Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Ματίνα



"Ματίνα ξύπνα, θα αργήσουμε."

Τώρα. Σε 5 λεπτά σηκώνομαι. Μη φωνάζεις."

"Έτσι είπες και την τελευταία φορά και αργήσαμε στο μάθημα. Και τον ξέρεις τον Παπασταματίου. Δεν θα μας αφήσει πάλι να παρακολουθήσουμε. Εάν δεν σηκωθείς θα φύγω χωρίς εσένα."

Ξύπνησε με την απορία εάν είχε ψελλίσει "φύγε" ή "τώρα έρχομαι" μέσα στον ύπνο της. Όχι ότι είχε καμία σημασία. Η Νόρα είχε φύγει χωρίς εκείνη. Πάλι θα έχανε το μάθημα και ήξερε πως αυτό μόνο κακό μπορεί να ήταν.
Μπορεί να ήταν καλή στο σχεδιασμό και τα χρώματα, αλλά στην κοπτική- ραπτική υστερούσε και το να χάνει ουσιώδη μαθήματα μόνο ανασταλτικός παράγοντας θα ήταν για τις σπουδές της. Ή τέλος πάντων αυτό που οι άλλοι είχαν ονομάσει σπουδές για εκείνη.
Έφτιαξε τον καφέ της και ενώ περίμενε να κρυώσει - πάντα τον έπινε κανά δεκάλεπτο αφότου τον κατέβαζε από το μάτι της κουζίνας- μπήκε στο δωμάτιο που χρησιμοποιούσαν με την Νόρα σαν εργαστήριο. Κοίταξε τα πατρόν που ήταν αραδιασμένα επάνω στο σχεδιαστήριο για εξάσκηση και ενστικτωδώς τα έσκισε και τα πέταξε στο πάτωμα. Τα έβαλε με επιμέλεια στον κουβά και πήγε στην κουζίνα να απολαύσει τον καφέ της.
Ένα τσιγάρο και αρκετές γουλιές καφέ μετά, αφού είχε ξυπνήσει και το μάτι έβλεπε πια καθαρά, πήρε τον κουβά και βγήκε στο μπαλκόνι. Άναψε τσιγάρο με ένα σπίρτο και πριν το σβήσει, το πέταξε στον κουβά, που λαμπάδιασε αμέσως. Χάζεψε για λίγη ώρα τη φωτιά που μαινόταν και αφού βεβαιώθηκε πως δεν προκαλούσε ζημιά, μπήκε στο σπίτι.
Κοίταξε το πρόγραμμα και είδε πως δεν είχαν άλλο μάθημα σήμερα. "Ωραία. Ρεπό." σκέφτηκε και το μυαλό της πήγε αμέσως στη Νόρα, που εκτός του ότι θα γύριζε εσπευσμένα να εφαρμόσει όλα όσα θα τους είχε πει ο Παπασταματίου, από φόβο μην τα ξεχάσει -στην πρακτική εφαρμογή τους, γιατί θεωρητικά είχε έναν τρόπο να στα εντυπώνει ο πούστης- θα της άρχιζε το κήρυγμα. Που είναι αμελής και ανεύθυνη. Που δεν υπολογίζει όλα όσα ξοδεύουν οι γονείς της για εκείνη.

Ποιοι γονείς αλήθεια;

Η Ματίνα δεν είχε πει ποτέ ξεκάθαρα στη Νόρα τίποτα για την οικογένειά της. Ακόμα και για τον ίδιο της εαυτό ελάχιστα είχε πει και εκείνη από τη δική της πλευρά ελάχιστα είχε ρωτήσει. Απορούσε ώρες ώρες πως την δέχτηκε για συγκάτοικο και δεν φοβήθηκε. Η άγνοια τρομάζει. Και αυτό η Ματίνα το ήξερε καλά.
Άφησε για λίγο κατά μέρος τις σκέψεις και επικεντρώθηκε στις λίγες ώρες ελευθερίας που της απέμειναν μέχρι να γυρίσει η Νόρα. Πόσο καιρό είχε να νιώσει αυτό το συναίσθημα.
Κι όμως τη στιγμή εκείνη που το είχε νιώσει δεν κράτησε πολύ. Ήταν πολύ μικρή. Θυμάται όμως τον εαυτό της να στέκεται στην αυλή του μικρού σπιτιού τους και να κοιτάζει το πεσμένο σώμα της μητέρας της, έξω από την αποθηκούλα, δίπλα στον κασμά που είχαν για τα παρτέρια. Τα χέρια της ήταν ελαφρώς λυγισμένα παράλληλα με το σώμα της. Τα μάτια της είχαν μείνει ορθάνοιχτα. Νόμιζε πως την άκουγε ακόμα να της φωνάζει και να την κυνηγάει.
Και εκείνη έμεινε να την κοιτάζει. Ήταν τότε που οι φωνές είχαν σωπάσει, που δεν φοβόταν μην την προλάβει και την δείρει. Τότε που πήρε βαθιά ανάσα για να αφουγκραστεί το αίσθημα της ελευθερίας. Μα δεν κράτησε. Ένιωσε δυο χέρια γύρω από το σώμα της. Το ένα να την τυλίγει και το άλλο να της κλείνει τα μάτια. Θυμάται τη θεία της να φωνάζει "Πάμε μέσα. Αυτά δεν είναι πράγματα να τα βλέπει ένα παιδί." και να την τραβάει κρατώντας της τα μάτια κλειστά.
Μα αυτό που η θεία της αγνοούσε, ήταν πως δεν χρειαζόταν να δει κάτι άλλο. Γιατί είχε δει τη μάνα της να σκοντάφτει και τρέχοντας επιμελώς πρόλαβε να σπρώξει τον κασμά προς το μέρος της. Προς το μέρος που προσγειώθηκε το δεξί μέρος του κεφαλιού της και η μία άκρη του κασμά μπήχτηκε κοντά στο δεξί μηνίγγι της. Και όλοι το θεώρησαν ατύχημα. Η Ματίνα από την άλλη ήταν σίγουρη πως επίτηδες έστρεψε το κεφάλι για να της ρίξει το τελευταίο θανατηφόρο βλέμμα της.
Και νόμισε πως γλίτωσε. Πως επιτέλους θα μπορούσε να ζήσει. Όμως ο πατέρας της δεν πήρε καλά τον χαμό της μάνας. Και από φόβο πως δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει για τον ίδιο και κυρίως για την κόρη του, έδωσε στην αδερφή του -όντας χήρα- τη θέση της μητέρας. "Τα παιδιά χρειάζονται μάνα, περισσότερο από πατέρα." της είχε πει την ημέρα που η Τασούλα ήρθε να εγκατασταθεί στο σπίτι τους.
Στην αρχή δεν της κακοφάνηκε. Θεώρησε ότι σε μια δεύτερη απόπειρα να αποκτήσει μητέρα ίσως ήταν πιο τυχερή. Όμως η Τασούλα αποδείχτηκε χειρότερη. Ήταν κακιά, στριμμένη και αυταρχική. Οι μόνες λέξεις που πρόφερε με ευχαρίστηση ήταν το όχι, μη και δεν πρέπει. "Για να κρατάμε τα προσχήματα. Ο κόσμος είναι κακός." της έλεγε και την αγκάλιαζε και της φαινόταν τόσο φτηνό και υποκριτικό που αντί για προσευχή στον ύπνο της ψιθύριζε "Στο διάολο τα προσχήματα, στο διάολο και συ."
Και όσο μεγάλωνε η Ματίνα, μεγάλωναν και οι καυγάδες μεταξύ τους. Πλησίαζε τα δεκαοχτώ όταν κρυφάκουσε να λέει στον πατέρα της πως έπρεπε να την στείλουν στην Αθήνα να σπουδάσει. Πως το χωριό είναι μικρό και ο κόσμος κουτσομπόλης. Να γλιτώσουμε και εμείς και το παιδί από τις κακές γλώσσες, είχε πει. Και ο πατέρας πείστηκε πως ήταν για το καλό της.
Όχι ότι θα της έκανε κακό να φύγει. Για την ίδια όμως, όχι για το καπρίτσιο της Τασούλας. Την βόλευε όμως το αποτέλεσμα και δεν έφερε αντίρρηση. Βέβαια, αποφάσισαν να σπουδάσει αυτό που ήθελε η Τασούλα και της Ματίνας δεν της άρεσε. "Κποτική- ραπτική; Από πού και ως που; Κανονικά εγώ έπρεπε να ερωτηθώ για το τι θέλω να σπουδάσω." ούρλιαζε το βράδυ που της το ανακοίνωσαν, αλλά αποφάσισε να συμφωνήσει. Στο κάτω κάτω έπρεπε να ευχαριστεί για την καλή της τύχη. Τουλάχιστον θα έφευγε από το χωριό και την Τασούλα.
Έτσι βρέθηκε στην Αθήνα, έτσι συγκατοίκησε με την Νόρα. Το δωματιάκι εκείνης της γνωστής από το χωριό ήταν άθλιο και η Τασούλα θα είχε έναν άνθρωπο δικό της συνέχεια από κοντά. Κατάφερε και τους συμφώνησε πως εάν έβρισκε σπίτι αλλού με τα ίδια λεφτά θα μετακόμιζε. Όρος απαράβατος η Τασούλα να μην κατέβαινε ποτέ να δει το σπίτι. "Ξέρω εγώ πατέρα. Έχε μου εμπιστοσύνη και ξέρω εγώ." του είχε πει και ο άμοιρος, μιας και το κοριτσάκι του ποτέ δεν είχε φέρει αντίρρηση στο οτιδήποτε, δέχτηκε.
Κάπως έτσι ξεκίνησε την καινούρια της ζωή. Μακριά από δαίμονες, φαντάσματα και καταπιέσεις. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Μέχρι που γύρισε η Νόρα σπίτι με ένα γράμμα για τη Ματίνα από τον Παπασταματίου.
Το διάβασε για να καταλάβει πως είχε αποδειχτεί χειρότερος καταπιεστής και από την μάνα της και από την Τασούλα. Την απείλησε πως εάν δεν συμμορφωθεί με τους όρους της σχολής και τους δικούς του, θα στείλει γράμμα στους δικούς της και θα την διώξει από την σχολή. Και αυτό η Ματίνα δεν το ήθελε. Ήξερε τι θα σήμαινε κάτι τέτοιο. Επιστροφή στο χωριό με όσα αυτό συνεπαγόταν.
Την επόμενη κιόλας μέρα πήγε στη σχολή να τον βρει. Της άρχισε τα δικά του. Ότι έχει χάσει πολλά μαθήματα, ότι δύσκολα θα μπορέσει να συντονιστεί και διάφορα άλλα μέχρι να καταλήξει εκεί που πραγματικά ήθελε.
Γυρνώντας σπίτι δεν είπε λέξη στη Νόρα. Προφασίστηκε αδιαθεσία και δεν βγήκε μαζί της με τα άλλα παιδιά από τη σχολή. Μόνο όταν για πολλοστή φορά τη ρώτησε επιτακτικά τι της είπε ο Παπασταματίου, απάντησε "Θα το σκεφτεί." για να την καθησυχάσει. Όμως δεν ήταν τόσο απλό.
Ο Παπασταματίου της είχε πει εμμέσως πλην σαφώς πως έπρεπε να συμμορφωθεί με τους κανόνες τους , που σήμαινε πως εάν δεν περνούσε το σαββατοκύριακο μαζί του στο εξοχικό του, δεν θα της επέτρεπε να συνεχίσει τη σχολή. Η μάνα του ήταν καρδιακή φίλη της Τασούλας και ήξερε έτσι τα πάντα γι αυτήν. Και είχε πιστέψει η χαζή πως η επιλογή σχολής ήταν τυχαία. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο για την Τασούλα. Ευτυχώς είχε κάποιες μέρες περιθώριο να το σκεφτεί. Το γεγονός ότι η Νόρα θα έφευγε εκείνο το ίδιο σαββατοκύριακο την διευκόλυνε στο να βρει μια λύση και να δώσει μια απάντηση.
Το αυτοκίνητό του σταμάτησε κάτω από το σπίτι αρκετή ώρα αφότου είχε φύγει η Νόρα. Ευτυχώς ο Ωρωπός δεν ήταν πολύ μακριά.
Το σπίτι ήταν όμορφο, αλλά από τη διακόσμηση η Ματίνα κατάλαβε πως προοριζόταν για τις περίεργες ορέξεις του δασκάλου της. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο, προσπαθώντας να βρει τρόπο να κερδίσει χρόνο. Ένα ποτήρι κρασί μπροστά από το τζάκι θεώρησε ότι ήταν καλή ιδέα και εξυπηρετούσε το σκοπό της. Το δεύτερο όμως τον ζάλισε και άρχισε να γίνεται πιο διεκδικητικός.
"Μου υποσχέθηκες να μου δείξεις το σχεδιαστήριο." του είπε με φωνή προσποιητά λάγνα, που όμως τον έπεισε.
Πριν μπουν μέσα ήπιε το δικό της μονορούφι. Θα χρειαζόταν όλη της τη δύναμη και λίγο αλκοόλ στον οργανισμό θα της έκανε σίγουρα καλό.
Άρχισε να περιεργάζεται το χώρο. Η ραπτομηχανή δέσποζε στο κέντρο και γύρω της ένα τεράστιο τραπέζι που πάνω του ήταν αραδιασμένα κάθε λογής πατρόν. Έκανε πως τα κοιτάει με ενδιαφέρον, ώσπου τον ένιωσε να έρχεται από πίσω της με ορμή και να την ξαπλώνει πάνω στο τραπέζι, σαν αβυσσαλέο ζώο. Προσπάθησε να τον απομακρύνει με τα χέρια της αλλά ήταν πιο δυνατός. "Περίμενε. Πάνω στη ραπτομηχανή να πάμε." είπε και χαμογέλασε. Εκείνος νομίζοντας πως της άρεσαν τα περίεργα δέχτηκε.
Με δυο έξυπνες κινήσεις τον έριξε πάνω στη ραπτομηχανή και ξάπλωσε πάνω του. Του άρεσε που έπαιρνε το πάνω χέρι. Χαϊδεύοντας τον άρχισε να απομακρύνεται από το σώμα του και ακούμπησε στο πάτωμα. Συνέχισε να τον χαϊδεύει ενώ με το αριστερό της πόδι έψαχνε το πετάλι της ραπτομηχανής. Άπλωσε το δεξί του χέρι προς τη μεριά της βελόνας και πάτησε με δύναμη το πετάλι. Την κλώτσησε με μανία, ουρλιάζοντας από τον πόνο, καθώς τράβηξε το χέρι του αφήνοντας ένα μικρό κομματάκι σάρκα στην άκρη της βελόνας.
Δεν πτοήθηκε. Όσο καθόταν κοιτώντας το χέρι του μέσα στα αίματα, εκείνη άρπαξε το σίδερο από το τραπέζι και το προσγείωσε με ορμή στο κεφάλι του. Έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Τον ξαναχτύπησε για να βεβαιωθεί πως δεν θα συνερχόταν και τον ξάπλωσε στο πάτωμα.
Έπειτα πήγε στο τραπέζι. Είχε δει ένα ύφασμα που της τράβηξε την προσοχή. Καρό μπλε. Μάλλον προοριζόταν για κουρτίνες.
Άρχισε να κόβει το ύφασμα σε λωρίδες. Μετά πήρε το ξυράφι και έκοψε σε λωρίδες το δέρμα από το θώρακά του. Πήρε την ραπτομηχανή, ήταν από εκείνες που μπορούσες να επιλέξεις την ταχύτητα γαζώματος και έραψε το ύφασμα πάνω στο δέρμα του.
Αφού είχε ετοιμάσει αρκετές λωρίδες σταμάτησε. Πήγε στο δωμάτιο που είχε την τσάντα της, πήρε τη σακοράφα που κουβαλούσε πάντα μαζί της -ενθύμιο από το χωρίο- και άρχισε να ράβει τα ανάμεικτα κομμάτια υφάσματος και σάρκας επάνω στο δέρμα του.
Η σκληρή επιφάνεια του δέρματός του την παίδεψε και κατάφερε να διακοσμήσει μόνο τον θώρακα και τα χέρια του. Οι μηροί του της φάνηκαν αρκετά γυμνασμένοι για να μπορέσει να περάσει τη βελόνα.
Έπειτα πήρε το κόκκινο νήμα, το πέρασε στη σακοράφα και άρχισε να ράβει τα χείλη του μεταξύ τους. Έτσι δεν θα μπορούσε να πει σε άλλες τις ίδιες ανοησίες που είχε ακούσει η ίδια.
Σηκώθηκε και τον κοίταζε. Ένιωσε και πάλι αυτό το, έστω και φευγαλέο, αίσθημα ελευθερίας που θυμόταν. Αυτή τη φορά θα προσπαθούσε να το κάνει να διαρκέσει παραπάνω.
Έκλεισε την πόρτα του σπιτιού αναστενάζοντας, σκεπτόμενη πως και η Τασούλα θα φαινόταν εξίσου ωραία. Πάντα της πήγαινε το κόκκινο. Ειδικά στα χείλη.