Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Μάνος


Εκείνη είχε ξυπνήσει από ώρα και τον χάζευε ενώ εκείνος κοιμόταν. Τα χέρια του απλωμένα προς τα επάνω αγκάλιαζαν νωχελικά το μαξιλάρι αφήνοντας το κεφάλι του να βυθίιστεί στο άνοιγμα που δημιουργούσαν. Το δέρμα του ήταν λευκό και η επιδερμίδα του λεία. Οι καστανοξάνθοι βόστρυχοι του έπεφταν ανέμελα καλύπτοντας το πρόσωπο και τον αγκώνα του. Της έκρυβαν τη θέα του, αλλά χρειαζόταν μόνο μια απαλή μετακίνηση κάποιας τούφας για να αποκαλυφθεί η γαλήνια έκφραση του, που τόνιζε αυτό το απόκοσμο που σαν μαγνήτης την είχε τραβήξει κοντά του. Τότε χαμογελούσε, καθσμένη σταυροπόδι, γυμνή, επάνω στο κρεβάτι. Τότε τα θυμόταν όλα από την αρχή.
Την μέρα που τον γνώρισε πήγαινε για τον καθιερώμενο καφέ με τα παιδιά. Όπως κάθε Παρασκευή, μαζεύονταν στο στέκι τους αργά το απόγευμα. Ξεκινούσαν με καφέ και συνέχιζαν με ποτά και συζητήσεις για την εβδομάδα που πέρασε. Τον είχε δει όρθιο να μιλάει έξω από το μαγαζί. Το ύψος του, που ερχόταν σε αντιδιαστολή με τα κιλά του, ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό για να την κάνει να τον προσέξει. Σε συνδυασμό με τα μακριά μαλλιά του, συμπλήρωσαν ιδανικά την εικόνα για εκείνο που η Άννα θεωρούσε ωραίο άντρα. Η συναισθηματική και ρομαντική Άννα, που συνήθως ήταν η ψυχή της παρέας, αλλά στη θέα του κούκλου, που ήρθε και κάθισε στο τραπέζι τους, έχασε την μιλιά της.
Φίλος, φίλου, γνωστός δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που μετρούσε ήταν πως ήταν εκεί. Κούρνιασε στη γωνιά της πίνοντας τον ζεστό καφέ και τον παρατηρούσε ενώ μιλούσε με τους άλλους. Το πρόσωπό του ήταν μακρόστενο κι γωνιώδες, αλλά τα μεγάλα, ελαφρώς αμυγδαλωτά μάτια του, τόνιζαν όμορφα αυτές τις γωνίες, προσδίδοντας του κάτι το εξωτικό. Τα πλούσια μαλλιά του, πλαισίωναν συμμετρικά το πρόσωπό του πέφτοντας μέχρι τους ώμους, με εξαίρεση μερικές τούφες που ξέφυγαν από την αλογοουρά του. Πόσο ήθεελ να χαιδέψει αυτάτα μαλλιά, να νιώσει τη στιλπνάδα τους. Μιλούσε ήρεμα και αργά, με κάποια αμηχανία στον τόνο της φωνής του, που αργότερα κατάλαβε, πως πήγαζε από το γεγονός ότι δεν γνώριζε καλά τους συνομιλητές του. . Ήταν ευγενικός, διακριτικός και μετρημένος, με μόνη εξαίρεση τις έντονες κινήσεις που έκανε με τα χέρια και το σώμα του ενώ μιλούσε. Όχι ότι μιλούσε πολύ. Κάποια στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, εκείνος απότομα το τράβηξε αλλού και για αρκετή ώρα απόμεινε να παρατήρει τους άλλους, με ένα απόκοσμο, ύφος που στα μάτια της Άννας φάνταζε θλιμμένο, αλλά ταυτόχρονα θελκτικό.
Είχε κάτι το άυλο πάνω του και της έδινε την εντύπωση, πως ενώ βρισκόταν στη γη, φαινόταν να αιωρείται μέτρα πάνω της, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να προσπαθεί καν να υπερασπίσει κάτι τέτοιο. Η δε δουλειά του ήταν ίσως το μόνο γήινο στοιχείο, που βρήκε η Άννα πάνω του. Καθηγητής μαθηματικών σε νυχτερινό λύκειο. «Δεν ταιριάζει καθόλου με αυτό το κατά τα άλλα αέρινο πλάσμα» σκέφτηκε και έσκασε ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο, που τράβηξε την προσοχή όλων. Δεν πτοήθηκε. Πήρε το όμορφο σαγηνευτικό της βλέμμα και χώθηκε στη συζήτηση, το τέλος της οποίας την είχε βρει να έχει κανονίσει με τον Μάνο να επισκεφτούν την επόμενη μια έκθεση ζωγραφικής. Ήταν κοινή επιθυμία, με τη διαφορά ότι για την Άννα την συμπλήρωνε το μαζί.
Ακολούθησαν πολλές εκθέσεις, βόλτες, σινεμά και εν γένει κοινές δραστηριότητες, που οδήγησαν μετά από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, στο μαζί, που τώρα πια δεν αποτελούσε επιθυμία μόνο της Άννας, αλλά και του Μάνου. Όλα κυλούσαν ομαλά. Έμοιαζε λες και τίποτα δεν μπορούσε να σκιάσει αυτό το κοντσέρτο για δύο. Κανένας δεν είχε κάποια παράλογη απαίτηση από τον άλλο και οι υποχωρήσεις, όταν χρειάζονταν, ήταν αμοιβαίες. Ακόμα και η εμμονή του Μάνου, όταν του έβαζε τις παντόφλες μακριά από το κρεβάτι, να σηκώνεται εκείνη να τις πηγαίνει κοντά του, γιατί δεν ήθελε να ακουμπήσει ξυπόλητος στο πάτωμα, της φαινόταν μια χαριτωμένη ιδιοτροπία. Ήταν βέβαια ανεκτική κι πειθήνια από τα γενοφάσκια της.
Ήταν μία Παρασκεύη που πήγαν μαζί στο στέκι. Μία Παρασκεύη που θα ακολούθουσε το πρώτο σαββατοκύριακο, που η Άννα θα περνούσε στο σπίτι του Μάνου. Είχε εξοικειωθεί με το χώρο του, αλλά δεν τον είχε ζήσει σε αυτόν, ούτε είχαν περάσει ποτέ ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο μαζί, σαν ζευγάρι. Θα ήταν ένα καλό πείραμα και για τους δύο, να συνυπάρξουν δυο ολόκληρες μέρες. Όλα ήταν όμορφα, αέρινα και απόκοσμα, όπως τα φανταζόταν η Άννα.
Ήταν αργά το απόγευμα του Σαββάτου, όταν σηκώθηκε από το μεσημεριανό υπνάκο κι πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ, φορώντας μόνο μια μακριά κοντομάνικη μπλούζα του Μάνου. «Καλησπέρα» είπε ενώ χασμουριόταν. «Είσαι ξυπόλητη.» ούρλιαξε ο Μάνος, με τέτοια ένταση, που δεν θα πίστευε ποτέ ότι μπορούσε να βγάλει. Η Άννα σάστισε. «Είσαι ξυπόλητη.» ξαναείπε, κοφτά και απότομα, καλύπτοντας τα μάτια με τα χέρια του.
Δεν την άφησε να πει τίποτα. «Πήγαινε σε παρακαλώ να βάλεις παντόφλες.» είπε σε πιο ήρεμο τόνο μεν, διαταγής δε. Όταν επέστρεψε στην κουζίνα την περίμενε χαμογελαστός με δυο κούπες καφέ. Δεν σχολίασε τίποτα. Σε άσχετη χρονική στιγμή, με αδιάφορο ύφος της πέταξε πως δεν του αρέσει να βλέπει τους άλλους να περπατάνε ξυπόλητοι, ειδικά στα πλακάκια. Η Άννα δεν απάντησε. Είχε καταλάβει ότι ο ίδιος είχε θέμα με αυτό, αλλά δεν είχε σκεφτεί ποτέ, ότι αυτή του η συνήθεια, αφορούσε ή θα επηρέαζε και άλλους.
Παρόλο που της είχε εντυπωθεί το απότομο ύφος του με άσχημο τρόπο, δεν έδωσε παραπάνω σημασία. Είχε μάθει να αγαπά τους πλησίον της με τα ελαττώματά τους, ακόμα και αν οι ίδιοι δεν τα θεωρούσαν τέτοια. Μήπως δεν είχε και εκείνη αρκετά από δαύτα;
Ήταν στο ντους όταν μπήκε ο Μάνος σπίτι της, με τα κλειδιά που του είχε δώσει. Είχε βάλει ποτάκια και την περίμενε στο σαλόνι. Η Άννα δεν τον είχε καταλάβει. Λίγο ο ήχος του νερού, λίγο η συνήθεια της να τραγουδάει στο μπάνιο, δεν είχαν αφήσει την παρουσία του να γίνει αντιληπτή. Τον κατάλαβε όμως για τα καλά όταν βγήκε από το μπάνιο και κατευθυνόταν προς το υπνοδωμάτιο. «Πάλι τα ίδια; Τι είπαμε;» φώναξε, χύνοντας το κρασί στο πάτωμα, βρέχοντας τα γυμνά της πόδια.
Δεν έμεινε να τον δει να καλύπτει πάλι τα μάτια του. Έφυγε γρήγορα και γύρισε ντυμένη, φορώντας τις παντόφλες της.
Την ενόχλησε που επαναλήφθηκε το σκηνικό. Ειδικά στο σπίτι της, στο χώρο της. Αλλά δεν ήθελε να το σχολιάσει. Την τρόμαζε η συμπεριφόρα του. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Ο Μάνος μάλλον το κατάλαβε και πήρε το απολογητικό του ύφος. Τον ενοχλούσαν τα γυμνά πόδια και την παρακάλεσε να το σταματήσει. «Για το δικό μου κομμάτι ούτε λόγος. Ούτε νύξη, αν μ’ αρέσει ή όχι. Με ενοχλεί, σταμάτα το και τέλος.» σκεφτόταν, αλλά δεν θα μίλαγε. Εκτός του ότι το έκανε σπάνια, όποτε το είχε τολμήσει την είχαν χωρίσει και μάλιστα για περισσότερο σοβαρούς λόγους, γκόμενοι για τους οποίους ένιωθε λιγότερα πράγματα. Ίσως έτσι είχε καλύτερη τύχη.
Η κατάσταση αναμεσά τους ήταν περίεργη τις επόμενες μέρες. Ο Μάνος σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να πάνε στο εξοχικό του για σαββατοκύριακο. «Μια εκδρομή θα μας χαλαρώσει.» έλεγε και τελικά την έπεισε την Άννα. Άργησε την Παρασκευή στη δουλειά και την πήρε τηλέφωνο, να πάει από το σπίτι του να πάρει τα κλειδιά του εξοχικού, γιατί τα είχε ξεχάσει. «Στο κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου. Το κλειδί είναι μέσα στην μολυβοθήκη.» έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της πηγαίνωντας προς τα εκεί. Πρώτη φορά άκουγε για κλειδωμένα συρτάρια και ενδεχομένως στην προέκταση της φαντασίας της κλειδωμένα πράγματα της ζωής του Μάνου.
Βρέθηκε καθισμένη στο γραφείο, έχοντας περασμένα τα κλειδιά στο δάχτυλό της, να κρατάει ένα γράμμα. Στο φάκελο έγραφε «Να μην ξεχάσω.» και της είχε κεντρίσει την περίεργεια να το διαβάσει. Άλλωστε αν ήθελε όντως κάτι να κρύψει, δεν θα της έλεγε να πάει. Τα επόμενα λεπτά την βρήκαν με το γράμμα ανοιχτό να διαβάζει.
«.Δεν γράφω γιατί θέλω να θυμάμαι, αλλά από φόβο μήπως ξεχάσω. Δεν έχει όμως σημασία. Έχει περάσει καιρός μα δεν έχει καμία σημασία πλέον. Το μόνο που μετράει είναι εκείνη η πρωτόγνωρη, ηδονική και ταυτόχρονα τρομαχτική εμπειρία. Ήθελα να γίνει γρήγορα, ανώδυνα. Τη θεωρούσα το άλλο μου μισό. Δεν ήθελα να νιώσει πόνο, για να μην πονέσω και εγώ. Απλά της έδωσα καφέ. Έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας σχεδόν αμέσως.
Την κοίταζα ακίνητη και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, είχα την επιθυμία να ξαπλώσω δίπλα της. Έγειρα το κορμί μου πάνω της και μείναμε έτσι για ώρα. Δεν με ενοχλούσε το παγωμένο πλακάκι. Η σάρκα της ήταν καυτή και αυτό μου έφτανε. Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Δεν είχα νιώσει καμιά έλξη, τόσο έντονη, για κανένα, ίσως ούτε καν για την ίδια μέχρι τότε. Στοργή, θυμό, λύπη, ίσως ναι, αλλά έλξη ποτέ. Νευρίασα με τον εαυτό μου. Ήμουν ή τουλάχιστον ένιωθα ανήμπορος απέναντι της. Σηκώθηκα βιαστικά, είχε αρχίσει να συνέρχεται. Θόλωσα, δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Όλα έγιναν σχεδόν ενστικτωδώς. Θυμάμαι αμυδρά το κεφάλι της στα χέρια μου, να το χτυπάω με μανία στο πάτωμα.
Τα χέρια μου πλεγμένα στα ξανθά της μαλλιά γέμισαν με αίμα. Ακούμπησα το κεφάλι της στο πλακάκι και το αίμα άρχισε να χύνεται παντού. Στάθηκα λίγη ώρα να την κοιτάζω. Ήθελα να δω και άλλο αίμα. Πήρα το μαχαίρι από το συρτάρι και άρχισα να την μαχαιρώνω. Σταμάτησα μόνο όταν είχα τυλιχτεί ολόκληρος στο αίμα, στο αίμα της Μιρέλας. Το κόκκινο ποτάμι της είχε αρχίσει να πλημμυρίζει όλο το σπίτι. Πέταξα το μαχαίρι, έβγαλα τα παπούτσια μου και άρχισα να περπατάω με τα πόδια γυμνά στα πλακάκια. Η αίσθηση του κρύου με ενοχλούσε ελαφρώς , αλλά το πηχτό, καυτό της αίμα έμοιαζε με λάβα κάτω από τα πόδια μου και με γέμιζε με μια αίσθηση ευφορίας. Άφησα τα ίχνη από το πέλμα μου σε όλο το σπίτι, προσπαθώντας να πατάω στο κέντρο του πλακακιού και όχι στους αρμούς του.
Μετά από αρκετές βόλτες, το σπίτι θύμιζε έργο τέχνης, που έφερε την σφραγίδα της, αναμειγμένη με την δική μου. Δεν μου έφτανε όμως. Ήθελα να αφήσω και αλλού τα σημάδια της. Να βγω στο δρόμο όπως ήμουν και να αρχίσω να περπατάω. Έκλαψα γοερά. Από την αρχή μαζί της ήταν διαφορετικά. Μου δημιούργησε την αίσθηση ότι έπρεπε να την μοιραστώ με όλο τον κόσμο. Με κυρίευσε τρόμος. Κάποια αισθήματα δεν θέλεις να τα μοιράζεσαι με κανέναν. Εκείνη είχε καταφέρει το αντίθετο, να με κάνει να θέλω να μοιραστώ την ηδονή της ύπαρξης της με όλους. Μα εγωιστικά την κράτησα για μένα. Η θύμηση των όσων έγιναν θα μείνει μόνο δική μου. Τα γράφω όμως, για να θυμάμαι, αυτό που βαθιά πιστεύω, πως απλά ήμουν μπλεγμένος στον ιστό που αυτό το ηδονικό πλάσμα, είχε πλέξει, άθελα ή ηθελημένα επιφέροντας τέτοια επίδραση επάνω μου»
Ταλαντεύητκε λίγα λεπτά ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Έπειτα έσκασε στα γέλια. «Και ευρηματικός. Κοίτα τι σκέφτηκε, για να με κάνει να φοράω παντόφλες.» μονολόγησε. Πήρε το σάκο της και πριν κλειδώσει την πόρτα τον ακουμπήσε στο πάτωμα. Βεβαιώθηκε ότι είχε βάλει μέσα ένα ζευγάρι παντόφλες, κλείδωσε κι έφυγε.

[Μετά από απαίτηση των αναγνωστών επέστρεψα. Είναι σεντόνι, σας το είπα, αλλά αφού το θέλατε.....Παπαστρουμφ, το επόμενο θα είναι εξαιρετικά αφιερωμενο.......]