Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Η φυγή

Οι κινήσεις της ήταν σχεδόν μηχανικές. Μπήκε αλαφιασμένη, τακτοποίησε τα πράγματα της και αφέθηκε στο κάθισμα. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί παρά ελάχιστα, πριν πέσει σε έναν ύπνο βαθύ. Η φυγή είχε αρχίσει. Ή μήπως τώρα τελείωνε;

Ξύπνησε ενστικτωδώς. Συνειδητοποιώντας πως πλησίαζε, άνοιξε ανόρεχτα τα μάτια της, φανερά ενοχλημένη για την διακοπή του ύπνου της και περίμενε υπομονετικά να φτάσει στον τελικό προορισμό της. Το καταπράσινο τοπίο την χαλάρωσε από την ένταση που ένιωθε να διατρέχει το κορμί της. Λίγο πριν την ανακοίνωση, η σκέψη της πλανήθηκε κοντά του. Δεν ήταν η καλύτερη στιγμή να συμβεί κάτι τέτοιο. Ευτυχώς ο ήχος του τρένου που σφύριζε πριν το τελικό φρενάρισμα την επέστρεψε στην πραγματικότητα.

Κατέβηκε κουβαλώντας τα μπαγκάζια και κοιτώντας τριγύρω έως ότου το βλέμμα της τον συνάντησε. Η χαρωπή φιγούρα του κυρίου Στέλιου δεν της είχε αφήσει περιθώρια ελιγμών.
- «Καλώς το κορίτσι. Ήταν καλό το ταξίδι;» την ρώτησε, βάζοντάς την σε μία διαδικασία διαφορετική από εκείνη που είχε στο μυαλό της.
- «Μια χαρά.» απάντησε γελαστή, ξέροντας πως θα ακολουθούσε ένας διάλογος απλός και ανθρώπινος μεταξύ τους.

Και η αλήθεια είναι πως καιρό τώρα είχε ξεχάσει όχι μόνο τι σημαίνει ανθρωπιά, αλλά ακόμα και αυτό το απλό, η ανθρώπινη επαφή.

Μίλησαν αρκετά μέχρι να την πάει στο σπίτι. Διακριτικός όπως πάντα δεν ρώτησε τίποτα. Την άφησε στην πόρτα, την ρώτησε μήπως χρειαζόταν κάτι και μετά την αρνητική της απάντηση έφυγε, λέγοντάς της πως για οτιδήποτε χρειαζόταν να μην δίσταζε και εκείνος θα την βοηθούσε.

Μπήκε στο σπίτι, με ένα αίσθημα όχι φόβου, αλλά με την ιδέα πως έμπαινε στο καταφύγιό της. Τακτοποίησε βιαστικά τις αποσκευές της και κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα της γιαγιάς. Ακούμπησε το κεφάλι της στο ξύλο και αφέθηκε στις αναμνήσεις. Δεν ήταν ξεκάθαρο εάν ονειρευόταν ή απλώς ονειροπολούσε. Πετάχτηκε όμως με την ηχώ μιας λέξης που νόμιζε πως αντηχούσε στα αυτιά της. «Μοναχική». Το ήξερε πως έτσι την αποκαλούσαν στο χωριό. Τους είχε ακούσει και η ίδια να το ψιθυρίζουν αγνοώντας πως τους ακούει. Ποτέ δεν της φάνηκε κακό. Τώρα όμως την τάραξε. Ούτε εκείνη μπόρεσε να καταλάβει το γιατί.

Μερικά ποτά και τσιγάρα μετά, νόμιζε πως είχε την απάντηση. Όταν η σκέψη της πάλι πλανήθηκε σε εκείνον. Όταν η στιγμή ήταν η κατάλληλη.

Θυμήθηκε τις προηγούμενες φορές που είχε έρθει. Μια απόδραση στο ύπαιθρο. Έτσι αποκαλούσε τις μέρες που περνούσε στο χωριό. Απόδραση από την καθημερινότητα και το άγχος της πόλης. Μια ευκαιρία να χαλαρώσει, να σκεφτεί και να γράψει. Και έπειτα με γεμάτες μπαταρίες επέστρεφε για να συνεχίσει, ακόμη και τις φορές που δεν ήθελε ή που νόμιζε πως δεν μπορούσε. Πάντα όμως επέστρεφε.

Και μετά ήρθε ο Παύλος. Και οι ισορροπίες ανατράπηκαν. Ευχάριστη μεν, ανατροπή δε. Άλλαξαν και τα δεδομένα και οι συνθήκες. Αυτή τουλάχιστον έτσι το βίωνε. Και στην αρχή, και μετά. Στο μυαλό της. Όλα τελικά ήταν στο μυαλό της.

Όχι πως ο Παύλος ήταν κακός. Διαφορετική αντίληψη είχαν. Το πίστευαν βέβαια το μαζί. Και οι δυο τους το πίστευαν. Και αγαπήθηκαν αληθινά, με όσα αυτό συνεπάγεται. Μα το δικό του μαζί, απείχε από το δικό της.

Στην αρχή δεν το είχε καταλάβει. Της έφτανε που ένιωθε. «Είμαστε προορισμένοι να παράγουμε συναισθήματα. Να νιώθουμε επειδή αυτό μας συμβαίνει και όχι επειδή το θεωρούμε υποχρέωση ή επειδή περιμένουμε ανταπόδοση. Η αγάπη πηγάζει από μέσα μας και γι’ αυτό ακριβώς είναι ανιδιοτέλεια.» έλεγε και εκείνος συμφωνούσε.

Στην αγάπη, στην ανιδιοτέλεια και στο μαζί. Μα το δικό του μαζί ήταν χαλαρό. Το ζω και μου φτάνει. Το δικό της μαζί ήταν πιο απαιτητικό. Μοιράζομαι, για να μπορώ να το ζήσω. Και κάπου έχασαν την επαφή. Και εκείνη ολοένα βυθιζόταν σε μια θλίψη που ο Παύλος αδυνατούσε να καταλάβει. Γιατί για κείνον ήταν αρκετό. Ζούσε το δικό του μαζί. Για εκείνη ήταν διαφορετικά. Αφού δεν μπορούσε να το μοιραστεί, θεωρούσε πως δεν μπορούσε και να το ζήσει.

Ποτέ δεν του είπε τίποτα. Πίστευε πως καταλάβαινε. Εκείνος όμως ήταν αδύνατο να κατανοήσει κάτι που αγνοούσε. Και ένιωσε να πνίγεται. Μέσα στην χαλαρότητα με την οποία η ίδια του είχε επιτρέψει να την περιβάλει.

Και η ανάγκη να αποδράσει έγινε πιο έντονη. Όχι πια μόνο από την καθημερινότητα και το άγχος. Μα απόδραση από εκείνον. Από τη θλίψη και την πίκρα με την όποια την πότιζε. Και εκείνος αδυνατώντας να καταλάβει, γινόταν πιο πιεστικός, μέσα στο χαλαρό μαζί που ο ίδιος είχε διαμορφώσει. Μα όχι διεκδικώντας αυτό το παραπάνω που εκείνη ήλπιζε, αλλά απαιτώντας όλα όσα συνέβαιναν όσο καιρό ήταν μαζί.

Και ένα βράδυ σταμάτησαν όλα. Και εκείνος, και το μαζί και το άγχος. Βρέθηκε στο χωριό την επόμενη κιόλας μέρα. Κάθισε λίγες μέρες και έπειτα ξαναπήγε στην πόλη να τακτοποιήσει κάποιες εκκρεμότητες.

Μα όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν. Τώρα ήταν εκεί. Στην κουνιστή της πολυθρόνα, στις σκέψεις της, σε όσα απέφευγε συστηματικά τόσο καιρό.

Πήγε μια βόλτα από το καφενείο. Οι ψίθυροι και τα κουτσομπολιά της χάλασαν τη διάθεση. Έφυγε σχεδόν αμέσως για να γυρίσει στο σπίτι.

Κάπνιζε και έπινε στη βεράντα. Οι αναμνήσεις ήταν έντονες σαν να τα έβλεπε όλα σαν ταινία. Να πηγαίνει σπίτι του, να λογομαχούν, να τσακώνονται, να τον χτυπάει με το τηγάνι. Θυμόταν το αίμα να τρέχει σαν ποτάμι και την ίδια ανήμπορη αρχικά να αντιδράσει.

Την δύναμη που έδειξε. Να τον μαζεύει. Να καθαρίζει τα αίματα. Να τον μεταφέρει στο χωριό. Να περιμένει να πλησιάσει το σούρουπο. Να σκάβει στην αυλή, δίπλα στον παλιό αχυρώνα. Να τον σκεπάζει με χώμα. Να πηγαίνει τακτικά και πάντα να αφήνει ένα κερί αναμμένο δίπλα στον αχυρώνα.

Να φεύγει και να ξαναέρχεται αναζητώντας τη λύτρωση. Τώρα όμως το είχε αποφασίσει. Όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να ξεφύγει από τον εαυτό της.
Έστειλε μήνυμα στον κύριο Στέλιο. Να ερχόταν να την έπαιρνε το επόμενο πρωί. Αυτή τη φορά όμως το είχε αποφασίσει. Δεν θα επέστρεφε.

Την βρήκε ξαπλωμένη, δίπλα σε ένα αναμμένο κερί στον αχυρώνα. Είχε ένα γράμμα τυλιγμένο στο χέρι της. Το διάβασε. Φώναξε την αστυνομία. Έψαξαν, έσκαψαν, δεν βρήκαν τίποτα.

Πηγαίνει ο κυρ Στέλιος και της ανάβει κανά κερί. Την θυμάται. Μόνο που δεν κατάλαβε ποτέ αν τελικά ο εκείνος ο Παύλος υπήρξε ή ήταν δημιούργημα της φαντασίας της.

Ο λαγός

Καθόταν όπως πάντα στο δεύτερο σκαλί στην αριστερή πλευρά της κεντρικής εισόδου του μετρό στο Σύνταγμα. Κοίταζε επίμονα το μεγάλο καντράν του ρολογιού του και έπαιζε νευρικά το πόδι του. «Δεν θα προλάβω. Πρέπει να βιαστώ.» μονολόγησε και σηκώθηκε απότομα. Καβάλησε το πατίνι του και άρχισε να κατηφορίζει την Ερμού. Μέχρι που συνάντησε την οδό Αθηνάς και στρίβοντας δεξιά βρέθηκε στην πλατεία Ομονοίας. Περιεργαζόταν από απόσταση τον κόσμο και τις συναλλάγες που λάβαιναν χώρα μπροστά στα μάτια του.
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που είχε κάνει αυτή, την ίδια διαδρομή, χωρίς τότε να ξέρει πως αυτό θα γινόταν μια ιεροτελεστία που θα κρατούσε χρόνια. Και τότε καθόταν στην ίδια θέση, ανέμελος όμως για τον χρόνο που περνούσε. Μέχρι που την είδε να περνάει από μπροστά του. Του φάνηκε βιαστική, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Όπως αποδείχτηκε για κανένα λόγο από όσους θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Ήταν ψιλόλιγνη, με μακριά ξανθά μαλλιά που έπεφταν ανέμελα στους ώμους. Αυτό που τον αιχμαλώτισε όμως ήταν το βλέμμα της. Μελαγχολικό και απόκοσμο, το ένιωσε να τον τραβάει σαν μαγνήτης. Και εκείνος πειθήνια την ακολούθησε.
Κρατήθηκε σε κάποια απόσταση και απόμεινε αμήχανος να κοιτάζει από την απέναντι πλευρά της πλατείας. Εκείνη πάλι, έμοιαζε να έχει εξοικείωση με τον χώρο. Κινήθηκε νωχελικά και πλησίασε τον τύπο με το περίεργο σκουφί. Του είπε κάτι στο αυτί και έβαλε το χέρι της στην τσέπη. Εκείνος απομακρύνθηκε για λίγο. Έπειτα επέστρεψε. Την περίμενε να βγάλει πρώτη το χέρι από την τσέπη, τύλιξε στο δεξί του τη δέσμη με τα χαρτονομίσματα και με το αριστερό της προέτεινε το σακουλάκι, που έκρυψε βιαστικά στο μπουφάν της. Ο Ηλίας σπρωγμένος από περιέργεια είχε πλησιάσει πολύ. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε αγριεμένος ο τύπος. «Θέλω και εγώ.» απάντησε με τόνο που ευτυχώς για εκείνον προδιδε πρωτάρη και όχι κάποιον μπάτσο, ταυτότητα που θα τον έβαζε σε κίνδυνο. «Μόνο κουμπιά μου έχουν μείνει.» απάντησε και ο Ηλίας γνέφοντας θετικά πήρε το ένα και μοναδικό που μπορούσε να πληρώσει.
Το έβαλε στην τσέπη του και συνειδητοποιώντας ότι την είχε χάσει για ώρα από τα μάτια του, άρχισε σαν τρελός να την ψάχνει. Την εντόπισε λίγα μέτρα πιο πέρα να τον κοιτάει γελώντας. Την πλησίασε σχεδόν μηχανικά. «Μην τον φοβάσαι τον Λούκας. Κατά βάθος είναι καλός.» του είπε. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε αμήχανα. Εκείνη σκύβοντας στο αυτί του, του ψιθύρισε Αλίκη. Ήταν σίγουρος όμως πως του είπε ψέμματα φοβούμενη για το μέρος που γινόταν η γνωριμία τους. Στάθηκαν αμίλητοι για λίγα λέπτα, ωσπού την είδε έτοιμη να φύγει και δεν κρατήθηκε. «Θέλεις να πάμε να πιούμε ένα τσάι;» τη ρώτησε και η Αλίκη έσκασε στα γέλια. Λογικό, δεδομένου ότι δεν γνώριζε την μικρή ιδιαιτέροτητα του Ηλία. Δεν έπινε καφέ γιατί ήταν αλλεργικός, οπότε είχε καταφύγει στο τσάι. Εκείνη το απέφυγε με τρόπο και έκανε να φύγει. Έπρεπε να δοκιμάσει αυτό που αγόρασε. «Πες μου μόνο αυτό τότε. Γιατί είσαι εδώ;» τη ρώτησε. «Γιατί έπρεπε να βρω ένα τρόπο να μπω στη χώρα των θαυμάτων.» απάντησε με νάζι και εξαφανίστηκε.
Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά στη ζωη του που δοκίμασε κουμπί ή οποιοδήποτε είδος ναρκωτικού. Συνέχισε όμως να πηγαίνει στην πλατεία με την προσμονή να την δει. Εκείνη όμως ήταν άφαντη. Και ο καιρός περνούσε και η επιθυμία να τη συναντήσει έγινε εμμονή. Το άλλοτε χαρούμενο παιδί που έπαιζε με το πατίνι του στην πλατεία Συντάγματος έγινε ένας τρελός που κοιτούσε επίμονα το ρολόι του, περιμένοντας να έρθει η ώρα για τη συνηθισμένη του βόλτα.
Και ο άλλοτε ανέμελος «λαγός» όπως τον αποκαλούσαν στην πλατεία εξαιτίας του σκίτσου που δέσποζε στο κέντρο του πατινιού του έγινε ένα μίζερο πλάσμα, που το μόνο που έκανε ήταν να κοιτάζει το ρολόι και το ημερόλογιο. «Θα ξανάρθει. Δεν μπορεί.» έλεγε στον εαυτό του, αλλά εδώ και καιρό ούτε αυτό μπορούσε να του δώσει παρηγοριά.
΄Ήταν ένα από τα πολλά ανιερά απογεύματα, που καθόταν και περίμενε ο μεγάλος δείκτης του ρολογιού να πάει στο έξι για να ξεκινήσει τη γνωστή διαδρομή, όταν την είδε να περνάει από μπροστά του. Τα μάτια του έλαμψαν και ενστικτωδώς πριν καν κοιτάξει το ρολόι του είχε καβαλήσει το πατίνι και κατέβαινε την Ερμού.
Η διαδρομή ήταν ακριβώς η ίδια. Όταν έφθασε στην Ομόνοια, στάθηκε στο ίδιο, γνώριμο σημείο απέναντι από την πλατεία, το μόνο κοινό που τους είχε μείνει μετά από εκείνη την μακρινή πρώτη τους συνάντηση, για να μπορεί να την παρακολουθεί και περίμενε. Το βλέμμα του περιεργάστηκε γρήγορα το χώρο, προσπαθώντας να μην την χάσει από τα μάτια του. Χρειάστηκε μόνο ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, απόρροια του χτυπήματος στην πλάτη και το άκουσμα μιας γνώριμης φωνής να του λέει «Ρε λαγέ; Πάλι από τα μέρη μας;» για να τον εκνευρίσουν και να την χάσει από το οπτικό του πεδίο.
Στη θέα του Λούκας δεν χάρηκε, αλλά ήξερε πως έπρεπε έστω από ευγένεια να απαντήσει. «Ναι, πάλι από δω. Αλλά ήρθα επειδή ψάχνω κάποιον. Δεν ενδιαφέρομαι για το οτιδήποτε.» απάντησε με μια ανάσα, ελπίζοντας πως αυτό θα αποθάρρυνε τον Λούκας. Τον κοίταξε περίεργα. Έπειτα κούνησε το κεφάλι και έκανε να φύγει. Περνώντας δίπλα του, του ψιθύρισε στο αυτί «Η Αλική δεν είναι πια εδώ.» του έβαλε κάτι στην τσέπη και έφυγε.
Ο Ηλίας ξαφνιασμένος, την έψαξε με το βλέμμα του. Αφού δεν μπόρεσε να την εντοπίσει άρχισε να ψάχνει στα στενά γύρω από την Ομόνοια. Σε ένα από αυτά, που το φως έπεφτε ελάχιστα σε ένα κάδο σκουπιδιών, του φάνηκε πως την είδε. Να κάθεται πλάι στον κάδο με τα γόνατα λυγισμένα και το κεφάλι χωμένο μέσα τους. Χαμένη στον κόσμο της. Τον κόσμο των θαυμάτων όπως αποκαλούσε.
Την πλησίασε και κάθισε δίπλα της. Ήταν χαμένη για να τον καταλάβει. Της χάιδευε ώρα τα μάλλια, όταν γύρισε και τον κοίταξε. «Τι θες;» ρώτησε επιθετικά. «Να σε βηθήσω» της απάντησε σχεδόν απολογούμενος για την παρουσία του εκεί. «Εδώ και καιρό δεν χρειάζομαι βοήθεια. Μόνο ένα θάυμα. Και το έχω ήδη βρει.» του απάντησε.
Θόλωσε. Σε αυτή της φράση ένιωσε ότι περιεκλειόταν μια ολόκληρη ζωή. Η δική της, που τόσο αβίαστα την πέταγε στα σκούπιδια.
Έκλεισε το πρόσωπό της στο στήθος του. Η Αλίκη άρχισε να κλαίει. Δεν ήταν σίγουρος γιατί. Ίσως να καταλάβαινε τι γινόταν. Ίσως απλά να βυθιζόταν σε μια ακόμα ψευδαίσθηση. Δεν άντεχε να την βλέπει έτσι.
Τη φιλησε στο μάγουλο λέγοντας πως όλα θα πάνε καλά. Μα ήξερε πως δεν θα γινόταν έτσι. Εκείνη δεν αντέδρασε. Τα ναρκωτικά είχαν αρχίσει να ενεργούν. Το εκμεταλλεύτηκε. Την πήρε αγκαλιά, τύλιξε τα χέρια του στο λαιμό της και άρχισε να σφιγει με όλη του τη δύναμη. Οι πνιχτές κραυγές της δεν τον σταμάτησαν. Σε λίγη ώρα άφησε το αναίσθητο κορμί της να πέσει δίπλα στον κάδο. Σηκώθηκε, κοίταξε το πατίνι του που το είχε παρατήσει πιο δίπλα και έπειτα εκείνη. Δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι. Θα ανακτούσε τις αισθήσεις της και θα συνέχιζε όπως πριν.
Έπαιξε μηχανικά με τις τσέπες του μπουφάν του. Τότε βρηκε το χαπάκι που του είχε βάλει ο Λούκας. Το μάσησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σύντομα τον είχε κυρίευσει. Άρχισε να κλωτσά τον κάδο. Μετά πήρε το πατίνι, το χτύπησε με μανία στον τοίχο σπάζοντας το στη μέση. Κρατούσε το μισό κομμάτι στα χέρια του όταν είδε το σώμα της να σαλεύει. Δεν το σκέφτηκε. Έπεσε πάνω της με δύναμη και κάρφωσε το πατίνι στο λαιμό της. Κρατούσε τα παγωμένα χέρια της με τα δικά του και το αίμα που έτρεχε ζεστό από το λαιμό της ήταν το μόνο σημάδι πως ήταν ζωντανή. Έστω κάποτε.
Όταν τα πόδια της σταμάτησαν να κλωτσάνε, κατάλαβε πως ήταν νεκρή. Ξάπλωσε δίπλα της και αποκοιμήθηκε. Όταν συνήλθε είχε αρχίσει να ξημερώνει. Το θέαμα του νεκρού σώματός της δίπλα του τον πάγωσε. Με μια γρήγορη ματιά στο σκηνικό κατάλαβε τι είχε κάνει. Έφυγε τρέχοντας.
Αφού συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, πήγε στο αστυνομικό τμήμα. Δήλωσε κλοπή για το πατίνι ελπίζοντας πως δεν θα τον συνέδεαν με τον αποτρόπαιο φόνο.
Για μέρες διάβαζε εφημερίδες και έβλεπε ειδήσεις μήπως ακούσει τίποτα. Για μέρες περίμενε μήπως η αστυνομία ερχόταν στο σπίτι του. Τίποτα δεν συνέβη. Και εκείνος συνέχιζε να πηγαίνει στο Σύνταγμα, όχι για να προποιηθεί πως όλα ήταν φυσιολογικά, αλλά μήπως μάθει κάτι.
Ένα βράδυ μετά από μπύρες με τα φιλαράκια, δεν άντεξε. Κατηφόρισε προς την Ομόνοια. Στάθηκα και πέριμενε να δει τον Λούκας. Όταν τον εντόπισε έτρεξε προς τα εκεί. Εκείνος δεν χάρηκε που τον είδε. «Τι θες εδώ; Νόμιζα πως τελείωσες με όλα αυτά, εάν υποτεθή ποτέ ότι είχες αρχίσει.» του είπε. «Να σου πω τι έκανα. Τι της έκανα.» φώναξε ξεσπώντας σε λυγμούς. «Ρε μαλάκα πάλι τα ίδια; Στο ξανάπα η Αλίκη έφυγε. Εκείνη την πρώτη φορά που την είδες. Νοθευμένη δόση. Την βρήκαν πλάι σε ένα κάδο. Εσύ δεν έκανες τίποτα παρά να παραλογίζεσαι μαζί της.» του απάντησε, τον σκούντησε στον ώμο και του έχωσε ένα χαπάκι στην τσέπη.
Πήγε στο ίδιο σημείο. Κάθισε δίπλα στον κάδο και προσπαθούσε να σκεφτεί αν ήταν αλήθεια ή απόρροια της φαντασίας του. Ενώ σκεφτόταν κρατούσε σφιχτά το χάπι στο χέρι του. Ώρα μετά και ενώ αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασία κατάπιε το χάπι.
Βρέθηκε στην ίδια σκηνή, με την ίδια ένταση, τους ίδιος φόβους, το ίδιος πάθος. Να τη σώσει. Μόνο που αυτή τη φορά δεν της κάρφωσε το πατίνι, αλλά ανέβηκαν μαζί και έφυγαν. Για τον δικό της κόσμο. Τον κόσμο των θαυμάτων.