Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Έρωτας α λα κουραμπιέ


Ήταν 7.30 το απόγευμα. Το θερμόμετρο ήταν για μέρες κολλημένο στους 39 βαθμούς κελσίου, αλλά αυτό δεν μου είχε επιτρέψει να παρεκλίνω από το αρχικό μου σχέδιο. Έτσι βρισκόμουν εκεί, με τα μαύρα γυαλιά μου, να ακουμπώ στον κορμό ενός δέντρου. Ήμουν διαγώνια από την έκκλησια, σε σημείο που είχα καλή θέα, χωρίς όμως η δική μου παρουσία να γίνεται αντιληπτή. Τη σκιά που έριχνε το δέντρο τη θεώρησα απλώς ευτυχή σύμπτωση. Θα έμενα ακόμα κι αν κίνδυνευα με θερμοπληξία.
Είχα πάει αρκετά νωρίς για να είμαι σίγουρη πως θα τον πετύχαινα εκεί. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι να κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο της εκκλησίας. Ταράχτηκα. Όχι ότι είχα καιρό να τον δω, αλλά φάνταζε ιδιαίτερα όμορφος και κομψός στο μπεζ κοστούμι του. Με εκείνη την πρόσθετη νότα από κάτι το απόκοσμο που ούτως ή άλλως τον χαρακτήριζε. Τα μάτια μου κόλλησαν για δευτερόλεπτα στην ανθοδέσμη που κρατούσε στα χέρια του, αλλά δεν τους επέτρεψα να κλάψουν. Είχαν ρίξει ήδη αρκετό κλάμα για τον συγκεκριμένο κύριο.
Έβλεπα τον Παύλο να χαμογελάει μηχανικά χωρίς προσπάθεια να κρύψει το άγχος του. Όταν το χέρι του κινήθηκε μηχανικά προς την ραφή του παντελονιού του μειδίασα. Πάντα η ίδια κίνηση όταν ένιωθε αγχωμένος ή πιεσμένος. Πάντα τα ακροδάχτυλά του να παίζουν αμήχανα και νευρικά με την ραφή. Την εικόνα γρήγορα συμπλήρωσε το πλήθος του κόσμου που άρχισε να συρρέει στην εκκλησία. Οι φίλοι του τον πείραζαν. Δεν άκουγα, αλλά καταλάβαινα από τις εκφράσεις των προσώπων τους. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι. Η ώρα πλησίαζε. Καθυστέρησε περίπου ένα τέταρτο. Με ηρέμησε η αναμονή. Η ιδέα, πως κάποια τον είχε κάνει έστω για λίγο να την περιμένει. Με μόνη διαφορά πως ήταν για λίγο και με αποτέλεσμα, ενώ εγώ τον περίμενα για χρόνια χωρίς κανένα.
Στο άκουσμα της κόρνας πάγωσα. Είδα το αυτοκίνητο να σταματάει και εκείνη να βγαίνει. Νόμιζα πως δεν μπορoύσα να αναπνεύσω. Τα πόδια μου είχαν ήδη ετοιμαστεί για φυγή. Έσφιξα τα δόντια και κρατήθηκα γερά από το δέντρο. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα αντέξει. Ανέβαινε με άνεση και χάρη τα σκαλιά. Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της. Για μια στιγμή σκέφτηκα να με ξαμολύσω πάνω της, αλλά συγκρατήθηκα.
Όταν βρέθηκε κοντά του, ο τρόπος που την κοίταζε δεν μου άφησε περιθώριο επιλογής. Όχι ότι μου είχε αφήσει ποτέ εκείνος. Απόμεινα βουβή να τους κοιτάζω μέχρι να μπουν στο ναό. Έφυγα αφού τελείωσε η τελετή. Ο κύκλος πλέον είχε κλείσει.
Έφτασα σπίτι με ένα περίεργο συναίσθημα. Έβαλα χαμηλή μουσική, έφτιαξα ένα ποτό και άναψα τσιγάρο. Οι σκέψεις έφευγαν μαζί με τον καπνό μου. Είχα καιρό να νιώσω έτσι. Θυμήθηκα την τελευταία φορά. Ήταν όταν είχα αποφασίσει να βγάλω τον Γιώργο από τη ζωή μου. Ήταν τόσο έντονες οι μνήμες. Εκείνος απεναντί μου να υπερασπίζεται ένα μέλλον κοινό και όλα όσα ένιωθε για μένα. Εμένα σιωπηλή να ακούω και την απάντηση βαθιά ριζωμένη μέσα μου. Θα μπορούσα να κουρνιάσω δίπλα του σαν σπουργίτι που ζητάει προστασία, αλλά ποτέ δεν ήμουν έτσι. Είχα μετατραπεί σε αρπακτικό και σαν τέτοιο του χάραξα το μάγουλο, με μια πληγή όχι βαθιά αλλά εμφανή, όπως εκείνες που μου είχε αφήσει ο Παύλος.
Εκείνο το βράδυ έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Αποφασίζοντας να μείνω με τις παλιές πληγές μου και την πεποίθηση πως ο Παύλος θα γυρνούσε. Και τώρα βρισκόμουν στον καναπέ όχι μόνο με μια αίσθηση κενού, αλλά με την ελπίδα μιας επιστροφής που είχε χαθεί λίγες ώρες πριν στα σκαλιά της εκκλησίας.
Θύμωσα με τον εαυτό μου. Το μυαλό μου θόλωσε και έσπασα το μουκάλι με το κρασί που είχα ανοίξει. Κράτησα το σπασμένο μπουκάλι στα χέρια μου και ξαφνικά βρέθηκα να χαρακώνω το μπάτσο μου. Μάλλον χτύπησα κάποια φλέβα. Στις πρώτες σταγόνες που πότισαν τη μοκέτα τρόμαξα. Έτρεξα στο μπάνιο, άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας και έβαλα το χέρι μου από κάτω. Δεν ξέρω αν κοιμήθηκα ή αν λιπυθύμησα, αλλά όταν συνήλθα πρέπει να είχε περάσει αρκετή ώρα. Η αιμμοραγία είχε σταματήσει αλλά ένιωθα το χέρι μου μουδιασμένο. Σηκώθηκα και το έδεσα με έναν επίδεσμο.
Επέστρεψα στη ζεστασιά του καναπέ αλλά η διάθεσή μου δεν είχε καλυτερέψει. Είχα συνηθίσει να με πληγώνει ο Παύλος, ακόμα και να το προκαλώ εγώ στον εαυτό μου, αλλά με αυτόν τον τρόπο ξεπερνούσε κάθε λογικό όριο. Έπινα και άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ώρες ποτού και τσιγάρων μετά τα είχα ξεκαθαρίσει.
Μου χρωστούσε μια τελευταία συνάντηση και θα την διεκδικούσα. Ευτυχώς είχα άψογη ενημέρωση για τις κινήσεις του μέσω κάποιου κοινού φίλου. Έτσι ήξερα ότι θα έφευγαν για μήνα του μέλιτος το βράδυ της μεθεπόμενης μέρας του γάμου. Είχα μπροστά μου μια ολόκληρη μέρα και ένα απόγευμα να το οργανώσω.
Η συνάντηση κλείστηκε μέσω μηνυμάτων. Στην αρχή ήταν όπως πάντα διστακτικός. Όταν όμως του διηγήθηκα τι είχα κάνει υπέκυψε. Μου είχε αδυναμία, γεγονός που εκμεταλλεύτηκα.
Δεν είχα καταλήξει τι θα έλεγα και πως. Περιφερόμουν στο σπίτι σαν ψυχωτική γυρεύοντας λύσεις. Ανοιγόντας το νουλάπι προς ανεύρευση κάποιου φαγώσιμου μου ήρθε η ιδέα. Τρελαινόταν για κουλουράκια. Τα δικά μου κουλουράκια που επέμενα να φτιάχνω με τις φόρμες που κανονικά χρησιμοποιούμε για τους κουραμπιέδες. Ένιωσα να χαλαρώνω και αποφάσισα να επιβραβεύσω τον εαυτό μου με ένα ποτήρι κρασί. Ήταν από τις αγαπημένες μου συνήθειες να πίνω ενώ μαγειρεύω.
Αρκετή ώρα μετά, δεν ήμουν σίγουρη αν τα είχα φτιάξει όλα όπως επιθυμούσα. Ίσως στην πράξη να δικαιωνόμουν. Ακούμπησα τις φόρμες προσεκτικά στο τραπέζι και πήγα να ετοιμαστώ. Ντύθηκα, άναψα τα κεριά μου, έβαλα μουσική να παίζει και κάθισα στον καναπέ. Δεν θα αργούσε. Πάντα ήταν συνεπής. Όμως τη στιγμή που στεκόμουν στην πόρτα έτοιμη να του ανοίξω, ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς μου να ανέβαινουν. Δεν ήξερα αν θα κατάφερνα αυτή τη συνάντηση μέχρι τέλους.
Μπήκε μέσα με ένα ύφος καχυποψίας και επιφύλαξης. Κάθισε με το ζόρι και μιλούσε γρήγορα σαν να επρόκειτο να διεκπεραιώσει κάτι, παρά να συνομιλήσει. Για πρώτη φορά δεν χρησιμοποίησε τα τετριμμένα. Ήταν λακωνικός και απότομος. Ήθελε να βάλει το οριστικό τέλος. Δεν άκουγα από ένα σημείο και μετά. Στο τρίτο ποτήρι σηκώθηκε να φύγει. Έπρεπε να κινηθώ άμεσα. Τον έπεισα να μείνει για λίγο ακόμη. Πήγα κοντά του και του έδειξα το κασκόλ που μου είχε χαρίσει. Δεν κατάλαβε την κίνησή μου. Το έδεσα γύρω από το λαιμό του.
Μου έπιασε τον καρπό λέγοντάς μου πως δεν το ήθελε πίσω. «Μα δεν έχω σκοπό να στο επιστρέψω.» του είπα, κοιτάζοντάς τον με μάτια που έβγαζαν φλόγες, Η τρομαγμένη του έκφραση μου έδωσε θάρρος. Άρχισα να σφίγγω σφιχτά τις άκρες του κασκόλ. Αντίσταθηκε, αλλά η μανία μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να σταματήσει. Σε λίγη ώρα έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Τουλάχιστον όχι με αυτόν τον τρόπο.
Τον ξάπλωσα στο πάτωμα και πήγα στην κουζίνα να φέρω τις φόρμες. Η μία μου έσκισε λίγο χέρι. Πόνεσα στιγμιαία, αλλά χάρηκα που τελικά τις είχα λιμάρει όσο έπρεπε. Γονάτισα δίπλα του. Του έβγαλα προσεκτικά τη μπλούζα, έπιασα το μπράτσο του, το κράτησα στο δεξί μου χέρι και με το αριστερό πίεσα τη φόρμα σε σχήμα ρόμβου στο δέρμα του. Ρυάκια αίματος άρχισαν να διαγράφουν το χέρι του. Συνέχισα να μπήγω τη φόρμα σε διάφορα σημεία, δημιουργώντας ακανόνιστα σχήματα.
Κάποιια στιγμή άρχισε να δυσκολεύει. Η κολλημένη σάρκα με εμπόδιζε να την εφαρμόσω σωστά και βαθιά στο επόμενο σημείο που ήθελα. Ο εκνευρισμός μου ανέβασε την αδρεναλίνη. Είχα τελειώσει με τα χέρια αλλά άρχισα σαν μανιακή να επεκτείνομαι στο υπόλοιπο σώμα. Ώρα μετά είχα γεμίσει με αίματα και κομμάτια σκισμένης σάρκας. Το μόνο που είχε μείνει άθικτο ήταν το πρόσωπο και ο θώρακας. Αυτόν όμως τον είχα αφήσει επίτηδες για το τέλος.
Πήρα τη φόρμα σε σχήμα καρδιάς και την έμπηξα γερά στην καρδιά του. Το αίμα ξεχύθηκε σαν πήδακας γεμίζοντας το πρόσωπό μου. Η καυτή αίσθηση μου ξύπνησε ένα αίσθημα ζεστασιάς που είχα καιρό να νιώσω. Πέταξα τη φόρμα και ακούμπησα στο στέρνο του κλαίγοντας με λυγμούς.
Άρχισα να σκέφτομαι εκείνον, το γάμο του, τη γυναίκα του και έπειτα εμένα. Λυπήθηκα γι’ αυτήν, αλλά για μένα δεν με ένοιαξε. Τίποτα. Ούτε πως θα τον έβρισκαν, ούτε τι θα γινόταν μετά. Ήξερα πως όπου κι αν με έβρισκε η επόμενη μέρα και οι υπόλοιπες μετά από αυτήν, θα ήμουν όπως με θυμόμουν τα τελευταία χρόνια. Μόνη, με την ελπίδα της επιστροφής του, όχι χαμένη, αλλά πεθαμένη από δική μου αυτή τη φορά επιλογή.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Αρχή


Με θυμάμαι να κάθομαι στα παγωμένα σκαλιά της εισόδου, να κοιτάζω τα καυτά μου χέρια και να βυθίζω το πρόσωπό μου σε αυτά. Την όμορφη αίσθηση που ένιωσα, χωρίς να έχω συναίσθηση του τι είχε συμβεί. Έκλαψα πολύ. Κάποια στιγμή πήρα μια βαθιά ανάσα και αποφάσισα πως έπρεπε να μπω στο σπίτι και να αντικρίσω την αλήθεια. Ακόμα και αν μου ήταν παραπάνω από οδυνηρή.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μα μπήκα διστακτικά σαν τον κλέφτη. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον καναπέ. Μου ήρθαν εικόνες από τα ήσυχα βράδια που τα περνούσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ. Πλησίασα στην αριστερή γωνία του. Εκεί κούρνιαζα συνήθως. Μέχρι που ερχόταν εκείνος. Με έχωνε στην αγκαλιά του και ένιωθα την ανάσα του καυτή. Μετά την ζεστή του γλώσσα να περιτρέχει το λαιμό μου και να κατεβαίνει αργά προς το στήθος. Τα χέρια του να περιεργάζονται τα δικά μου, μέχρι που έφτανε στο ύψος του αφαλού μου. Δεν είχε κουράγιο να πάει παρακάτω. Η έξαψή του άγγιζε πάντα σε εκείνο το σημείο τα όρια του. Μετατρεπόταν σε ζώο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μου έβγαζε τα ρούχα με μανία και με έπαιρνε εκεί στον καναπέ. Το πρόσωπό του ήταν χωμένο στο δικό μου και τον άκουγα να βαριανασαίνει στο αυτί μου. Μέχρι το τέλος, μέχρι τον τελευταίο και πιο βαθύ στεναγμό του.
Ξαφνικά η εικόνα θόλωσε. Με θυμήθηκα στην ίδια θέση, χωρίς εκείνον, χωρίς ένταση και χωρίς καμία ηδονή. Μόνο ένα παράπονο κάθε φορά που αργούσε και ένα πόνο για κάθε φορά που δεν ερχόταν. Και δεν ήταν ότι σταμάτησα να περιμένω. Που κουράστηκα να μην είναι εκείνος που ήταν, είναι που με ενοχλούσε.
Τον ήξερα περισσότερο από ότι νόμιζε για να μην καταλάβω την διαφορά. Δεν ήταν που ξαφνικά δούλευε πιο πολύ και έμενε μέχρι αργά στο γραφείο. Ήταν που είχε σταματήσει να με επιθυμεί. Εκεί κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχα όμως το σθένος να κάνω μια κουβέντα μαζί του. Δεν ξέρω και γω τι περίμενα τελικά. Ήταν δεδομένο πως αυτή η κατάσταση δεν θα τραβούσε για καιρό. Οι σκηνές ζηλοτυπίας από μεριάς μου είχαν γίνει καθημερινή ρουτίνα. Δεν θα άντεχε σε αυτή την πίεση για καιρό. Και δεν ήταν ότι ήθελα να τον ζορίσω, απλά δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένιωθα πως μου είχε κόψει όλες τις διεξόδους επικοινωνίας. Και έμεινα να περιμένω μία κίνηση από εκείνον για να ακολουθήσω.
Δεν άργησε να την κάνει. Είχε μέρες να φανεί από το σπίτι. Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όχι πως φοβόμουν μην τον χάσω, αυτό μπορούσα να το προβλέψω. Που θα έφευγε χωρίς εξήγηση ήταν που δεν μπορούσα να διαχειριστώ, γεμίζοντας με αναπάντητα γιατί. Και είχα αρκετά πριν τον γνωρίσω. Μα μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα προσθέσει άλλα. Και γω τον πίστεψα. Και τώρα είχα μείνει με μια κενή γωνία στον καναπέ και την σκιά του.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσες μέρες βρισκόμουν στην ίδια θέση σε άθλια κατάσταση στον καναπέ. Όταν άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα νόμισα πως έχω παραισθήσεις. Μόνο όταν τον είδα μπροστά μου βεβαιώθηκα πως δεν τα είχα χάσει τελείως. Στεκόταν εκεί με το ατσαλάκωτο κοστούμι του και με κοίταζε. Το βλέμμα του είχε ένα ίχνος λύπησης αλλά δεν είχα κουράγιο να το αντιταχθώ. «πρέπει να μιλήσουμε» μου πέταξε κοφτά, πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε ποτά και για τους δυο μας και επέστρεψε. Είχα έστω τον ελάχιστο να ανασκουμπωθώ για να τον αντιμετωπίσω.
«Έχω θέμα με τους γονείς μου.» στο άκουσμα αυτής της φράσης μπορούσα με άνεση να μαντέψω τη συνέχεια. Τον πίεζαν να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, παιδιά και να υπερασπισθεί το καλούπι που οι ίδιοι χρόνια προσπαθούσαν να του χτίσουν. Και φυσικά εγώ δεν ανταποκρινόμουν με τίποτα σε αυτό το στυλάκι. Εμένα δεν μπορούσε καν να με εμφανίσει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.
Δεν ήταν όμως αυτό που με πείραξε. Με ενόχλησε που στις δικές τους πιέσεις υπέκυψε στο δικό τους θέλω, ενώ σε ανάλογη δική μου πίεση είχε αρχίσει να τρέπεται να άτακτη φυγή. Ίσως τελικά να μην είχα επίδραση πάνω του. Προσπάθησα να δείξω πως το δέχτηκα αξιοπρεπώς, περιμένοντας να φύγει για να ξεσπάσω σε θρήνο. Μου στέρησε και αυτό το δικαίωμα. Μέσες άκρες μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, αλλά να ακολουθήσει το τρυπάκι των γονιών του. Θα παντρευόταν, θα άνοιγε το ωραίο σπιτικό του και εγώ θα έπαιρνα το ρόλο του παράνομου έρωτα. Το παρουσίασε πολύ ωραία. Λες και δεν θα άλλαζε τίποτα, παρά μόνο το ότι δεν θα κοιμόμασταν μαζί κάθε μέρα. Δεν ξέρω ποιόν προσπαθούσε να κοροϊδέψει. Εμένα ή τον εαυτό του.
Δεν μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο κι ας ήξερα πως δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ τόσο εύκολα. Έφυγε και έμεινα σε ένα έρημο σπίτι με την προοπτική του ότι θα βρισκόμαστε. Το σε ποια βάση είχε μείνει ασαφές και από τους δυο μας. Δεν τον ενόχλησα για αρκετό καιρό. Τον άφησα να με αναζητήσει εκείνος, με πολύ κλάμα διότι θεωρούσα δεδομένο πως δεν θα το έκανε. Διαψεύσθηκα. Το έκανε και αρχικά με γέμισε με μεγαλύτερη χαρά από όση μπορούσα να θυμηθώ όσον καιρό ήμασταν μαζί. Σύντομα όμως διαπίστωσα τις πραγματικές διαστάσεις των πράξεων του.
Η συζυγική ζωή είτε δεν του πήγαινε είτε δεν την ήθελε. Ερχόταν και αφού κάναμε έρωτα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος όπως πάντα, κούρνιαζε σαν γατί πλάι μου και έκλαιγε για το πόσο άσχημα περνάει. Ένιωσα ο απόλυτος κυρίαρχος. «Επιτέλους, κατάλαβε το λάθος του.» έλεγα στον εαυτό μου. Μα δεν ήταν έτσι. Με είχε βρει σαν μια διέξοδο στην δική του άσχημη κατάσταση και με χρησιμοποιούσε για πολλοστή φορά. Δυστυχώς δεν το κατάλαβα έγκαιρα. Μου πήρε καιρό να τραβήξω την κουρτίνα της αλήθειας. Μόνο όταν άρχισα να τον ρωτάω για το πώς είχε σκοπό να βγει από αυτήν την κατάσταση κατάλαβα πως δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει.
Το σκέφτηκα πολύ και καλά. Απλά περίμενα πότε θα ερχόταν από το σπίτι. Καθίσαμε και ήπιαμε το ποτάκι μας συζητώντας όπως κάναμε πάντα. «τι γίνεται με μας;» ρώτησα. «Τι εννοείς; Απλά περνάμε καλά. Όπως κάναμε πάντα.» μου απάντησε. «Και εκείνη; Θα είναι για πάντα ανάμεσά μας;» ανταπάντησα με νεύρο. «Δεν είναι ανάμεσα μας. Δεν ήταν ποτέ. άλλο εμείς.» μου είπε με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή. Δεν χρειαζόμουν να ακούσω κάτι άλλο. Κατάλαβα τι εννοούσε, όπως και το τι θα γινόταν από δω και πέρα. Αλλά δεν είχα σκοπό να παίξω αυτό το ρολάκι.
Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Τι έπαθες;» με ρώτησε. Δεν απάντησα. Άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. Τον ξάπλωσα στον καναπέ και συνέχισα να του προσφέρω μια ηδονή, που ήξερα πως την επιθυμούσε. Τον φιλούσα στο αυτί ενώ με το χέρι μου πίεζα το λαιμό του. Όταν ένιωσα ότι είχε ανάψει αρκετά σταμάτησα. Κράτησα το κεφάλι στα χέρια μου και έμεινα να τον κοιτάζω. Του έδινα έτσι τη δυνατότητα να πάρει τα ηνία. Πάντα του άρεσε άλλωστε. Μου έβγαλε τη μπλούζα και με πέταξε με δύναμη στην άλλη άκρη του καναπέ.
Λίγο πριν πέσει πάνω μου με δύναμη, του ζήτησα να πάμε στο δωμάτιο. Συμφώνησε σιωπηλά. Βρεθήκαμε στο διπλό κρεβάτι που για καιρό στέγαζε τον έρωτά μας. Αναζητήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς βιασύνη, προτάσσοντας μόνο την επιθυμία. Υπήρχε μόνο ένα πάθος συνδυασμένο με άγχος να προλάβουμε να κάνουμε όλα όσα θέλαμε. Εκείνος δεν ήξερα γιατί το είχε. Για τον εαυτό μου ήξερα πολύ καλά. Ανέβηκα πάνω του και άρχισα να τον φιλάω και να τον δαγκώνω με μανία. Τύλιξα τη ρώγα του στα δόντια μου και δεν σταμάτησα μέχρι να ματώσει. Ξαφνιάστηκε. Ποτέ δεν είχαμε ξεπεράσει τα όρια. Δεν αντέδρασε όμως. Ίσως είχε διαισθανθεί ότι αυτό ήταν το τελευταίο μας βράδυ μαζί.
Τότε έγινε πιο επιθετικός. Με ξάπλωσε ανάσκελα και μπήκε μέσα μου με βία. Ένιωθα το χέρι του να πιέζει την πλάτη μου. Μέχρι που άπλωσε και τα δυο του χέρια στην πλάτη μου και με πίεσε με δύναμη στο στρώμα καθώς τελείωνε. Μείναμε έτσι για ώρα. Εγώ όμως έπρεπε να κάνω αυτό που είχα εξαρχής στο μυαλό μου. Τον ξάπλωσα ανάσκελα και άρχισα να του φιλάω το λαιμό πηγαίνοντας προς τα κάτω. «δεν μπορώ άλλο.» μου είπε, αλλά εγώ δεν άκουγα. Ήξερα πως μπορούσα να τον καυλώσω ξανά.
Όταν ανταποκρίθηκε είχα περάσει σε άλλη διάσταση. Λικνιζόμουν επάνω στο κορμί του. Εκείνος ένιωθε την ηδονή αλλά δεν είχε τρόπο να αντιδράσει. Έγειρα τον κορμό μου στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού. Άρπαξα το ψαλίδι που είχα κρύψει κάτω από το κρεβάτι και το κράτησα μπροστά του. Πριν προλάβει να ρωτήσει το οτιδήποτε άρχισα να το καρφώνω με μανία στο κορμί του. Στο στήθος του, στα πλευρά του και τελικά στην καρδιά του. Το αίμα άρχισα να χύνεται καυτό στα σεντόνια μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Το κρατούσα κλειστό και συνέχισα να το μπήγω πάνω του. Είχε όμως ακόμη τις αισθήσεις του. «Χρήστο γιατί;» κατάφερε να ψελλίσει πριν λιποθυμήσει. «γιατί ποτέ δεν με υπερασπίστηκες ως επιλογή σου.» απάντησα κλαίγοντας.
Συνήλθα και μπήκα στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να εξαφανίσω κάθε ίχνος όχι του ότι ήταν εδώ, αλλά του ότι υπήρξε.