονάμε,

μα πάντα ελπίζουμε.

Εκείνο δεν ήρθε,

είναι μακριά,

άραγε εμείς θα το γράψουμε;

εκείνο...το τέλος.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Ένα μπουκέτο για τη μουσίτσα

Έβαλε ένα cd με διάφορες έντεχνες επιλογές να παίζει, άναψε τα κεριά, ετοίμασε τα ποτήρια και περίμενε. Φοβήθηκε μήπως η ατμόσφαιρα παραήταν ρομαντική, αλλά πίστευε πως ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της και έτσι θα περνούσε απαρατήρητη. Το κρασί, κόκκινο όπως πάντα, περίμενε στο ψυγείο. Έριξε μια τελευταία ματιά στο χώρο για να εντοπίσει τυχόν ατέλειες. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.
Όταν άνοιξε η πόρτα, την είδε χαρούμενη να της χαμογελά. "Δεν άργησα ε;" είπε η Μουσίτσα. "Όχι, καθόλου." απάντησε η Παπαστρουμφ. Κάθισε στον καναπέ και για αρκετή ώρα η Μουσίτσα, την ευχαριστούσε που κανόνισαν τελικά το ραντεβού σπίτι της και όχι κάπου έξω. "Η ευχαρίστηση θα είναι όλη δική μου." σκεφτόταν καθώς πήγαινε στην κουζίνα να φέρει το μπουκάλι. Το έβγαλε από το ψυγείο και καθώς το κρατούσε, κοίταξε το τραπέζι της κουζίνας. Χαμογέλασε σκεφτική, τελικά άνοιξε το συρτάρι και πήρε το ανοιχτήρι.
Η Μουσίτσα την περίμενε στον καναπέ. Όταν την είδε να έρχεται της είπε, "Πιστευώ πως δεν θα μας πάρει πολλή ώρα να περάσουμε τους κωδικούς και να αλλάξουμε το φόντο. Σε έχει απορροφήσει το μπλογκ τελευταία ε;", ενώ είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με τον υπολογιστή. "Ναι μου αρέσει πολύ. Θα σου βάλω ε;" ρώτησε η Παπαστρουμφ δείχνοντας το μπουκάλι με το κρασί. Η διαδικασία είχε τελειώσει, το ίδιο και το μπουκάλι. "Όλο το ήπιαμε ε; Να δω πως θα πάω σπίτι." ρώτησε η Μουσίτσα. "Δεν θα χρειαστεί γλυκιά μου." απάντησε η Παπαστρουμφ και την χτύπησε με το άδειο μπουκάλι στο κεφάλι.
Έπεσε αναίσθητη στον καναπέ. Η Παπαστρουμφ την ξάπλωσε ανάσκελα στο πάτωμα την έδεσε και την φίμωσε. Πήγε στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας το ανοιχτήρι και ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Γονάτισε δίπλα στη Μουσίτσα την κοίταξε και της είπε, "Είχα σκεφτεί να το κάνω με το Black & Decker, αλλά και το ανοίχτηρι δεν είναι κακή ιδέα.", και έσκασε στα γέλια. Την έγδυσε και κοιτούσε το σώμα της. Δεν ήξερε από που να αρχίσει, αλλά δεν το σκέφτηκε πολύ. Άνοιξε το ανοιχτήρι και το τοποθέτησε στον θώρακα της Μουσίτσας. Άρχισε να το γυρνάει, αλλά δυσκολεύτηκε αρκετά να τον τρυπήσει. Όσο πιο βαθιά έμπαινε το ανοιχτήρι, τόσο περισσότερο αίμα πεταγόταν. Κυλούσε στο σώμα της και γέμιζε το πάτωμα και τα γόνατα της Παπαστρουμφ. Όταν έφτασε στο επιθυμητό βάθος σταμάτησε, πήρε ένα λουλούδι και το έβαλε στην τρύπα. ΄
Κάποια στιγμή, βαρέθηκε να ανοίγει τρύπες με το ανοιχτήρι και επιχείρησε να το κάνει απευθείας με το λουλούδι. Ήταν καταστροφικό. Τα αγκάθια πλήγιαζαν το κορμί της Μουσίτσας και το τριαντάφυλλο χωνόταν άτσαλα, πετάγωντας σάρκα και αίμα πάντου. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και δεν άντεχε άλλο. Κοίταξε το ρολόι, δεν ήταν ακόμα ώρα κοινής ησυχίας, οπότε μπορούσε να βάλει σε εφαρμογή το αρχικό της σχέδιο. Πήγε και πήρε το τρυπάνι, δυνάμωσε τη μουσική και το έβαλε στην πρίζα. "Τώρα μάλιστα." μονολόγησε και έκανε ένα μικρό διάλειμμα. Το κορμί της Μουσίτσας ήταν σχεδόν ολόκληρο, καλυμένο με λουλούδια. Είχε και κάποιους σπασμούς στην αρχή, αλλά μετά λιποθύμησε από τους πόνους.
Θα μπορούσε να την αφήσει να πεθάνει από αιμοραγία, αλλά δεν ήθελε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε μια ορχιδέα από το βάζο. "Στο βάζο του σαλονιού θα πηγαίνεις καλύτερα." σκέφτηκε επιστρέφοντας στο σαλόνι.
Άνοιξε το τρυπάνι, το έφερε κοντά στην καρδιά της Μουσίτσας και άρχισε να ανοίγει τη σάρκα. Βγήκε περισσότερο αίμα απ' ότι υπολόγιζε. Πλημμύρισαν τα πάντα. Δεν ανησύχησε όμως. Έβαλε την ορχιδέα στην καρδιά, σηκώθηκε και έμεινε ακίνητη για λίγο, κοιτώντας το χαμό που είχε προκαλέσει. Όλα ήταν κόκκινα. Ξαφνικά παρατήρησε το πρόσωπο της Μουσίτσας. Ήθελε να το αφήσει ανέπαφο, αλλά όχι άδειο. Άνοιξε το στόμα της και έριξε μέσα λίγα ροδοπέταλα. "Αν στο νερό τα τριαντάφυλλα, κρατάνε κανά δυο μέρες, στο αίμα πόσο να αντέχουν;" σκέφτηκε, αλλά ήξερε ότι όσο και να της άρεσε αυτό το θέαμα στο σαλόνι, έπρεπε ξεφορτωθεί το πτώμα.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Γη

Σε κράταγα πίσω

με κράταγες στη γη.

Ήθελα να πετάξεις

μου άφησες το χέρι.

Γύρισες πίσω

κοίταγα τη γη.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Έχω μια δίψα

Γύρισε από τη δουλειά και έβαλε ένα κρασάκι. Θα τη ζάλιζε, αλλά όλη μέρα αυτή τη ζάλη περίμενε. Ήθελε να χαθεί στο ποτήρι με το κόκκινο υγρό. Ήταν το εισιτήριο της για άλλους κόσμους, δικούς της. Άναψε και το τσιγάρο, που ώρα περίμενε στο στόμα της, και ξάπλωσε στον καναπέ. Άκουγε Μπαχ, που τόσο την χαλάρωνε. Ξαφινκά σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει με το ποτήρι γύρω από το τραπεζάκι του σαλονιού. Το τσιγάρο κόντευε να τελειώσει. Το έσβησε σε μία από τις φωτογραφίες, που κείτονταν στο τραπέζι. Χαμογέλασε. Είχε βρει τον επόμενο.
Δεν της άρεσε η ιδέα, αλλά ήξερε πως έτσι έπρεπε να δράσει. Αν και καινούρια στο χώρο του blogging, γρήγορα δικτυώθηκε. Ήταν και καλή, αυτό δεν το αμφισβητούσε κανένας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε γνωριστεί ή είχε μιλήσει με αρκετούς. Γεγονός που την καθιστούσε ιδιαίτερα χαρούμενη και τυχερή. "Θα σε κάνω περήφανο." μονολόγησε καθώς τυλιγόταν στα σκεπάσματα.
Όλη μέρα είχε άγχος. Για πολλούς λόγους. Είχε δουλειά στο γραφείο και θα γνώριζε τον Άμμος στα μαλλιά μου. Το ότι το κατάφυγιο της μπορεί να ήταν υπό παρακολούθηση προτιμούσε να μην το σκέφτεται. Ήθελε να είναι λαμπερή. Στις 17:30 άρχισε να ετοιμαζέται. Στις 18:30 ήταν η μεγάλη συνάντηση. Όταν βρέθηκαν ένιωσε μια απίστευτη οικειότητα. "Πόσο δίκιο είχες." σκέφτηκε και απλά χαμογέλασε. Ήπιαν τον καφέ τους, τα είπαν και ήξερε ότι έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση.
"Λοιπόν, θες να δεις το θρυλικό σπίτι;" τον ρώτησε. "Θρυλικό λέγοντας; Εκτός αν εννοείς της Orestis, που εννοείται πεθαίνω να το δω." απάντησε ο Άμμος. "Μα, αυτό φυσικά. Έχω τα κλειδιά." είπε η Παπαστρουμφ και την ώρα που το έλεγε, αναθεματούσε που είχε διαλέξει αυτό το nick. Eκείνη την ώρα, ήθελε ένα πιο μυστηριώδες. Δεν πτοήθηκε όμως. Είχε στα χέρια της τα κλειδιά, από ένα σπίτι, που αποτελούσε παγίδα για όλους. Όλοι ήθελαν να δουν το καταφύγιο της, ειδικά από τη στιγμή που έφυγε χωρίς να αφήσει ίχνη.
Μπήκαν στο αμάξι της και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Όταν βρέθηκαν στην πόρτα, ένιωσε ένα δέος συνοδευόμενο από ένα τρόμο. Αλλά ήθελε να μπει, να δει και να νιώσει τον χώρο της. Πράγμα που έκανε, αν και κανείς δεν τον είχε ενημερώσει για τις συνέπειες. Βρέθηκε καθισμένος στον καναπέ της. "Έγραφε από δω ε;" ρώτησε αμήχανα. "Έγραφε για αυτό." απάντησε και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το κρασί και πήγε δίπλα του. "Δεν τα φανταζόταν καλέ μου. Τα ζούσε. Αλλά ήταν λάθος." του είπε με μυστήριο ύφος. "Τι εννοείς λάθος;" έκανε με φωνή που έτρεμε από αμηχανία.
"Αγάπη. Αυτό ήταν το λάθος της. Τα έκανε από αγάπη. Ενώ έπρεπε να το κάνει από ευχαρίστηση. Αυτή είναι η διαφορά μας." έλεγε, ενώ του έφερνε το μπουκάλι στο κεφάλι. "Αν δεν νιώσεις τον πόνο, δεν έχει ενδιαφέρον." φώναξε καθώς τον έσερνε στην κουζίνα. Τον ξάπλωσε στα πλακάκια μπροστά από τον νεροχύτη και τον κοίταζε. "Θα περίμενε φαντασία από μένα, αλλά το κρατάω για μετά." του είπε γελώντας.
Τον έδεσε, πήρε το χασαπομάχαιρο και περίμενε να ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, τον φίμωσε και έβαλε και άλλο κρασί στο ποτήρι της. Του έδειξε το μαχαίρι. Στη θέα του χλώμιασε. Εκείνη απλά ικανοποιήθηκε. Το ήπιε μονορούφι και γονάτισε δίπλα στα πόδια του. Άρχισε να κόβει τα δάχτυλα. Ένα ένα με προσοχή, λες και έκοβε αγγούρι για τη σαλάτα. Δεν πεταγόταν πολύ αίμα, αλλά σπαρταρούσε από τον πόνο. Τα κομμάτια τα έβαζε σε μια σακούλα σκουπιδιών που είχε δίπλα της. Δεν ήξερε πως να τεμαχίζει με ακρίβεια, αλλά δεν την ένοιαζε. "Κανείς δεν γεννήθηκε τέλειος. Με την εξάσκηση θα μάθω." μονολογούσε.
Είχε τεμαχίσει τα πόδια, μα όταν έφτασε στη βουβονική περιοχή σταμάτησε. Τεμάχισε και τα χέρια και έμεινε να κοιτάζει ένα σώμα, δίχως άκρα, που ανοιγόταν μπροστά της. Αποφάσισε να κόψει και το κεφάλι, πράγμα που έκανε άγαρμπα, σκορπώντας αίματα παντού, αλλά πίστευε ότι με ένα βιβλίο ανατομίας και λίγο ψάξιμο στο ίντερνετ θα γινόταν ξεφτέρι. Της είχε μείνει όμως το υπόλοιπο. Πήγε στην ντουλάπα του μπαλκονιού και πήρε το σφυρί. Άρχισε να χτυπάει τον θώρακα και τα γεννητικά του όργανα, μέχρι που έγιναν πολτός.
Στάθηκε πάνω από τη μάζα, με τους μύες, τις ίνες και τη σάρκα και σκεφτόταν. "Πόσο ευάλωτοι είναι οι άνθρωποι τελικά. Ένας σωρός από σάρκα και αίμα. Και η ψυχή;" αλλά αυτή θα την ανακάλυπτε αργότερα. Πήρε το μαχαίρι και το έγλειψε. "Αδύναμη η σάρκα, δυνατή η γεύση της." σκέφτηκε, καθώς πήγαινε προς το κεφάλι. Το περιεργάστηκε λίγο και ύστερα πήγε στο μπάνιο. Γύρισε κρατώντας το κατσαβίδι. Το έβαλε στην αριστερή πλευρά και το έβγαλε από τη δεξιά. Τα μυαλά του ξεχύθηκαν στο πάτωμα.
Δεν ενθουσιάστηκε. Προτιμούσε το μυαλό όταν δούλευε, παρά όταν χυνόταν. Έβαζε τα κομμάτια σε σακούλες, ενώ σκεφτόταν ότι κάτι θα υπήρχε στους ανθρώπους, που να άξιζε να παρατηρήσει. Να ασχοληθεί και τελικά να το κρατήσει. Απλά θα έπρεπε να σταματήσει να χτυπά η καρδιά αρκετών από αυτούς για να βρει την απάντηση της. Γύρισε σπίτι κατάκοπη, αλλά πριν κοιμηθεί σχημάτισε τον αριθμό και πάτησε κλήση. Η φωνή στην άλλη άκρη απάντησε κοιμισμένη, "Ναι;" που με το ζόρι ακούστηκε. "Έλα Ορεστάκο. Ήθελα να δω τι κάνεις." απάντησε. "Παπαστρουμφ...Καλά είμαι. Κοιμάμαι. Να σε πάρω αύριο;" και έκλεισε το τηλέφωνο.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Για εκείνον...τον πόνο


Ήταν ένα απόγευμα. Το ψιλόβροχο δεν με απέτρεψε από το να βγω. Ούτε η δυνατή βροχή που έπιασε ελάχιστη ώρα από την στιγμή, που έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Βγήκα στο δρόμο και απλά ήθελα να περπατήσω. Μακριά από όλα και όλους, με την φαντασίωση πως δεν ξαναγυνάω. Δεν είχα σκεφτεί καν, πως ετούτη θα ήταν η μέρα. Όχι που θα συναντιόμασταν, αλλά που εγώ θα ήθελα να συναντηθούμε. Στην κατηφόρα τον ένιωσα να έρχεται πίσω μου. Επιτάχυνα ενστικτωδώς το βήμα μου. Άρχισε να τρέχει για να με προλάβει. Χαλάρωσα το ρυθμό μου. Ανόητε, τόσο καιρό δεν κατάλαβες τίποτα. Πάντα ήθελα να είμαι μαζί σου, ποτέ δεν θέλησα να σου ξεφύγω. Η ύπαρξη μου ήταν πάντα συνυφασμένη με τη δική σου.

Προχωρούσα αργά. Ένιωσα τη σκιά του να κυκλώνει. Τον άφησα να με πλησιάσει. Άφησα το σώμα μου να πέσει πίσω και χάθηκα στην αγκαλιά του. Δεν ήταν όμορφα, αλλά ήταν οικεία. Ήμουν εκεί που ήθελα και ας έπρεπε να είμαι αλλού. Ποιός το καθορίζει άλλωστε; Είχα κάνει την επιλογή μου. Τον είχα διαλέξει, μέχρι να αποφάσιζε εκείνος να με αφήσει. Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά μου και μου σκούπισε τα μάτια. Δεν χρειαζόμουν πια τα δάκρυα. Είχε αφήσει το στίγμα του βαθιά μέσα μου. Είχε σκορπίσει το άρωμα του παντού. Τι και αν λεγόταν οδύνη;

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Ο Σάκης του μποξ


Η πτήση ήταν ήσυχη. Μου έδωσαν παράθυρο και χάζευα έξω σε όλη τη διάρκεια της. Προσπαθούσα να μην σκέφτομαι. Είχα ένα ανέκφραστο πρόσωπο, που απέκτησε κάποιο ίχνος συναισθήματος, μόνο όταν αντίκρυσα την Παναγή. Ήμουν τόσο χαρούμενη που την έβλεπα και άλλωστε, κοντά της, πάντα ένιωθα ασφαλής. Και η ίδια ήταν ιδίαιτερα ευτυχής, που θα έμενα μαζί της για λίγο καιρό. Δεν μπορώ να πω βέβαια το ίδιο και για τους συγκατοίκους της. Το θεώρησα όμως λογικό. Τέσσερα άτομα στο σπίτι, αποτελούσαμε πλήθος.
Τακτοποιήθηκα και εναρμονίστηκα με το περιβάλλον σχεδόν αμέσως. Το μεγαλύτερο μου πρόβλημα ήταν ότι ενώ είχα αποφασίσει να ξανασχοληθώ με το σκίτσο, δεν είχα ούτε το χωρο, ούτε την ησυχία για να το κάνω. Οι ώρες που μου έμεναν κενές, από την προσωρινή δουλειά που είχα βρει σε ένα καφέ, συνέπιπταν με τις ώρες που ήταν όλοι στο σπίτι. Απόφασισα απλά να περιμένω μέχρι να μπορώ να μείνω κάπου, που τουλάχιστον θα είχα το δικό μου χωρο.
Προσφέρθηκε ο γείτονας να με βοηθήσει. Ο Σάκης, ένα αντιπαθέστατο καμάκι, που άλλη δουλειά δεν είχε, όλη την ώρα στα πόδια μας μπλεκόταν. Ήταν πρόθυμος να μου παραχωρήσει το δεύτερο υπνοδώματιο του, που ήταν άδειο. "Του μύρισε φρέσκο αίμα. Με όλες έτσι κάνει. Μην αγχώνεσαι." μου έλεγε η Παναγής. "Μην μου μυρίσει και μένα όμως, γιατί θα έχουμε πρόβλημα." απαντούσα.
Ένα απόγευμα που καθόμασταν ήσυχα, ήσυχα, με τον Σάκη να μας πρήζει να πάμε σε ένα κοντινό χωριό για σαββατοκύριακο, η Παναγής πετάχτηκε. "Ρε βλάκα. Το σπίτι έχει υπόγειο. Μπορείς να δουλεύεις εκεί. Μόνο ένα μεινέκτημα έχει." είπε. "Ποιό;" τη ρώτησα. "Έχει είσοδο μόνο από τον κήπο. Δεν συνδέεται με το σπίτι." έκανε, σχεδόν απολογητικά. "Και αυτό το λες πρόβλημα;" φώναξα με μυστήριο ύφος και κλείνοντας το μάτι στο Σάκη. Είχα πει, πως θα έκανα καινούρια αρχή εδώ, αλλά με υπόγειο δικό μου και ένα τύπο, που το φώναζε από μακριά, θέλω σκότωμα, δεν μπόρεσα να αντισταθώ.
Τα κανόνισα όλα με επιμέλεια. Εκείνος είπε πως θα φύγει για λίγες μέρες, αλλά στην πραγματικότητα θα του έδινα κατάλυμα στο υπόγειο. "Για να ζήσουμε τον έρωτα μας, ανενόχλητοι." έλεγε ο σαχλός. "Έρωτα, βίτσιο, κοντά είναι. Ανενόχλητοι όμως, αυτό είναι το σημαντικό." του απαντούσα ειρωνικά. Εγώ με τη δικαιολογία της δουλειάς και του γυμναστηρίου, συνήθεια που υιοθέτησα ακριβώς για αυτό το σκοπό, κοιμόμουν πλέον σχεδόν καθημερινά στο υπόγειο. Πίστευα πως δεν θα κινούσα καμία υποψία.
Είχε νυχτώσει για τα καλά όταν χτύπησε συνθηματικά την πόρτα. Του άνοιξα και μπήκε. Δεν τον κέρασα τίποτα. Τα υπνωτικά τα είχα αφήσει πίσω μου προ πολλού. Τον χτύπησα στο κεφάλι με ένα ξύλο, ενώ μου γύρισε πλάτη για να δει το χώρο. Μάτωσε λίγο και τρόμαξα. "Όχι ρε γαμώτο, δεν πρόλαβα να του κάνω τίποτα." σκέφτηκα, αλλά ευτυχώς δεν είχε πάθει τίποτα σοβαρό. Τον έγδυσα και τον κρέμασα στο τσιγκέλι, μετο κεφάλι προς τα κάτω.
Έβαλα τη φόρμα μου, τα γάντια του μποξ και άρχισα την καθιερωμένη γυμναστική. Όταν συνήλθε από το χτύπημα, έκανε μορφασμούς πόνου. "Κρίμα, που είσαι φιμωμένος και δεν ακούω κιόλας." του είπα, αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι καταλάβαινε. Πρέπει να τον χτύπαγα αρκετή ώρα, γιατί κάποια στιγμή λιποθύμησε και εγώ ένιωθα εξαντλημένη.
Τις πρώτες μέρες το διασκέδαζα, μετά βαρέθηκα λίγο. Δεν του είχα προκαλέσει μεγάλη ζημιά και δεν ήθελα να πεθάνει από ασιτία. Ήταν ώρα για τα μεγάλα μέσα. Έστρωσα ένα πλαστικό τραπεζομάντηλο από κάτω του και έβαλα τα ειδικά γάντια μου. Τους είχα κολλήσει καρφιά επάνω, για σίγουρα αποτελέσματα. Μετά τις πρώτες μπουνιές, το πρόσωπο του είχε γεμίσει αίματα, γι' αυτό άρχισα να τον χτυπάω στην κοιλιά.
Ένα καρφί από το αριστερό μου γάντι, γαντζώθηκε στο πλευρό του. Κατάφερα να βγάλω το γάντι, αλλά έμεινε κολλημένο το καρφί. Μετά από ώρες έπεσα κάτω εξουθενωμένη και μέσα στα αίματα. Ο Σάκης ζούσε ακόμα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι με τις αντοχές του και δεν κρατήθηκα. Τον κατέβασα και τον ξάπλωσα στο τραπεζομάντηλο. Πήρα μια ομπρέλα, από αυτές τις μεγάλες με τη μεταλλική μύτη και την κάρφωσα στην καρδιά του. Πλέον ήταν ζήτημα ωρών.
Όσο περίμενα έπρεπε να σκεφτώ πως θα εξαφάνιζα το πτώμα. Αν τον άφηνα θα μύριζε και θα με καταλάβαιναν. Κατέληξα γρήγορα. Θα τον τεμάχιζα και θα τον έβαζα σε σακούλες σκουπιδιών. Αλλά πως θα δικαιολογούσα τόσες σακούλες; Δεν αγχώθηκα, θα τις πήγαινα τμηματικά. Μου πήρε αρκετές μέρες να καμουφλάρω τα κομμάτια του μέσα στις σακούλες και να τις πετάξω όλες στα σκουπίδια.
Όταν πέταξα και την τελευταία και αφού καθάρισα το υπόγειο, αποφάσισα να γυρίσω σπίτι. Είχα να δω τις άλλες πολλές μέρες, πράγμα που με διεύκολυνε να ρωτήσω για το γείτονα και που εξαφανίστηκε. Ήταν όλες εκεί. Φτιάξαμε καφεδάκια και καθήσαμε στον καναπέ. "Δεν σου είπαμε τα νέα. Ο γείτονας άφαντος, ησυχάσαμε." είπε όλο χαρά η Παναγής. "Έλα ρε, αλήθεια; Όλο τα χάνω τα καλά η γκαντέμω." απάντησα γελώντας. "Μια χαρά σε βρίσκω πάντως." είπε η μία συγκάτοικος. "Είναι που γυμνάζομαι πολύ τελευταία, γι' αυτό."

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Τείχος



Υψώνεις πάλι τείχος



μα πια δεν με τρομάζει.


Το έκανες διάφανο


αυτό είναι που πειράζει.


Έτσι φαινόμαστε οι δυο


κι αυτό που μας διχάζει.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

One Big mummy

Έφτασα με το αμάξι κάτω από το σπίτι της. Δεν είχα καταλάβει πως βρέθηκα εκεί. Δεν ήθελα να μπλέξω τον Παπαστρούμφ σε αυτή την ιστορία, αλλά αποφάσισα να ανέβω πάνω. "Αφού έφτασα ως εδώ." σκέφτηκα και χτύπησα το κουδούνι. Ξαφνιάστηκε όταν με είδε, πράγμα που με έκανε να σκεφτώ πως μάλλον απουσιάζα καιρό.
Με τη μικρή συζήτηση μας μπόρεσα να καλύψω την απουσία μου με μια αρκετά πειστική δικαιολογία. Τα απέδωσα όλα σε μια ερωτική απογοήτευση, κάτι που ήταν άλλωστε η σπεσιαλιτέ μου και ευτυχώς για μένα, όλοι γνώριζαν. Με διευκόλυνε και ο Παπαστρούμφ βέβαια, αφού δεν έκανε ερωτήσεις, που θα μπορούσαν να με φέρουν σε δύσκολη θέση. Μόνο μία ερώτηση με δυσκόλεψε. "Τι θα κάνεις τώρα;" με ρώτησε και απάντηση δεν είχα.
Σπίτι μου δεν ήξερα αν ήταν ασφαλές να πάω. Αυτή η σκέψη έδωσε ώθηση στο λόγο μου. "Θα φύγω για ένα διάστημα. Μάλλον θα πάω στο Λονδίνο. Έχω αρκετούς φίλους εκεί. Θα μείνω μέχρι να ορθοποδήσω(χάσουν τα ίχνη μου) και μετά βλέπουμε." απάντησα με τέτοια σιγουριά, που τρόμαξα και εγώ η ίδια. Πρώτα όμως είχα μια υποχρέωση που δεν έπαιρνε άλλη αναβολή.
"Πρέπει όμως να συναντήσω ένα καλό φίλο πρώτα. Και πρέπει να γίνει σπίτι μου." είπα στον Παπαστρούμφ. "Δεν φοβάσαι να πας σπίτι;" με ρώτησε. "Λίγο ναι. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς." είπα αποφασιστικά και πήρα τον One Big Dj τηλέφωνο. Τα υπόλοιπα τα είχε αναλάβει ο Παπαστρούμφ. Του έκλεισα ραντεβού σπίτι μου, αργά το βράδυ. Πίστευα ότι ήταν η ώρα που θα κινδύνευα λιγότερο από τα ύποπτα βλέμματα.
Χαιρέτησα τον Παπαστρούμφ και ξεκίνησα για το διαμέρισμα μου. Έπρεπε να ήμουν έτοιμη όταν θα ερχόταν ο Big Dj για να γράψουμε το κοινό κείμενο, που λέγαμε τόσο καιρό. Έφτιαξα το γραφείο, ετοίμασα τους καφέδες για το ξενύχτι και περίμενα. Μου έκανε αναπάντητη, όπως του είπα, αντί να χτυπήσει το κουδούνι. Του άνοιξα και μπήκε μέσα. "Καλά, που χάθηκες;" με ρώτησε. "Έτρεχα." είπα γελώντας, γιατί εγώ ήξερα πως κυριολεκτούσα.
Καθήσαμε πλάϊ πλάϊ και ξεκινησάμε να γράφουμε. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρόταση που έγραφε, όταν το κεφάλι του έπεσε στο τραπέζι. "Αυτά τα υπνωτικά θαύματα κάνουν." μονολόγησα και πήγα στην αποθηκούλα να πάρω τα σύνεργα. Τον ξάπλωσα στο πάτωμα και τον έγδυσα. Δεν ήμουν σίγουρη ότι τα ρούχα θα με εμπόδιζαν, αλλά δεν ήθελα να το ρισκάρω. Έβαλα τα γάντια στα χέρια μου, τη χειρουργική μάσκα στο πρόσωπο μου και άνοιξα το βαρέλι με το υδροχλωρικό οξύ. Η μυρωδιά ήταν έντονη, αλλά η μάσκα θα με προστάτευε να μην εισπνεύσω το αέριο, μέχρι να τελείωνα το έργο μου.
Ξετύλιξα τις γάζες και άρχισα να τις βουτάω στο βαρέλι. Μέτα άρχισα να τις τυλίγω γύρω από το γυμνό σώμα του One Big Dj. Ξεκίνησα με τα πόδια και άρχισα να ανεβαίνω. Όταν τελείωσα και με το θώρακα και μου έμεναν τα χέρια και το κεφάλι, βγήκα στο μπαλκόνι. Με πίεζε ο χρόνος, αλλά έπρεπε να αναπνεύσω λίγο καθαρό αέρα. Έμεινα 5 λεπτά και επέστρεψα. Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το θέαμα του μουμιοποιημένου Dj όμως μου άρεσε και ήθελα να το τελειώσω.
Μου έμενε μόνο το κεφάλι όταν αναρωτήθηκα αν η διάβρωση που προκαλούσε το οξύ θα επέφερε το θάνατο πριν συνέλθει. Δεν ήθελα να ξυπνήσει και να νιώθει φριχτούς πόνους. Γι' αυτό έσταξα λίγες σταγόνες στο λαιμό του. "Αφού κάνει δουλειά απέξω, ας κάνει και από μέσα." σκέφτηκα και συνέχισα με τις γάζες. Όταν τον τελείωσα ήταν ένα αριστούργημα. "Τύφλα να' χουν οι φαραώ. Αυτά είναι μεγαλεία." φώναξα και βγήκα από το δωμάτιο.
Ήθελα να μείνω να δω τα αποτελέσματα της δημιουργίας μου, αλλά δεν είχα το χρόνο με το μέρος μου. Πήρα τηλέφωνο, κλείδωσα και έφυγα. Το πτώμα δεν με πείραζε πλέον να το βρουν σπίτι μου. Θα ήμουν άλλωστε μακριά όταν και αν γινόταν. Βγήκα από την εισόδο, αλλά ευτυχώς δεν χρειάστηκε να περιμένω. Ο Παπαστρούμφ είχε έρθει εγκαίρως για να με πάει στο αερόδρομιο. Τον αποχαιρέτησα και πέρασα τον έλεγχο των διαβατηρίων.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Τρίτη και 13 (μέρος Β')

Είχα αρχίσει να ανακτώ τις αισθησείς μου, μα προτίμησα την ασφάλεια του σκοταδιού. Εξάλλου ένιωθα ότι ήμουν δεμένη χειροπόδαρα, οπότε κάθε προσπάθεια αντίδρασης θα ήταν μάταιη. Δεν άνοιξα τα μάτια μου, πάρα μόνο όταν ένιωσα κάποιον ή κάποιους να μετακινούν το σώμα μου. Υπέθεσα πως νόμιζαν ότι ήμουν ακόμα ναρκωμένη και καλύτερα για όλους να εξακολουθούσαν να το πιστεύουν. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι με άκουμπησαν σε κάποιο κρεβάτι. Έλυσαν τα δεσμά μου και έφυγαν.
Άκουσα την πόρτα να κλείνει και τότε άνοιξα τα μάτια μου. Κοίταξα γύρω μου. Δεν ήμουν σε κάποιο κελί, φυλακής τουλάχιστον. Το δωμάτιο ήταν μικρό και σκοτεινό. Είχε μόνο ένα κρεβάτι και ένα μικρό παραθυράκι, σαν φεγγίτη. Μόνο ο μικρός λευκός νιπτήρας στη μία γωνία του δωματίου δημιουργούσε κάποια αίσθηση φωτός. Τρομοκρατήθηκα. Που στο καλό βρισκόμουν; Και ποιοί με έφεραν εδώ; Εδώ; Δεν ήξερα καν που ή τι ήταν το εδώ.
Αποφάσισα να περιμένω. Όχι ότι είχα και πολλές επιλογές. Ξάπλωσα και άφησα τον χρόνο να κυλήσει. Πρέπει να πέρασαν πολλές ώρες. Ούτε ξέρω πόσες. Άκουσα την πόρτα να ανοίγει. Μα δεν είδα κανέναν. Απλά έναν μεταλλικό δίσκο με φαγητό. "Πουλάς μυστήριο ε; " σκέφτηκα, μα δεν ανησύχησα. Αυτός ήταν ο τομέας μου και τον ήξερα καλά. Καλύτερα από τον καθένα. Ενώ έτρωγα παρατηρούσα ξανά το δωμάτιο. Τότε πρόσεξα για πρώτη φορά τις κάμερες στους τοίχους.
"Και αναρωτιόμουν πότε θα τις παρατηρούσες. Καλησπέρα και καλή διαμονή. Θα παραμείνεις κλεισμένη σε αυτό το δωμάτιο μέχρι να μου δώσεις τις απαντήσεις που θέλω. Τόσο εύκολο είναι." ακούστηκε η φωνή της Αλίκης. Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε στην αρχή. Δεν έκανα και καμία προσπάθεια βέβαια. Παρέμεινα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και σκεφτόμουν. Το μοναδικό πράγμα που διατάρασσε την ησυχία μου ήταν ο δίσκος με το φαγητό. Μέρχι εκείνη την ώρα τουλάχιστον. "Οrestis με απογοητεύεις. Είσαι τόσο ήρεμη, που δεν θυμίζεις με τίποτα το αβυσσαλέο ζώο που κατέσφαξε τόσο κόσμο. Δεν θέλω πολλά, απλά να μιλήσεις. Το κίνητρο σου με ενδιαφέρει." είπε και μετά ακολούθησε σιωπή.
Πλησίασα μία από τις κάμερες και της χάρισα το πιο σαρδόνιο χαμόγελο που διέθετα. Στον πρώτο γύρο είχα κερδίσει. Εγώ είχα παραμείνει σιωπηλή, ενώ εκείνη είχε προδώσει τα κίνητρα της. "Ώστε αυτό θέλεις; Γι' αυτό με έκλεισες εδώ. Για να με παρατηρείς να λυγίζω και να αποκαλύπτομαι. Αλλά μετά; Τι θα κάνεις άραγε μετά, αν αυτό υπάρξει;" σκέφτηκα και πήγα να ξαπλώσω. Η σκέψη μου είχε αλλάξει δρόμο, γεγονός που με ανησύχησε. Τόσο καιρό σκεφτομούν, πως και γιατί είχα βρεθεί εκεί. Τώρα ήξερα. Δεν θα άντεχα πολύ ακόμα.
Πράγμα που έγινε και πολύ πιο σύντομα από ότι υπολόγιζα. Σκεφτόμουν όλους όσους σκότωσα και γιατί. Ποτέ πριν δεν το είχα σκεφτεί. Πάντα τους διάλεγα τυχαία. Ένιωσα να πνίγομαι. Δεν ξέρω τι με έπνιγε πιο πολύ, οι κάμερες, οι τοίχοι ή οι ίδιες μου οι σκέψεις. Σε αυτόν τον δεύτερο γύρο, η Αλίκη έμοιαζε να είναι νικήτρια. Εγώ της χάρισα τη νίκη, εξαίτιας ενός εφιάλτη που είδα. Δεν άντεξα, άρχισα να χτυπάω τους τοίχους με τις γυμνές γροθιές μου, ουρλιάζοντας. Οι κάμερες ήταν ψηλά και δεν τις έφτανα. Τι πλησίασα όμως γεμάτη αίματα και λέγοντας, πως θέλω είτε να της μιλήσω είτε να της γράψω. Αρκεί να το έβγαζα από μέσα μου.
Πρέπει να λιποθύμησα κάποια στιγμή, γιατί βρέθηκα καθαρή στο κρεβάτι με ένα μαγνητοφωνάκι στο χέρι. "Μπορείς να μιλήσεις τώρα. Για όλα." μου είπε. Της φώναξα να κλείσει τις κάμερες, δεν ένιωθα άνετα να με παρακολουθεί σε μια τόσο προσωπική εξομολόγηση. Δεν ξέρω αν το έκανε. Πίστεψα όμως πως ναι. Έπρεπε να πιστέψω, για να μπορώ να μιλήσω. Πάτησα το play και άρχισα να μιλάω. Για τα θύματα μου, για το πως έγιναν οι φόνοι, για όλα, εκτός από το γιατί τους έκανα. Γέλασα λίγο πιστεύοντας, πως την είχα εκνευρίσει. Εκείνη όμως δεν αντέδρασε.
Έγραφα την τελευταία μου κασέτα, όταν συνειδητοποίησα πως τόσο καιρό που έγραφα, δεν είχε αντιδράσει, δεν είχε εμφανιστεί καν. Άφησα την πρόταση μισοτελειώμενη. Πλέον είχα καταλάβει. Πλέον ήξερα γιατί τα έκανα όλα. Αλλά δεν θα το αποκάλυπτα ποτέ και σε κανέναν. Ξάπλωσα πολύ κουρασμένη, αλλά με μια δόση ικανοποίησης, πως είχα κερδίσει και αυτόν τον γύρο. Το μόνο που έμενε ήταν να δούμε ποιά θα κέρδιζε το παιχνίδι.
Ξύπνησα από έναν θόρυβο μιας πόρτας που κάποιος την χτυπάει δυνατά. Είδα καθαρά ρούχα στο κρεβάτι μου. Τα φόρεσα κατευθείαν, παρόλο που θα προτιμούσα ένα ζεστό μπάνιο πριν. Η πολυτέλεια όμως ήταν κάτι που είχα αφήσει πίσω μου από τη στιγμή που βρέθηκα σε αυτό το δωμάτιο. Μόλις ντύθηκα πρόσεξα την πόρτα. Ήταν ελαφρώς ανοιγμένη. Πήγα προς τα εκεί και την άνοιξα. Δεν είδα κανέναν και αποφάσισα να βγω στο διάδρομο. Ανέβηκα τις σκάλες στο τέλος του, έχοντας καταλάβει πως βρισκόμουν σε κάποιο υπόγειο. Με έβγαλαν στην κουζίνα. Στο τραπέζι υπήρχε ένα κλειδί αυτοκινήτου και ένα σημείωμα. "Είσαι ελεύθερη. Φύγε."
Άνοιξα την πίσω πόρτα και βρέθηκα στον κήπο. Έφτασα στην καγκελόπορτα και βγήκα έξω. Το αμάξι ήταν παρκαρισμένο μπροστά. Μπήκα μέσα και ξεκινήσα. "Και τώρα; Που πάμε;" αναρωτήθηκα και για μια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να γυρίσω στο σπίτι, να δω αν ήταν κανείς μέσα. Κανείς και ζωντανός. Έκλεισα την πόρτα με δύναμη και άρχισα να κατευθύνομαι προς το σπίτι. Το κάτω μέρος ήταν άδειο, οπότε ανέβηκα επάνω. Το πρώτο δωμάτιο που μπήκα ήταν μάλλον της οικοδέσποινας. Ήταν αναισθητοποιημένη και φιμωμένη στο κρεβάτι της. Τα υπόλοιπα δωμάτια ήταν άδεια.
Δεν την πείραξα. Άλλα πράγματα είχαν προτεραιότητα τώρα. Θα μπορούσα βέβαια να πιστέψω στην καλή μου τύχη, μα ποτέ δεν πίστευα σε κυρίες που δεν είχα γνωρίσει. Έφυγα γρήγορα και πήγα στο αυτοκίνητο. Το που θα πήγαινα θα το αποφάσιζα στη διαδρομή. Άνοιξα το ράδιο και κατέβασα το παράθυρο. Ήμουν χαρούμενη. Με προβλημάτιζε η ταυτότητα του "σωτήρα" μου, αλλά εκτός του ότι πίστευα πως θα μου εμφανίζοταν κάποια στιγμή, η ουσία ήταν άλλη. Είχα καταλάβει.
"Γιατί τα έκανα όλα αυτά; Απλά επειδή μπορώ και μου αρέσει. Φαντάσου τι θα κάνω τώρα που το συνειδητοποίησα. " φώναξα και έσκασα στα γέλια.


[Ερώτηση προς το κοινό: το ότι το ανεβάζω σήμερα, για να ανεβάσω ένα με αίμα αύριο με καθιστά άρρωστη ή προβληματική;]

H Orestis αναπολεί

Κάποτε σ' αγάπησα
μα ακόμα σ' αγαπώ.
Κάποτε σου είπα πως ήσουν τα πάντα
μα τώρα το πιστεύω.
Κάποτε σε έχασα
μα ακόμα σε έχω.
Κι αν οι δρόμοι μας δεν διασταυρωθούν ποτέ,
είναι μάλλον γιατί πάντα
ήταν παράλληλοι.
[Με αφορμή "κάτι" αναπόλησα (για την ακρίβεια πήγα πολλά χρόνια πίσω), μελαγχόλησα και τέλος χαμογέλασα. Όχι για εκείνον, μα για την αγάπη, που δεν σβήνεται, δεν χάνεται. Μπορεί να αλλάζει μορφή και κατοικία, μα στην ουσία της παραμένει αναλλοίωτη.]

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2007

Τρίτη και 13

Ξύπνησα σχεδόν χαράματα. Προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, μα στάθηκε αδύνατο. Με ξύπνησε μια αίσθηση, που είχα-καιρό τώρα η αλήθεια- ξεχάσει. Η αίσθηση της δίψας για αίμα, συνοδευόμενη από έναν φόβο. Έναν φόβο πως σήμερα έπρεπε να μείνω ήσυχη και άπραγη στο σπίτι. Τελικά σηκώθηκα. Δεν άντεξα την οριζόντια στάση του σώματος μου. Πήγα μηχανικά στην κουζίνα και έβαλα το νερό να ζεσταίνεται. Κοίταξα το ημερολόγιο. "Σύμπτωση θα είναι." σκέφτηκα και πήγα στο μπάνιο.
Με κοίταζα στο μεγάλο καθρέφτη. Οι αναγεννησιακές μου μπούκλες έπεφταν ανέμελα στους ώμους, τονίζοντας το ήρεμο και αθώο μου πρόσωπο. Έβγαλα τα γυαλιά μου, έπιασα τα μαλλιά σε ένα σφιχτό κότσο και ξανακοίταξα στον καθρέφτη, μέχρι να εμφανιστεί η μορφή, που πεισματικά, ήθελα να αντικρύσω. Τότε είδα εκείνο το πλάσμα, με το θολό βλέμμα και τη δίψα να διαγράφεται στο πρόσωπο του. Δίψα να νιώσει τη φοβισμένη σάρκα και το φρέσκο αίμα. Χαμογέλασα με αρκετή δόση ικανοποίησης και πήγα να πιω τον καφέ μου.
Η ημερομηνία εξακολουθούσε να με προβληματίζει. Και αυτό το ρημάδι το ένστικτο, χρόνια συμπαραστάτης μου, μα τώρα είχε έρθει αντιμέτωπο με το πάθος. Πώς να το νικήσει; Ειδικά σήμερα. Ειδικά όταν κατάλαβα ότι το πάθος μου είχε αντικείμενο. Δεν ήθελα να γευτώ οποιδήποτε αίμα, ήθελα το δικό του. Και τίποτα δεν θα με εμπόδιζε. Θα πήγαινα σπίτι του και θα εξαφάνιζα και αυτόν και κάθε συναίσθημα που μου είχε προκαλέσει.
Δεν θα τηλεφωνούσα. Θα ήταν σπίτι. Είχε περάσει το τριήμερο, θα επέστρεφε. Θα γυρνούσε ο Μάνος να θαυμάσει τα έργα του. Πάντα έτσι έκανε. Δημιουργούσε με τα λάδια του και έπειτα έφευγε για 3 μέρες, γιατί δεν άντεχε τη μυρωδιά. Ούτε τους ανθρώπους τους άντεχε βέβαια, για πολύ. Έμπαινε στο πετσί τους και μετά έφευγε, γιατί δεν άντεχε τις δεσμεύσεις. Δεν είχα όμως χρόνο. Έπρεπε να βιαστώ.
Μπήκα με το κλειδί μου. Ποτέ δεν το επέστρεψα. Τον βρήκα στο ατελιέ. Κοιτούσε τους πίνακες να δει αν χρειάζονταν διορθώσεις. Δεν ξαφνιάστηκε, σαν να με περίμενε. Έπινε Σάκε. Λάτρης των ιαπωνικών σε όλες τους τις μορφές. "Θέλεις;" με ρώτησε. "Ναι." είπα και πήγα στην κουζίνα να πάρω ποτήρι. Με τρία ποτηράκια όλα φαίνονταν αλλιώς. Κάπως τρεμάμενα, αλλά όμορφα. Ο Μάνος είχε πιει πολλά περισσότερα. Δεν το σήκωνε. Σύντομα θα έπεφτε για ύπνο. Έτσι έγινε.
Μου φάνηκε σαν δώρο, το ότι δεν θα έπρεπε να τον ναρκώσω εγώ. Το εκμεταλλεύτηκα αμέσως. Τον φίμωσα και τον ξάπλωσα στο πάτωμα. Καθώς τον κοίταζα, σκέφτηκα να του βγάλω τα μάτια με τα πινέλα του. Δεν επιθυμούσα όμως να είναι ένα έγκλημα πάθους, αλλά ένα έγκλημα τέχνης. Δεν ήξερα πως να το κάνω. Τον έγδυσα και άρχισα να τον αλείφω με τα λάδια του. Όντως η μυρωδιά ήταν αφόρητη. Σκέφτηκα πως μπορεί να ήταν η γεύση τους. Κρίμα που δεν θα τα δοκίμαζα εγώ, αλλά εκείνος. Δεν ήμουν σίγουρη αν κατάπιε ή όχι. Δεν με ένοιαζε κιόλας.
Με ενδιέφερε όμως να σταματήσει να αναπνέει. Και γι' αυτό έπρεπε να βεβαιωθώ. Έβαλα λίγο ακόμα Σάκε, άναψα και ένα τσιγάρο και τον κοίταζα. Ξαφνικά είδα το καβαλέτο. Θα τον σταύρωνα πάνω του, αλλά ήταν πολύ ψηλός και θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Μπορούσα όμως να κάνω το αντίθετο. Πράγμα που έκανα. Με διευκόλυνε και το καβαλέτο, που ήταν τρίποδο και μεταλλικό. Τα πόδια του καβαλέτου μπήχτηκαν στην κοιλιά του. Το αίμα του σκορπίστηκε παντού. Γέμισα με αίματα, αλλά δεν με πείραξε. Σύντομα θα ήταν νεκρός.
Ενώ απολάμβανα το θέαμα, κάτι τράβηξε την προσοχή μου. Ακόμα και αν είχα αντιληφθεί νωρίτερα την παρουσία της, πάλι δεν θα προλάβαινα να πλυθώ για να ξεφορτωθώ το αίμα. Άλλωστε, υπήρχε και το πτώμα του στο δωμάτιο. Δεν πλησίασε. Στεκόταν στην πόρτα και με κοίταζε. "Υπαστυνόμος Αλίκη Παπαγεωργίου." είπε, αλλά δεν έδωσα σημασία. "Σε παρακολουθώ καιρό Orestis, αλλά ήθελα να σε δω και επί τω έργω." είπε και πάτησε τη σκανδάλη του όπλου της. Βυθίστηκα στο σκοτάδι, αλλά δεν φοβόμουν. Πιο πολύ τρόμαζα στην ιδέα ότι θα άνοιγα τα μάτια μου και θα αντίκρυζα φως.
Τέλος πρώτου μέρους. Η συνέχεια στο επόμενο.
[Αφιερωμένο στον Παπαστρουμφ. Και ναι, δεν σκοτώνουμε πλέον μόνο bloggers.]

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2007

Φονική χαρά

Ήταν ένα ήρεμο απόγευμα Κυριακής. Όπως πάντα χαλάρωνε στον καναπέ συντροφιά με τις μουσικές της. Καμιά φορά ερχόταν και κανένας φίλος για καφεδάκι. Σήμερα ήταν μία από αυτές τις φορές. Όταν άνοιξε την πόρτα και την είδε η Σούλα, έμεινε κάγκελο. "Δεν περίμενα να σε βρω με τις πυζάμες." της είπε. "Αφού εσένα περίμενα ρε φιλενάδα. Τι να έβαζα;" απάντησε χαμογελαστή η Orestis.
H αλήθεια είναι πως σπάνια επέτρεπε να την δει κάποιος έτσι, αλλά με τη φίλη της δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. "Άλλωστε, που θα το πει μετά από αυτόν τον καφέ;" σκέφτηκε και γέλασε. Της ετοίμασε τον καφέ και κάθισαν να τα πουν. Η Σούλα πρόσεξε μια περίεργη γυαλάδα στα μάτια της Orestis, αλλά καθησυχάστηκε όταν της είπε πως απλά έγραφε πριν να έρθει εκείνη. Ούτε τον μισό καφέ της δεν είχε πιει η Σούλα, όταν της έπεσε η κούπα από τα χέρια και η ίδια σωριάστηκε στον καναπέ. "Τι στο καλό, αμέσως την έπιασε;" αναρωτήθηκε η Orestis και της έδωσε δυο χαστούκια να βεβαιωθεί ότι την έπιασε η νάρκωση.
Η μεταφορά στο πίσω σαλόνι ήταν εύκολη. Η Σούλα ήταν ψηλή, αλλά πολύ αδύνατη και δεν την δυσκόλεψε καθόλου. Την έβαλε στην κούνια, την έδεσε και περίμενε να ξυπνήσει. Δεν είχε νόημα άλλωστε αλλιώς. Η Σούλα συνήλθε με τρομερό πονοκέφαλο. Προσπάθησε να σηκωθεί όταν διαπίστωσε πως βρισκόταν δεμένη σε μια κούνια. Κοίταξε γύρω της. Η κούνια κρεμόταν στο κέντρο του δωματίου, από το ταβάνι και οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με μαύρες σατέν κουρτίνες. "Ρε Orestis τι βλακείες κάνεις; Σου είπε κανείς ότι έχω κανένα απωθημένο με παιδική χαρά;" ούρλιαξε η Σούλα. "Γλυκιά μου, εδώ δεν είναι παιδική, αλλά φονική χαρά." φώναξε η Orestis καθώς τραβούσε τις κουρτίνες αποκαλύπτοντας καρφιά σε διάφορα μεγέθη κατά μήκος των τοίχων.
Η Σούλα χλώμιασε. Δεν είχε καταλάβει όμως ακόμα τι ακριβώς είχε στο μυαλό της η Orestis. Όταν την είδε με το τηλεκοντρόλ στο χέρι και ένιωσε την κούνια να πηγαίνει πέρα δώθε κατάλαβε. Η πρώτη επαφή του σώματος της με τα καρφιά της προκάλεσε απλά κάποιες γρατσουνιές. Στη συνέχεια όμως δυνάμωσε ο ρυθμός με τον οποίο κινούσε την κούνια και άρχισε να πέφτει με ορμή πάνω στους τοίχους. Το πρόσωπο της βρήκε με δύναμη σε κάτι μικρά καρφιά με αποτέλεσμα να μείνει επάνω σε ένα από αυτά το μάτι της. Σφάδαζε από τον πόνο.
Η Orestis όμως δεν έδειξε κανένα οίκτο. Πήγε στο σαλόνι δυνάμωσε τη μουσική και επέστρεψε. Μέσα σε ελάχιστη ώρα το κορμί της Σούλας είχε κατακρεουργηθεί. Τα καρφιά την είχαν γεμίσει με τρύπες από τις οποίες έτρεχε αίμα. Ψιθύρισε σταμάτα κάποια στιγμή, αλλά η απάντηση που πήρε ήταν: "Όλα τα παιδάκια θέλουν να μείνουν κι άλλο, εσύ αντιδραστική όπως πάντα." είπε χαιρέκακα η Orestis. Την ίδια ώρα που το είπε όμως και καθώς την έβλεπε να αργοπεθαίνει πάνω στην κούνια, κάτι ένιωσε. "Ώρα για το τελειωτικό. Κρίμα να πεθάνει πριν το νιώσει." μονολόγησε και ρύθμισε το τηλεκοντρόλ για να κατέβει η κούνια και να έρθει στο ύψος που βρισκόταν το μεγάλο κεντρικό καρφί.
Πάτησε το κουμπί και η Σούλα σφηνώθηκε πάνω του. Την άφησε εκεί για λίγη ώρα και μετά επανέφερε την κούνια με το σώμα της Σούλας ή έστω ό,τι είχε απομείνει από αυτό στο κέντρο του δωματίου. Η καρδιά της έμεινε εκεί να δεσπόζει στο μέσο του τοίχου. Κοίταξε το άψυχο κορμί της, σκέφτηκε πως την αποκαλούσε συνήθως και είπε: " Δεν έχω καρδιά έλεγες Σούλα, θυμάσαι; Γι' αυτό πήρα τη δική σου."

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Το γράμμα

"Έχει περάσει καιρός. Θα αναρωτιέσαι που είμαι και πως ακριβώς έγινε. Δεν έχει όμως σημασία. Καμία σημασία πλέον. Το μόνο που μετράει είναι εκείνη η πρωτόγνωρη, ηδονική και ταυτόχρονα τρομαχτική εμπειρία. Ήθελα να γίνει γρήγορα, ανώδυνα. Τη θεωρούσα το άλλο σου μισό. Δεν ήθελα να νιώσει πόνο, για να μην πονέσεις και εσύ. Απλά της έδωσα καφέ. Όπως και στους άλλους. Έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας σχεδόν αμέσως.
Την κοίταζα ακίνητη και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, είχα την επιθυμία να ξαπλώσω δίπλα της. Έγειρα το κορμί μου πάνω της και μείναμε έτσι για ώρα. Δεν με ενοχλούσε το παγωμένο πλακάκι. Η σάρκα της ήταν καυτή και αυτό μου έφτανε. Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Δεν είχα νιώσει καμιά έλξη, για κανένα από τα προηγούμενα θύματα μου. Στοργή, θυμό, λύπη, ίσως ναι, αλλά έλξη ποτέ. Νευρίασα με τον εαυτό μου. Ζήτησες να κάνω κάτι με τη Μιρέλα, μα εγώ ήμουν ή τουλάχιστον ένιωθα ανήμπορη απέναντι της. Σηκώθηκα βιαστικά, είχε αρχίσει να συνέρχεται. Δεν την είχα δέσει. Θόλωσα, δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Όλα έγιναν σχεδόν ενστικτωδώς. Θυμάμαι αμυδρά το κεφάλι της στα χέρια μου, να το χτυπάω με μανία στο πάτωμα.
Τα χέρια μου πλεγμένα στα ξανθά της μαλλιά γέμισαν με αίμα. Ακούμπησα το κεφάλι της στο πλακάκι και το αίμα άρχισε να χύνεται παντού. Στάθηκα λίγη ώρα να την κοιτάζω. Ήθελα να δω και άλλο αίμα. Πήρα το μαχαίρι από το συρτάρι και άρχισα να την μαχαιρώνω. Σταμάτησα μόνο όταν είχα τυλιχτεί ολόκληρη στο αίμα, στο αίμα της Μιρέλας. Το κόκκινο ποτάμι της είχε αρχίσει να πλημμυρίζει όλο το σπίτι. Πέταξα το μαχαίρι, έβγαλα τα παπούτσια μου και άρχισα να περπατάω με τα πόδια γυμνά στα πλακάκια. Η αίσθηση του κρύου με ενοχλούσε ελαφρώς , αλλά το πηχτό, καυτό της αίμα έμοιαζε με λάβα κάτω από τα πόδια μου και με γέμιζε με μια αίσθηση ευφορίας. Άφησα τα ίχνη από το πέλμα μου σε όλο το σπίτι, προσπαθώντας να πατάω στο κέντρο του πλακακιού και όχι στους αρμούς του.
Μετά από αρκετές βόλτες, το σπίτι θύμιζε έργο τέχνης, που έφερε την σφραγίδα της, αναμειγμένη με την δική μου. Δεν μου έφτανε όμως. Ήθελα να αφήσω και αλλού τα σημάδια της. Βγήκα στο δρόμο όπως ήμουν και άρχισα να περπατάω. Όταν κατάλαβα ότι "την" είχα σκορπίσει παντού, μπήκα στο αυτοκίνητο. Έκλαιγα γοερά. Μέχρι τώρα ήθελα να μην αφήνω ίχνη και να τους εξαφανίζω στα γρήγορα. Μαζί της ήταν διαφορετικά. Μου δημιούργησε την αίσθηση ότι έπρεπε να την μοιραστώ με όλο τον κόσμο. Με κυρίευσε τρόμος. Κάποια αισθήματα δεν θέλεις να τα μοιράζεσαι με κανέναν. Με τα άλλα θύματα μου είχα αυτή ακριβώς τη σχέση. Η Μιρέλα κατάφερε το αντίθετο, να με κάνει να θέλω να μοιραστώ την ηδονή της ύπαρξης της με όλους. Γι' αυτό εξαφανίστηκα Σούλα. Για να κρατήσω τη θύμηση των όσων έγιναν μόνο δική μου. Στα γράφω όμως, γιατί θέλω να πιστεύω πως ήσουν και εσύ μπλεγμένη στον ίδιο ιστό και πως αυτό το ηδονικό πλάσμα, είχε την ίδια επίδραση και σε σένα."
Φιλικά Orestis

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Πόνος

Χάθηκαν τα φτιασίδια μου
και έγιναν στάχτη.
Απόμεινε η ψυχή, γυμνή
να σε κοιτάει.
Ενώθηκαν τα χείλη σου
μία δεν είπες λέξη.
Και τα δικά μου' μείναν υγρά,
σφιχτά, στο άσπρο μαξιλάρι.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ταπετσαρία

Ρούφηξε αγχωμένα την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο της. Η γεύση της γόπας της προκάλεσε μια μικρή αίσθηση αηδίας. Έπρεπε να κόψει την κακή συνήθεια να καπνίζει τα τσιγάρα μέχρι τέλους. Όμως δεν ήταν αυτό το πρόβλημα της τώρα. Σκεφτόταν πως δεν έπρεπε να τον καλέσει σπίτι της. "Όλοι οι άλλοι εντάξει, αυτός όμως με τρομάζει. Ίσως θα έπρεπε να τον αφήσω ήσυχο." έλεγε στον εαυτό της.
Ξαφνικά όμως θυμήθηκε το γέλιο του, όταν του είπε με τι ασχολείται και τα μάτια της άρχισαν να πετούν σπίθες. "Χαχαχα. Είσαι γλύπτρια και τώρα ασχολείσαι με ταπετσαρίες." αυτή ήταν η αντίδραση του Μορφέα και δεν της άρεσε καθόλου. "Έπρεπε να συμπληρώσω ανθρώπινες, να σου κοπεί το γέλιο." σκέφτηκε και αποφάσισε να μείνει στο αρχικό σχέδιο.
Το κουδούνι ακούστηκε στις 6:30 ακριβώς. Εγγλέζος για το μάθημα γλυπτικής ο κύριος Μορφέας. Άνοιξε φορώντας το καλύτερο και πιο αθώο της χαμόγελο. "Καλώς ήρθες." του έιπε. "Καλώς όρισα στο βασίλειο της Orestis." απάντησε καθώς έμπαινε στο σαλόνι. "Είμαι πανέτοιμος για το μάθημα." έκανε χαμογελώντας. "Ωραία. Να πιούμε ένα καφεδάκι πρώτα όμως." και του έγνεψε να την ακολουθήσει στην κουζίνα.
Καθώς έριχνε το ζεστό νερό στην κούπα, ο Μορφέας παρατήρησε τα χέρια της. "Γιατί φοράς γάντια;" ρώτησε έκπληκτος. "Για να μην αφήσω αποτυπώματα στον πηλό." είπε ετοιμόλογη όπως ήταν. Μετά από λίγο καφέ και δυο τσιγάρα, έκρινε πως είχε έρθει η ώρα να αρχίσει το μάθημα. Κατευθύνθηκαν στο πίσω δωμάτιο, που είχε μετατραπεί σε εργαστήριο. Ο Μορφέας έμεινε έκπληκτος με τα άπειρα κοπίδια και χειρουργικά εργαλεία, που δέσποζαν δίπλα στον τεράστιο πάγκο.
Δεν ρώτησε τι τα ήθελε. Υποψιάστηκε πως κάπου χρησίμευαν και σύντομα θα το ανακάλυπτε. "Λοιπόν, θα φτιάξουμε ταπετσαρία για την πολυθρόνα μου. Θέλω καιρό να την αλλάξω." του είπε εκείνη. "Τι πρέπει να κάνω;" ρώτησε. "Βάλε το χέρι σου στον πάγκο, να το σχεδιάσουμε, για να κόψουμε μετά το ύφασμα στο σχήμα του χεριού σου." απάντησε αδιάφορα, ψάχνοντας τα εργαλεία της. Όταν έβαλε το χέρι του, πήρε το κοπίδι και το κάρφωσε με μανία στο χέρι του. Ο Μορφέας ούρλιαξε από τον πόνο και προσπάθησε να τραβήξει το χέρι του, αλλά το κοπίδι είχε καρφωθεί με τόση δύναμη, που είχε διαπεράσει το χέρι του και είχε πιαστεί και στον πάγκο.
"Σε λίγο θα μουδιάσεις και δεν θα νιώθεις καν τον πόνο." είπε, καθώς έπαιρνε το μικρό μαχαίρι. Το έφερε στο λαιμό του και τον χαράκωσε από την μια άκρη ως την άλλη. Το αίμα άρχισε να τρέχει ζεστό και πυκνό και να γεμίζει την Orestis, αλλά και τα πάντα γύρω της με αίμα. Όταν απελευθέρωσε το χέρι του Μορφέα από τον πάγκο, το σώμα του έπεσε στο πάτωμα σπαρταρόντας σαν το ψάρι και χύνοντας ακόμα περισσότερο αίμα.
"Α ρε Μορφέα, θάλασσα τα έκανες. Θάλασσα αίματος." είπε και έσκασε στα γέλια. "Και σας το έχω πει. Μην με νευριάζετε. Όταν θυμώνω γίνομαι παρορμητική και απρόσεχτη." σκεφτόταν ενώ πήγαινε να πάρει τη σφουγγαρίστρα για να μαζέψει το χαμό, που είχε δημιουργήσει. Μαζέψε τα πολλά και αποφάσισε να καθαρίσει το χώρο αργότερα, όταν θα είχε ολοκληρώσει το έργο της.
Πήγε πάνω από το πτώμα του Μορφέα, τον έγδυσε από τη μέση και πάνω και τον γύρισε μπρούμυτα. Πήρε ένα σφουγγάρι και έβρεξε την πλάτη του, για να είναι και καθαρή και υγρή. Μετά με τα χειρουργικά της εργαλεία χάραξε δυο τετράγωνα στην πλάτη του, αφαίρεσε το δέρμα και το ακούμπησε στον μεταλλικό δίσκο πάνω στον πάγκο. Γύρισε τον Μορφέα ανάσκελα και επανέλαβε τη διαδικασία στον θώρακα του.
Αφού τελείωσε, πήρε το μέτρο και άρχισε να μετράει την πολυθρόνα για να δει πως θα έραβε τα κομμάτια για την ταπετσαρία. "Όχι ρε γαμώτο, δεν φτάνει το δέρμα για την πολυθρόνα." σκέφτηκε και κοίταξε το σώμα του Μορφέα. Δεν ήθελε όμως να χρησιμοποιήσει και άλλα, μικρότερα κομμάτια δέρματος. "Δε γαμιέται. Και το μαξιλάρι χρειάζεται μια αλλαγή ταπετσαρίας." είπε φωναχτά και πήγε να ανοίξει την ραπτομηχανή.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2007

Εσύ


Έσκυψες στο χώμα

και το φίλησες,

μα δεν γίνατε ένα.

Φύσηξε ο αέρας

και σε σκόρπισε,

γιατί εκεί ανήκεις!


Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

Πάρτυ γενεθλίων

Η ώρα ήταν ήδη 7 το απόγευμα, αλλά δεν είχε αγχωθεί με το χρόνο. "Μέχρι τις 9 που θα αρχίσει το πάρτυ, προλαβαίνω άνετα να ετοιμαστώ." σκέφτηκε και χώθηκε στην μπανιέρα. Ένα ζεστό μπάνιο ήταν ότι έπρεπε για να χαλαρώσει, ειδικά έχοντας αφιερώσει εκτός από μέρες και όλο το μεσημέρι στις ετοιμασίες.
Βγήκε από το μπάνιο, τυλίχτηκε στο μπουρνούζι και πήγε στο δωμάτιο. Διάλεξε τι θα φορέσει, έβαλε όμως κάτι πρόχειρο για να κάνει την τελική επιθεώρηση στο χώρο. Πήγε στο σαλόνι και κοίταξε γύρω το στήσιμο. "Λοιπόν, τα ποτά τα ανέλαβε ο Wrong, τα φαγητά ο George, τα γλυκά ο Apsoy, τις προσκλήσεις ο Ethan, μουσική επιμέλεια ο Big Dj και Never. Από τα πρακτικά είμαστε έτοιμοι. Περιμένουμε και τους άλλους και ξεκινάμε." μονολόγησε για λίγη ώρα και πήγε να ετοιμαστεί.
Έβαλε ένα ποτό και περίμενε. Η πρώτη που έφτασε ήταν η Veloz."Xρόνια πολλά Orestis." είπε με το που μπήκε. "Ευχαριστώ πολύ. Ευτυχώς που ήρθες πρώτη. Ήθελα να σε ενημερώσω, πως σε περίπτωση που έρθουν οι μπάτσοι να μας το διαλύσουν, εσύ θα βγεις μπροστά να σώσεις την κατάσταση." είπε γελώντας. Η Veloz συμφώνησε. Μετά από λίγο εμφανίστηκαν οι Equilibrium, Phoebus, Kούκος, Diage, Μουσίτσα και Merawen.
"Όλοι παρόντες. Πολύ χαίρομαι." αναφώνησε η Orestis και έβαλε σε όλους ένα ποτό. "Θα φάμε πρώτα και την τούρτα μετά, έτσι;" τους ρώτησε. "Ναι." είπε σύσσωμο το πλήθος. "Όμως, μουσική γιατί δεν έχουμε;" ρώτησε η Veloz. "΄Σε λίγο, μην βιάζεσαι." απάντησε η Orestis. Κάθονταν τρώγοντας, πίνοντας και μιλώντας. "Ρε συ, εκπληκτικές οι προσκλήσεις σου." έκανε η Merawen. "Ο Ethan τις έφτιαξε." γέλασε η Orestis.
Τους ζήτησε συγγνώμη για λίγο και πήγε στο δωμάτιο. Επέστρεψε κρατώντας ένα cd. "Τώρα θα σας φτιάξω τρελά." είπε όλο χαρά. "Καλά, εσύ μικρή γιατί δεν τρως τίποτα;" ρώτησε ο Κούκος, ενώ είχε αρχίσει να ακούγεται η μουσική, που έβαλε να παίζει η οικοδέσποινα. Δεν πρόλαβε να απαντήσει, τη διέκοψε η Μουσίτσα. "Καλά ουρλιαχτά ακούγονται;" ρώτησε και όλοι κόιταξαν έντρομοι την Orestis. "E, που είναι οι άλλοι; Wrong, Ethan, George, Apsoy, Never και Big Dj;" φώναξε ο Equilibrium.
"Σε δικό μου πάρτυ ήρθατε. Τι περιμένατε;" απάντησε με σατανική φωνή. "Ο καλός μου Wrong έγινε ωραιότατο ποτό, που πίνετε, ο George ωραιότατο φαγητό, που τρώτε, τους Never και Big τους ακούτε, τους ηχόγραφησα ενώ τους έσφαζα, όσο για τον Ethan, τι να πω; Δάνεισε το σώμα του ή μάλλον το δέρμα του για να φτιάξω τις προσκλήσεις. Α, ο Apsoy έκανε διάιτα, οπότε ήταν ιεροσυλία να τον κάνω τούρτα, οπότε απλά τον έπνιξα." είπε ατάραχη και έμειναν να την κοιτάζουν αμίλητοι και αμήχανοι.
Δεν προλάβαν όμως να αντιδράσουν, το δηλητήριο που είχε ρίξει στα ποτά και στα φαγητά, για να είναι σιγουρη είχε αρχίσει να επιδρά. Σε λίγη ώρα άρχισαν ένας ένας να πέφτουν νεκροί. Κάθισε στη μέση του καναπέ, κοίταξε γύρω της τα πτώματα και σκέφτηκε πως είχε έρθει η ώρα για την τούρτα. Την έφερε, την ακούμπησε στον καναπέ, άναψε τα κεράκια και περίμενε. "Μπράβο, τώρα που τους ξέκανα όλους, να δω ποιός θα μου τραγουδήσει το Happy Birthday." φώναξε, αλλά δεν πτοήθηκε.
Πήγε στο στερεοφωνικό, έβαλε ένα cd, πάτησε το play και άρχισε να τραγουδάει, το "Γιορτάζω" του Καλλίρη.
[Σας ευχαριστώ όλους για τη συμμετοχή. Όπως καταλάβατε ήταν γιορταστική και άκρως χιουμοριστική η blogoφονία. Όσο για άσμα, μάλλον θα άκουγα αυτό και όχι το "Γιορτάζω".]

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Δανεικό

Αγάπησες την ανασφάλεια σου
την μοναξιά σου, που σε μαχαιρώνει,
το φόβο του είναι σου,
το κορμί του μύθου,
και αυτό το ονόμασες, έρωτα.
[Από την ποιητική συλλογή "Σαλτάρισμα".]

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

Orestis-Equilibrium 1-1


Η Παρασκευή είχε έρθει και ήταν έτοιμη για αναχώρηση. Αν και το περίμενε καιρό αυτό το διήμερο, κάτι την κολλούσε. Είχε ένα παράξενο αίσθημα ότι δεν έπρεπε να πάει. Το είχε υποσχεθεί όμως και αυτό ήταν υπεράνω όλων. Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Δεν ήταν μεγάλη διαδρομή, αλλά έφτασε όταν είχε βραδιάσει για τα καλά. Στη θέα του σπιτιού τρόμαξε λίγο. Της θύμισε τις επαύλεις που έβλεπε στα θρίλερ. Δεν πτοήθηκε όμως, προχώρησε στον κήπο, έφτασε στην πόρτα, χτύπησε το κουδούνι και περίμενε.
Ο Equilibrium άνοιξε όλο χαρά. "Καλώς την. Δεν δυσκολεύτηκες να το βρεις ε;" την ρώτησε. "Όχι. Οι οδηγίες σου ήταν πολύ καλές." απάντησε και μπήκε μέσα. Της έδειξε το δωμάτιο της και της είπε ότι θα την περίμενε κάτω να πάρουν ένα απεριτίφ πριν το δείπνο. "Χμ, αυτή είναι δική μου ατάκα. Λες;" σκέφτηκε όσο ετοιμαζόταν. Έκανε ένα γρήγορο ντους, ντύθηκε και κατέβηκε. Τον βρήκε μπροστά στο τζάκι.
"Έτοιμη; Τακτοποιήθηκες εντάξει;" τη ρώτησε. "Ναι, όλα μια χαρά." απάντησε. Ένιωθε μια περίεργη αμηχανία στον αέρα, αλλά δεν μπορούσε να την εξηγήσει. Κάποια στιγμή δεν άντεξε και τον ρώτησε. "Πώς και μένεις μόνος σε τόσο μεγάλο σπίτι." είπε με σιγανή, σχεδόν φοβισμένη φωνή. "Μεγάλο και ερημικό. Ότι πρέπει για την περίσταση. Δεν μένω μόνιμα εδώ γλυκιά μου Orestis." είπε με τόνο άκρως αινιγματικό. Ήθελε να τον ρωτήσει τι εννοούσε, αλλά προτίμησε να σιωπήσει. Έμειναν έτσι για λίγα λεπτά, σιωπηλοί συνένοχοι του τι θα επακολουθούσε.
"Λοιπόν, θα φτιάξεις εσύ τα ποτά; Άλλωστε είναι η ειδικότητα σου. Όλα τα σύνεργα είναι στην κάβα. Εγώ θα ετοιμάσω το φαγητό." είπε, της έκλεισε το μάτι και έφυγε από το σαλόνι. Πήγε στην κάβα και έμεινε ώρα να κοιτάει τα μπουκάλια. Τα υπνωτικά χάπια βρίσκονταν σε περίοπτη θέση. Μπερδεύτηκε. Ήταν πλέον σίγουρη, πως ο Equilibrium ήξερε για ποιό λόγο ήταν εκεί. "Γιατί με κάλεσε όμως;" αναρωτήθηκε μέσα της, αλλά η φωνή του διέκοψε τη σκέψη της.
"Δεν πιστεύω να διστάζεις; Ξέρουμε και οι δύο, έτσι δεν είναι; Ετοίμασε τα και έλα στην βεράντα." είπε και την άφησε πάλι μόνη της. Βγήκε έξω με τα ποτά στο χέρι και κάθισε δίπλα του. Η θέα ήταν πανέμορφη. Το σπίτι ήταν σε λόφο. Η βεράντα έβλεπε στη μεριά της θάλασσας με την παραλία και οι δυο τους κοιτάζονταν για ώρα αμήχανοι. "Τι θα φάμε;" ρώτησε αμήχανα η Orestis. "Μανιτάρια με κρέμα γάλακτος. Τι θα πιούμε;" απάντησε ο Equilibrium. "Bloody Mary." είπε και ξεροκατάπιε εκείνη. "Αλήθεια, από την άλλη πλευρά τι έχει;" τον ρώτησε. "Γκρεμό και θάλασσα. Και μετά τίποτα." είπε εκείνος γελώντας.
Την ώρα που ήταν έτοιμοι, εκείνος να πιεί και εκείνη να φάει, ταυτόχρονα ο ένας σταμάτησε τον άλλο. "Δεν μπορώ να το κάνω. Μάλλον ο δρόμος για τη λύτρωση είναι πιο μακρύς απ' όσο πιστεύαμε." έκανε η Orestis σχεδόν κλαίγοντας. "Ούτε εγώ καλό μου. Ίσως δεν είμαστε έτοιμοι ακόμα." απάντησε ο Equilibrium και την πήρε αγκαλιά. Μετά από λίγο η Orestis έσπασε τη σιωπή. "Πάμε για μια βραδυνή βουτιά;" είπε με ένα τεράστιο χαμόγελο. "Θα παγώσουμε. Άσε που είναι και ψηλά." της απάντησε. "Δεν εννοούσα στη θαλάσσα. Αλλά βουτιά στο τίποτα."
Προχώρησαν χέρι χέρι μέχρι την άκρη και κοίταξαν κάτω. "Έτοιμος;" τον ρώτησε. "Ναι. Αν βουτήξουμε στο τίποτα, ίσως βρούμε τα πάντα." της απάντησε και με ένα σάλτο βρέθηκαν στο κενό.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2007

Ο Φοίβος, ο σκύλος και η Βαρκελώνη

"Ρε, τα έχω όλα υπό έλεγχο. Θα βγούμε, θα γυρίσουμε νωρίς και αύριο πετάμε. Μην ανησυχείς." είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Έπρεπε να ετοιμαστεί, γιατί από ώρα σε ώρα θα ερχόταν. Όλα έπρεπε να είναι στην εντέλεια. Αφού τακτοποίησε τα πάντα, έφτιαξε ένα ζεστό καφέ και κάθισε να τον περιμένει. Σε λίγη ώρα χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξε γεμάτη χαρά.
"Phoebus. Καλώς ήρθες. Έλα, πέρνα μέσα." είπε χαμογελαστή. "Καλώς σε βρήκα και σε ευχαριστώ πάρα πολύ. Ξέρω πως έχεις ταξίδι αύριο και..." δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του. Δεν τον άφησε. Ήταν χαρούμενη, που θα τον φιλοξενούσε και ας ήταν για ένα μόνο βράδυ και ας μην είχε καταλάβει, πως είχε ξεμείνει ξαφνικά στο σπίτι της. Το ότι πετούσε την επομένη για Βαρκελώνη με τον Wrong και τον Apsoy, δεν την είχε προβληματίσει. Αν το ξενυχτούσαν πολύ, απλά θα πήγαινε κατευθείαν στο αεροδρόμιο.
Του έδειξε το δωμάτιο του, του έφτιαξε και ένα καφέ και κάθισαν να τα πούνε λίγο. Με την κουβέντα πέρασε η ώρα. Η Orestis έπρεπε να φτιάξει τη βαλίτσα της και ο Phoebus να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί για να βγουν. "Προτείνω ένα ζεστό αφρόλουτρο, θα σε χαλαρώσει από το ταξίδι." του είπε. Εκείνος πήγε στο μπάνιο και εκείνη στο δωμάτιο.
Μετά από λίγη ώρα του χτύπησε την πόρτα. "Έλα, τι θες;" φώναξε ο Phoebus από μέσα. "Σόρρυ ρε, αλλά χρειάζομαι το πιστολάκι. Να μπω;" ρώτησε. "Άντε, μπες. Έχω τραβηγμένη την κουρτίνα έτσι και αλλιώς." της απάντησε. Μπήκε μέσα και πήρε το πιστολάκι από το ντουλάπι. Το έβαλε στην πρίζα και τράβηξε την κουρτίνα. "Τι κάνεις;" φώναξε ο Phoebus. "Σόρρυ Φοιβούλη που θα το κάνω τόσο κοινότυπα, αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ. Έχω ταξίδι." είπε και έριξε το πιστολάκι στην μπανιέρα.
Το σώμα του άρχισε να σπαρταράει και τα φώτα να τρεμοπαίζουν, μετατρέποντας το μπάνιο σε κλαμπάκι. Ώσπου το σώμα του έπεσε άψυχο στη μπανιέρα και το σπίτι βυθίστηκε στο σκοτάδι. "Αμάν ρε Phoebus, την καταστροφή έφερες. Μου έριξες και το γενικό." σκέφτηκε και πήγε στον πίνακα να το φτιάξει. Ευτυχώς δεν είχε καεί η ασφάλεια. Απλά την ανέβασε και όλα επανήλθαν. Πήγε στο δωμάτιο, τελείωσε τη βαλίτσα και έπεσε για ύπνο.
Το ραντεβού ήταν στην είσοδο του αεροδρομίου. "Καλημέρα σας." είπε όλο κέφι. "Καλώς την. Ευτυχώς δεν άργησες. Ο Phoebus;" την ρώτησε ο Apsoy."Έφυγε...Και όσο να το κάνεις, μεγάλο ταξίδι. Θα αργήσει να φτάσει." απάντησε η Orestis. Ήπιαν ένα καφέ, αφού πέρασαν τον έλεγχο και περίμεναν να επιβιβαστούν. Της παραχώρησαν τη θέση στο παράθυρο και περίμεναν την απόγειωση.
"Αμάν." ούρλιαξε σχεδόν η Orestis. "Τι έπαθες;" τη ρώτησαν ο Wrong και ο Apsoy έντρομοι. "Ξέχασα να βάλω φαγητό στο σκύλο. Και δεν έχει κανείς κλειδιά." είπε, αλλά οι άλλοι έμειναν άφωνοι, καθώς δεν ήξεραν τι να της πουν. "Αα, οι σκύλοι τρώνε ωμό κρέας;" ρώτησε. "Ναι, γιατί;" αποκρίθηκαν και οι δύο με μια φωνή. "Εντάξει τότε. Έχω αφήσει κάτι κρέατα στο σπίτι, δεν θα μου ψοφήσει." είπε φανερά ανακουφισμένη.
Η βδομάδα στη Βαρκελώνη πέρασε γρήγορα και εκείνοι πολύ όμορφα. Όταν γύρισε σπίτι της και άνοιξε την πόρτα, μύριζε απίστευτα. "Ευτυχώς είχα βάλει αρωματικά χώρου παντού και δεν πήραν χαμπάρι οι γείτονες." σκέφτηκε και πήγε στο μπάνιο. Βρήκε το πτώμα του Phoebus ή καλύτερα, ό,τι είχε απομείνει από αυτό και έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο να βρει το σκύλο της. "Α, εδώ είσαι πουτανίτσα;" είπε όταν την βρήκε. "Έφαγες καλά; Ελπίζω να μην συνήθισες. Από αύριο επιστρέφεις στην ξηρά τροφή."

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

Λόγια


Σου μιλώ

μα τα λόγια μου κρυστάλλινοι ήχοι.

Σε κοιτώ

μα τα μάτια μου πέτρινοι τοίχοι.

Μου μιλάς

μα τα λόγια σου θλιμμένη μελωδία.

Με κοιτάς

μα τα μάτια σου θυμίζουν τραγωδία.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2007

Bloody Wrong

Η νύχτα μόλις είχε πέσει. Ο στύλος έριχνε ένα αμυδρό φως στη γωνία του δρόμου. Ο Ethan περπατούσε κατά μήκος του δρόμου και όταν πλησιάσε στη γωνία, δεν τρόμαξε από τη σκιά που ξεπρόβαλλε. Έμοιαζε λες και την περίμενε. "Δεν είναι σωστό να κυκλοφορείς μόνος και μάλιστα τέτοια ώρα." είπε η σκιά και βγήκε στο φως. "Δεν με είδε κανείς. Μην ανησυχείς." απάντησε εκείνος. Ήθελε να ρωτήσει, αν είναι όλα έτοιμα, αλλά δεν το έκανε.
Απλά ακολούθησε την γυναικεία μορφή. Μπήκαν στο αυτοκίνητο. Άναψε τσιγάρο και τον κοίταξε. "Είναι όλα έτοιμα. Αλλά θα γίνουν όπως έχουν κανονιστεί." είπε απότομα. "Δεν θα με πιάσουν συναισθηματισμοί. Μην ανησυχείς. Άλλωστε, εκείνος δεν έδειξε έλεος όταν με πέταγε από το τρένο. Εγώ γιατί να δείξω;" είπε ο Ethan με βλέμμα θολό.
Έφτασαν στον προορισμό τους. "Περίμενε εδώ. Όταν είναι η ώρα θα σου πω να ανέβεις." είπε και βγήκε από το αμάξι. Ανέβηκε πάνω και χτύπησε το κουδούνι. "Εγγλέζα όπως πάντα." είπε o Wrong guy και τη φίλησε σταυρωτά. Μπήκαν μέσα και κάθισαν στον καναπέ. "Το τηλεφώνημα σου με προβλημάτισε. Τι συμβαίνει;" την ρώτησε με αγωνία. "Εδώ και λίγο καιρό δέχομαι περίεργα τηλεφωνήματα." του είπε. "Τι τηλεφωνήματα;" ρώτησε εκείνος. "Δεν στο λέω για να τρομάξεις. Αλλά ξέρω. Ο Ethan έκανε τα τηλεφωνήματα." είπε και τον κοίταξε κατάματα.
Ο Wrong δεν μίλησε. Πήγε στην κάβα, πήρε το μπουκάλι και δύο ποτήρια. "Θα στα πω όλα." είπε ενώ γέμιζε τα ποτήρια. "Θα μου φέρεις και λίγο νερό;" τον ρώτησε εκείνη. Επέστρεψε με το νερό και άρχισε να της εξιστορεί τα προβλήματα με τον Ethan, το ότι τον έριξε από το τρένο και τον Enrico. Δεν του έκανε εντύπωση το ότι τον άκουγε ήρεμη. Πάντα έτσι ήταν. Άκουγε προσεχτικά και μετά μιλούσε.
"Έλα πάνω. Όλα έτοιμα." είπε στον Ethan και έκλεισε το τηλέφωνο. Όσο τον περίμενε κοιτούσε τον Wrong. Πόσο γαλήνιος φαινόταν. "Τον νάρκωσες ε; Ωραία. Και τώρα τι; Θα τον τεμαχίσουμε; Ή το δαιμόνιο μυαλό σου έχει σκεφτεί κάτι άλλο;" ρώτησε ανυπόμονα ο Ethan. "Βασικά είναι ήδη νεκρός. Του έδωσα μεγάλη δόση ηρεμιστικού." ήταν η απάντηση που πήρε. "Τι; Καλά ρε Orestis, τόσο καιρό περίμενα να πάρω εκδίκηση και τον ξέκανες τόσο απλά και εύκολα;" ούρλιαζε εκείνος. "Μην είσαι ανυπόμονος. Έλα πήγαινε τον στο μπάνιο."
Ο Ethan δεν είχε ιδέα τι είχε στο κεφάλι της, αλλά δεν έφερε καμία αντίδραση. "Λοιπόν, όσο εγώ θα είμαι στο μπάνιο, εσύ ξεκίνησε να ετοιμάζεις τα υλικά." είπε η Orestis."Ποιά υλικά;" ρώτησε έκπληκτος. "Για το bloody wrong φυσικά. Α, μόνο τη βότκα και το χυμό λεμονιού ετοίμασε. Το τοματόζουμο άστο πάνω μου." είπε γελώντας. "Είσαι σατανική." απάντησε ο Ethan.
Η Orestis γύρισε σε λίγη ώρα κρατώντας μια κανάτα. "Έτοιμος;" τον ρώτησε. "Καλά μωρή, τι του έκανες;" τη ρώτησε. "Αφαίμαξη." είπε και έσκασαν στα γέλια. Πήραν όλα τα σύνεργα για τη παρασκευή του ποτού και βγήκαν στο μπαλκόνι. Ο Ethan άρχισε να τα ετοιμάζει. Έβαλε τη βότκα, τον χυμό λεμονιού, τα παγάκια και μετά πήρε στα χέρια του την κανάτα. Δεν έδειξε κανένα δισταγμό. Έριξε το αίμα μέσα και τα ανακάτεψε.
Σήκωσε το ποτήρι του και ήταν έτοιμος για πρόποση, όταν η φωνή της τον δέκοψε. "Ρε συ, σίγουρα να το πιούμε; Και αν πάθουμε τίποτα;" ρώτησε διστακτικά. "Μην ανησυχείς. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι θρεπτικό. Ήταν της υγιεινής ο μακαρίτης."

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

Αδιέξοδο


Στερέψανε τα λόγια μου


μα αδυνατούν γίνουν πράξεις.


Στη μέση του δρόμου


στέκω και κοιτώ.


Μια σκέψη,


που δεν γίνεται κραυγή


γιατί βουλιάζει στη σιωπή.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Αλκμήνη

Ακούμπησε το κεφάλι της στην παλάμη της και έγειρε έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Δεν χάζευε το τοπίο, αλλά φαντασιωνόταν την εικόνα, που είχε στο μυαλό της καιρό τώρα. Την πρώτη αμήχανη χειραψία και μετά τους δυο τους αγκαλιασμένους και χαμογελαστούς, να ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης.

"Ψιτ κοπελιά. Ξύπνα φτάσαμε. Τι σκέφτεσαι;" τη διέκοψε η φωνή της Μυρτώς. "Τίποτα μωρέ. Είχα μια ιδέα για ένα κόμικ, αλλά είναι λίγο χαζορομαντικό και δεν μου βγαίνει κιόλας." απάντησε η Αλκμήνη. "Δηλαδή;" ρώτησε εκείνη. "Απλά, έχω στο μυαλό μου την πρώτη εικόνα και την τελευταία, αλλά μου λείπει όλο το ενδιάμεσο στόρυ." απάντησε κάπως επιφυλακτική.

"Πάντα αυτό ήταν το πρόβλημα σου νομίζω. Ερωτεύεσαι ιδέες και..." δεν ολοκλήρωσε τη φράση της, καθώς είδε το πρόσωπο της Αλκμήνης να συννεφιάζει. Εκείνη δεν μίλησε. Ήξερε ότι είχε δίκιο. Πάντα έτσι έκανε, έπαιρνε την πρώτη ύλη και την φανταζόταν στην τελική της μορφή. Χάνοντας την όλη διαδικασία, που την έφτανε εκεί. Ξαφνικά της ήρθε στο μυαλό ο Λάμπρος. Με αυτόν είχε δει τη διαδικασία και ως ένα βαθμό την έβλεπε ακόμη. Αλλά δεν τον ανέφερε.

Έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου και ανέβηκε στο σπίτι της. Όταν μπήκε στο διαμέρισμα, τον βρήκε στον καναπέ, όπως πάντα. Προχώρησε για να πάει μέσα, αλλά την άρπαξε από το χέρι και την κάθισε στα γόνατα του. "Δεν έχω όρεξη. Άσε με." είπε κοφτά η Αλκμήνη και πήγε στο δωμάτιο. Έβαλε τις πυζάμες της, έκανε κάτι να φάει και έπεσε να ξαπλώσει.Κουλουριάστηκε στην κουβέρτα της, έσφιξε το μαξιλάρι και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Ένιωθε τον πόνο, τον πόνο της απώλειας να πλημμυρίζει τις φλέβες της, το σώμα της, το είναι της.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι και άναψε το φως. Πήρε τη φωτογραφία του από τη βιβλιοθήκη και κάθισε ανάμεσα στα μαξιλάρια. "Πρέπει να γυρίσεις εδώ μέσα. Η ιδέα σου, πρέπει να σταματήσει να με στοιχειώνει. Η Μυρτώ έχει δίκιο." είπε και αφού ηρέμησε την πήρε ο ύπνος.

Τον Λάμπρο δεν τον ξαναείδε από τότε. Μόνο κάποια μοναχικά βράδια, ένιωθε το χέρι του να της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά. Ήταν τα βράδια, που κοιμόταν με βαθιά ριζωμένη μέσα της την ιδέα, πως κοντά του είχε υπάρξει ασφαλής.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

G αλα κρεμ

Η ώρα είχε πάει ήδη 9 και δεν ήθελε να αργήσει. Ο G for George κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και βγήκε από το διαμέρισμα του. Είχε απορήσει με την πρόσκληση της Orestis για δείπνο, αλλά μετά σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να γνωριστούν λίγο καλύτερα. Και εκείνη άλλωστε σε αυτό το πνεύμα είχε κάνει την πρόσκληση.
Η Orestis ετοίμαζε το σπίτι και το δείπνο. Ήθελε να είναι όλα τέλεια. Το σπίτι δεν ήθελε ιδιαίτερη προετοιμασία, αλλά το φαγητό απαιτούσε τέχνη. Από το άγχος να ικανοποιήσει τον καλεσμένο της, τον είχε ρωτήσει μέχρι και αν έχει αλλεργία σε κάποιο φαγητό και αν υπήρχε, ποιό ήταν αυτό. Του George του είχε φανεί περίεργη αρχικά, αλλά μετά σκέφτηκε ότι ήταν πολύ ευγενικό από μέρους της. "Είσαι αλλεργικός στην κρέμα γάλακτος; Μμμ, πάει η καρμπονάρα λοιπόν. Δεν πειράζει, θα φτιάξω κάτι άλλο." του είχε πει.
Όταν χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος, του άνοιξε κεφάτη και χαμογελαστή. "Γεια. Καλώς ήρθες. Έλα μέσα." του είπε. Μπήκε σκεπτόμενος: "Άδικα αγχωνόμουν μωρέ. Μια χαρά κοπέλα είναι." Προσπέρασαν το χωλ και έφτασαν στο σαλόνι. Του έκανε νόημα όμως να μπει στο δίπλα δωμάτιο. Είχε χαμηλό φωτισμό, ένα τεράστιο στρόγγυλο πράσινο χαλί, έναν κόκκινο καναπέ και στο κέντρο μια καρέκλα αιμοληψίας με αλλαγμένη την ταπετσαρία της σε αποχρώσεις του πράσινου και του κόκκινου. "Έχεις ιδιόρυθμο γούστο ε;" έκανε αμήχανα ο George. "Απλά δεν μου αρέσουν τα συνηθισμένα θα έλεγα." απάντησε χαμογελώντας εκείνη.
Του έβαζε το ποτό και του εξηγούσε, πως σ' αυτό το χώρο, προτιμούσε να κάθεται με τους φίλους της. Το κοινό σαλόνι της φαινόταν απρόσωπο. Αυτό είχε τη σφραγίδα της. Με την πρώτη γουλιά από το κρασί και τις εξηγήσεις της Orestis, χαλάρωσε και αφέθηκε. Μετά από αρκετή ώρα κουβέντας, ένιωσε ένα μουδιάσμα, που ξεκίνησε από τα χέρια του και επεκτάθηκε σε όλο του το σώμα. Σε λίγη ώρα είχε αποκοιμηθεί. "Γαμώτο. Γιατί δεν κάθονται ποτέ στην καρέκλα και πρέπει να τους βάζω μόνη μου;"
Αναρωτιόταν η Orestis ενώ προσπαθούσε να τον μετακινήσει από τον καναπέ στην καρέκλα της αιμοληψίας. Ευτυχώς δεν ήταν βαρύς και τον μετέφερε εύκολα. Του έδεσε το λάστιχο στο χέρι και πήγε στην κουζίνα. Ετοίμασε την σύριγγα με την κρέμα γάλακτος και πήγε πίσω στο δωμάτιο. Χτύπησε με τα δαχτύλα της το χέρι του για να τονίσει τις φλέβες, το σκούπισε με οινόπνευμα και του έκανε την ένεση. "Δεν θα πονέσεις καθόλου. Μην ανησυχείς." είπε και γέλασε. Ακολούθησε την ίδια διαδικασία και στο άλλο χέρι του George και έπειτα κάθισε στον καναπέ.
Δεν ήταν σίγουρη αν η δόση επαρκούσε για να πάθει αλλεργικό σοκ και ταράχτηκε. Σκέφτηκε όμως ότι είχε άφθονη κρέμα και χρόνο και χαλάρωσε. Του έκανε αρκετές ενέσεις ακόμα, προσπαθώντας να εξασφαλίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όταν άρχισε να βλέπει τα σημάδια της αλλεργικής αντίδρασης σταμάτησε και άφησε την κρέμα να κάνει τα υπόλοιπα. Ήταν ζήτημα ωρών.
Το τηλέφωνο του Apsoy χτύπησε μέσα στη μαύρη νύχτα. Η Orestis του εξήγησε, παραλείποντας κάποια στοιχεία, για το δείπνο, την αλλεργία και το θάνατο του George. "Δεν φταις εσύ βρε. Που να το ξέρεις πως είχε αλλεργία στην κρέμα γάλακτος;" της είπε, προσπαθώντας να την ηρεμήσει και ξέροντας πως θα θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για ό,τι είχε συμβεί.
Εκείνη δεν είπε πολλά, μόνο: "Ναι, δεν διαφωνώ. Αλλά θα μπορούσα να τον είχα ρωτήσει."

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2007

Περιπλάνηση

Για ώρες περπατούσε μονάχη. Η νύχτα είχε πέσει από νωρίς και έκανε κρύο. Η βροχή που δυνάμωνε την είχε κάνει μούσκεμα και έτρεμε ολόκληρη. Δεν έψαξε όμως για κατάφυγιο. Ποτέ της δεν είχε ψάξει. Κοίταξε γύρω της και χαμογέλασε, καθώς έβλεπε τον καπνό του τσιγάρου της να απλώνεται παντού γύρω της. Για μια φευγαλέα στιγμή ένιωσε πως δεν ήταν και τόσο μόνη. Πάντα υπάρχει κάποιος ή κάτι, αρκεί να ξέρεις που να κοιτάξεις.
Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και άφησε τη σκέψη της ελεύθερη. Αποφάσισε να ακολουθήσει τα φώτα. Αν δεν την έβγαζαν πουθενά, θα την οδηγούσαν σίγουρα στο τέλος. Στο τέλος του δρόμου όμως και όχι της διαδρομής. Αυτή ίσως να μην τελείωνε ποτέ. Εκείνη όμως πάντα θα την αναζητούσε. Θα σταματούσε στο τέλος του δρόμου να ξαποστάσει και έπειτα θα ακολουθούσε και πάλι τα φώτα.
Όταν την κούρασαν τα φώτα, κρύφτηκε σε ένα σκοτεινό σημείο του δρόμου και ακούμπησε στον τοίχο. Δεν την τρόμαξε η μορφή που πλησίαζε προς το μέρος της. Έμοιαζε σαν να την περίμενε. Η αντρική φιγούρα στάθηκε απέναντι της και την παρατηρούσε. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα, όταν έσπασε τη σιωπή και τη ρώτησε: "Τι κάνεις μονάχη μέσα στο κρύο;"
"Περπατάω και προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια μου. Όχι της ζωής. Αυτά κολλάνε. Αλλά της ψυχής. Αυτά είναι που πονάνε."
Τότε ο άντρας της χαμογέλασε, τύλιξε το κασκόλ του γύρω από το λαιμό της και είπε: "Πολλές φορές αυτό που γυρεύουμε, δεν είναι έξω, αλλά μέσα μας." και χάθηκε στο σκοτάδι, ξαφνικά, όπως εμφανίστηκε.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2007

Χωρίς πολλά λόγια


Για να θεωρηθεί μια βραδιά επιτυχημένη, χρειάζεται: καλή διάθεση, καλή παρέα, ωραίο χώρο και πολλά ποτά. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Ήταν όλα εκεί.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007

Λεωφορείο

Πάντα τρέχω να σε φτάσω


μα φοβάμαι μήπως σκάσω.


Έφτασε η ψυχή στο στόμα


μου' χεις λιώσει και τη σόλα.


Μπαίνω μέσα όλο τρέλα


όμορφη, παστή σαρδέλα.


Που θα πάμε ω ρε θείο;


Βόλτα με λεωφορείο.


[Αφιερωμένο στη διάθεση, που μοιάζει με λεωφορείο. Πολύς κόσμος, πολλές στάσεις, πολλές διαδρομές και κανένας ελεγκτής.]

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

Πανσέληνος και;


Η πανσέληνος του σήμερα

θα γίνει πανσέληνος του χτες.

Τι μένει ίδιο;

Τα μάτια που τις κοιτάνε.

Οι ελπίδες που μένουν.

Οι ευχές που σκορπίζουν ανάμεσα στ' αστέρια.

Τα όνειρα που πέρασαν στο σήμερα

και δεν έμειναν στο χτες.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

Μagic bus

Έγραψε το email και πάτησε αποστολή. Έγειρε στην μαύρη, δερμάτινη καρέκλα της και γέλασε ειρωνικά. "Τώρα θα δείτε." είπε η Orestis και έκλεισε τον υπολογιστή της.
Πρώτος έλαβε το email ο Apsoy, ο οποίος διαβάζοντας το περιέχομενο του, "Σύντομα θα είστε νεκροί." γέλασε καθώς το θεώρησε αστείο. Στο διάβασμα του δεύτερου εmail, "Εάν θέλετε να μάθετε ποιός είναι ο δολοφόνος παρακαλώ περιμένετε." δεν αντέδρασε. Σκέφτηκε ότι απλά η Orestis τραβούσε το αστείο. Στο τρίτο email, "Η αποκάλυψη του δολοφόνου, θα γίνει στο εξοχικό μου, στην Μαλακάσα. Αναχώρηση την Παρασκευή στις 9 μμ από την Ομόνοια.", τα είχε καταλάβει όλα και άρχισε τις απαραίτητες διαδικασίες για να δει, ποιοί άλλοι ήταν καλεσμένοι.
"Έλα Never. Ρε είναι τα γενέθλια της το σάββατο. Απλά μας κάλεσε στο διήμερο πάρτυ με πρωτότυπο τρόπο. Ξέρεις ποιοί άλλοι θα είναι;" ρώτησε ο Apsoy. "Ναι, ο Wrong και ο Ethan. Δεν ξέρω για κάποιον άλλο." απάντησε εκείνος. "Και ο Diage θα είναι. Αλλά τη Veloz γιατί δεν την κάλεσε;" αναρωτήθηκε, αλλά απάντηση δεν πήρε. Δεν το κούρασε όμως. Έπρεπε να μιλήσει με όλους για να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες.
Η Veloz δεν είχε καλεστεί, γιατί η Orestis δεν μπόρεσε να της συγχωρήσει το γεγονός, πως τα έφτιαξε με το μπάτσο, που γνώρισε την μέρα της εξαφάνισης της. Γεγονός βέβαια, που ανοιχτά η ίδια δεν είχε παραδεχτεί ποτέ και σε κανέναν, αλλά ο Apsoy το είχε καταλάβει.
Η μεγάλη μέρα ήρθε και όλοι μαζεύτηκαν στην Ομόνοια και περίμεναν την Orestis. Όταν έσκασε μύτη με το πουλμανάκι, όλοι έσκασαν στα γέλια. "Ε την τρελόγκα. Τι σκαρφίστηκε πάλι." σχολίασαν μεταξύ τους. Πάρκαρε, άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε και τους χαμογέλασε. "Έτοιμοι αγόρια μου;" είπε και τους έκανε νόημα να ανέβουν. "Τι; Μόνο εμείς θα είμαστε;" ούρλιαξε ο Never. "Μόνο εσείς θα έχετε τιν τιμή να πάτε μαζί μου. Οι υπόλοιποι είναι έκπληξη. Θα δείτε. Άντε όμως, μην καθυστερείτε, πρέπει να φύγουμε." είπε και άρχισαν να επιβιβάζονται.
"Σίγουρα ξέρεις να το οδηγείς αυτό το πράγμα;" είπε ο Wrong. "Θα φανεί στην πορεία γλυκέ μου." απάντησε η Orestis και έβαλε μπροστά. Όλα πήγαιναν όπως έπρεπε. Λίγο πριν το 90 η Orestis είπε ότι κάτι έπαθε το αμάξι και το έβγαλε από το δρόμο σε κάτι χωράφια. "Τι έγινε; Αφού καλά το πήγαινες." φώναξε ο Ethan. "Τίποτα, ανέβασε θερμοκρασία και καλό είναι να σταματήσουμε για λίγο." ακούστηκε ήρεμη η φωνή της. "Καλά και θα μείνουμε εδώ στην ερημιά; Δεν είναι επικίνδυνο; Άσε να δω και γω λίγο." πετάχτηκε ο Diage. "Πίσω καλέ μου. Όλα είναι υπό έλεγχο. Δεν θα βγούμε από μέσα άλλωστε." απάντησε εκείνη, ενώ τον έσπρωχνε με το χέρι της.
Μετά από λίγα λεπτά η Orestis τους είπε πως μπορούσαν να ξεκινήσουν. "Μόνο δώστε μου 5 λεπτά. Πρέπει να ικανοποιήσω μια ανάγκη μου." είπε και έκανε να βγει από το πούλμαν. " Είναι επικίνδυνα έξω. Που πας;" είπε ανάστατος ο Apsoy. "Μην ανησυχείς για μένα. Άλλωστε είναι κάτι που δεν γίνεται με κοινό και προϋποθέτει δεντράκι." είπε γελώντας και του έκλεισε το μάτι. Βγήκε από το πούλμαν, 'εκανε μια βόλτα γύρω από αυτό και μετά κατευθύνθηκε προς κάτι θάμνους. Σταμάτησε όμως, έβγαλε ένα τσιγάρο και τον αναπτήρα της. Οι άλλοι την κοιτούσαν από μέσα και δεν καταλάβαιναν. Ο Never πήγε στην πόρτα για να βγει και αυτός έξω. "Δεν πάει καλά. Μα να βγει για να καπνίσει;" είπε και πήγε να ανοίξει την πόρτα. "Παιδιά, μας κλείδωσε μέσα." είπε και τους κοίταξε έντρομος.
Όμως τα μάτια όλων ήταν καρφωμένα πάνω της. Γύρισε τους κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν, άναψε το τσιγάρο της και έπειτα πέταξε τον αναπτήρα στο πούλμαν, το οποίο είχε περιχύσει με βενζίνη. Σε λίγα λεπτά τυλίχτηκε στις φλόγες. Έμεινε να τους κοιτάζει να καίγονται, με τα χέρια και τα πρόσωπα κολλημένα στο τζάμι, φωνάζοντας για βοήθεια. Έβγαλε το κινητό της από την τσέπη και σχημάτισε τον αριθμό της.
" Εγώ. Τα έσβησα τα κεράκια της τούρτας μου. Σε περιμένω." είπε η Orestis και έκλεισε το τηλέφωνο.
"Έρχόμαστε." είπε η Veloz και έκανε νόημα στον μπατσούλη της να ξεκινήσουν.
" Πως βρέθηκε είπαμε στο 90;" απάντησε ο μπάτσος.
"Έχασε το λεωφορείο αγάπη μου. Έχασε το λεωφορείο."
[Apsoy μου, πολύ καλή η εκδοχή σου για τα γενέθλια μου, αλλά αυτά είναι για μένα τα ιδανικά.]

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

Για τον Ορέστη


Χρόνια περιπλανιόσουν μέσα στη νύχτα

άλλοτε άσκοπα

και άλλοτε παρέα με κείνο το σκοπό

λύτρωση νομίζω τ' όνομα του.

Άπλωνες το χέρι να πιαστείς

από ένα μικρό ίχνος αλήθειας,

όμως στις άκρες των δαχτύλων σου

έβρισκες μόνο στάχτη,

από την κάφτρα του τσιγάρου σου...

αυτή υπήρξε η μόνη αληθινή σου ερωμένη.

[Στον πραγματικό Ορέστη, που μου είχε πει να μην αφήσω το χαρτί.]