το σύμπαν μου παίζει περίεργα παιχνίδια.Γελάω το ομολογώ, αλλά επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο....νομίζω ήρθε και η δική μου σειρά να γελάσω.....με το σύμπαν! Είστε λοιπόν όλοι καλεσμένοι στο κάτι σαν stand up commedy μου!
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009
Πανσέληνος
Είναι αυτές οι νύχτες
που μια επιθυμία έχω.
Να πάρω το σκαρί μου,
αυτό που δεν θέλει κουπιά.
Του φτάνει ένα ζευγάρι φτερά....
μα τα δικά μου είναι τσακισμένα.
Γυρίζω στο κρεβάτι,
αγκαλιάζω το κενό,
όχι για να παρηγορηθώ,
μα για να σε ταυτίσω!
Και αγκάλιαζω εκείνο το όνειρο,
το ίδιο που ντύνεται εφιάλτης
Τρίτη 18 Αυγούστου 2009
Η κοπέλα που δεν είχε μνήμη
Του ζήτησα να με κάνει μια μικρή βόλτα πριν με οδηγήσει στον τελικό προορισμό μου. Άνοιξα ελαφρώς το παράθυρο και αφέθηκα στη δροσιά του αέρα της καλοκαιρινής νύχτας. Έπαιζα αμήχανα, σχεδόν νευρικά με τα κλειδιά που κρατούσα στα χέρια μου. Σύντομα θα είχα, αν όχι απαντήσεις, στην καλύτερη αναμνήσεις, που ήλπιζα να ξυπνήσουν. Αφέθηκα στο δερμάτινο κάθισμα και περίμενα να φθάσουμε. Κοιτάζοντας την πόλη ντυμένη στα βραδινά της δεν κατάφερα να μην σκεφτώ το πως βρισκόμουν εκεί που βρισκόμουν.
Είχα ξυπνήσει ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Έχοντας πλήρη άγνοια του που ήμουν και με εντυπωμένο το ένστικτο του φόβου, ξέσπασα σε λυγμούς. Δύο ηρεμιστικές ενέσεις, με είχαν αφήσει και πάλι στην ασφαλή αγκαλιά του Μορφέα. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Μόνο στο γαλήνιο πρόσωπο του Παύλου, που παρά την άσπρη του ποδιά για κάποιο λόγο το ένιωθα οικείο, ηρέμησα κάπως.
Και τότε άρχισαν οι ερωτήσεις. Το φόβο διαδέχθηκε η περιέργεια. Ο Παύλος όχι μόνο ως γιατρός μου, αλλά και σαν άνθρωπος ήθελε να με βοηθήσει. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχαν σύμμαχοι σε αυτόν του τον αγώνα. Τα στοιχεία που είχα επάνω μου την μέρα του ατυχήματος ήταν παραπάνω από ελλιπή και η δική μου μνήμη ανύπαρκτη. Ούτε καν ασύνδετα κομμάτια και εικόνες από κάποια ζωή περασμένη. Με είχε σώσει η καλοσύνη ενός άντρα εντελώς άγνωστου, που αν και δεν είχε καταφέρει να πάρει τις πινακίδες του αυτοκινήτου που με χτύπησε, εντούτοις είχε φροντίσει για την μεταφορά μου στο νοσοκομείο. Το μόνο που είχα ήταν μια ακατανίκητη επιθυμία να αναρρώσω για να φύγω. Ο προορισμός μου ήταν φυσικά άγνωστος, αλλά πίστευα πως το ένστικτό μου θα με οδηγούσε. Αν όχι σωστά, τουλάχιστον εκεί που όφειλα να πάω.
Κάπως έτσι κύλησαν αρκετοί μήνες. Και έφτασε η στιγμή που σωματικά είχα αναρρώσει πλήρως και δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί την παραμονή μου στο κέντρο αποκατάστασης. Στο άκουσμα αυτού από τον Παύλο τα μάτια μου άστραψαν από χαρά. ‘Έπειτα βυθίστηκα πάλι στο σκοτάδι. Να έφευγα, ναι, Αλλά να πήγαινα πού; Παρ’ όλες τις ανακοινώσεις και δημοσιοποιήσεις φωτογραφιών μου στα δελτία ειδήσεων, δεν είχαμε μέχρι τότε το παραμικρό στοιχείο, που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την ταυτότητα μου.
Έτσι, πήρα μια μικρή παράταση χρόνου και μια καινούρια ταυτότητα. Άννα με ονόμασαν. Ιδέα του Παύλου. Έλεγαν έτσι την αδερφή του. Είχε φύγει ένα βράδυ ξαφνικά δίχως μια λέξη. «Όπως έχασα μια Άννα, έτσι ξαναβρήκα μια άλλη.» έλεγε και εγώ απλά χαμογελούσα. Δεν ήταν ότι δεν μου άρεσε το όνομά, αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν μου ταίριαζε. Είχε κάνει όμως τόσα πολλά για μένα, που το θεώρησα μικρό αντάλλαγμα. Έτσι το δέχτηκα και άφησα τις τελευταίες μου μέρες εκεί να κυλήσουν ήρεμα στον απόηχο του καινούριου μου ονόματος.
Όταν ήρθε η μέρα να φύγω δεν τρόμαξα. Ο Παύλος τα είχε κανονίσει όλα. Μου είχε βρει σπίτι και δουλειά, με τα λίγα πράγματα που μου είχαν διδάξει στο κέντρο και την βαθιά πίστη πως όταν ενσωματωθώ στην κοινωνία θα επανέλθουν όλα μου τα υποτιθέμενα προσόντα.
Ήταν ένα αρκετά ζεστό πρωινό του Μαΐου όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του ιδρύματος. Μου πήρε κάποιες μέρες να μάθω να κινούμαι στην πόλη. Δεν φοβήθηκα λεπτό. Το διασκέδαζα να νιώθω επισκέπτρια σε μια πόλη, που αν είχαν δίκιο σε όσα πίστευαν, έμενα χρόνια.
Εναρμονίστηκα γρήγορα στο νέο μου περιβάλλον. Ο Παύλος με επισκέπτονταν τακτικά. Δεν μου έκανε εντύπωση που κατάλαβε γρήγορα την αλλαγή. Ίσως σε ένα βαθμό να την κατάλαβε και πριν από εμένα την ίδια. Διακριτικός όπως πάντα όμως δεν έκανε κάποια νύξη. Περίμενε να θίξω το ζήτημα μόνη μου.
Δεν είχα σκοπό να του πω τίποτα. Είχα μέρες, που πήγαινα μετά τη δουλειά βόλτα στα αξιοθέατα της πόλης, Χωνόμουν στα γραφικά σοκάκια και έκανα βόλτες μέχρι να αδειάσει το μυαλό μου. Εκείνο όμως δεν άδειαζε. Απεναντίας, έμοιαζε να του ξυπνάνε μνήμες. Γυρνούσα σπίτι με το μυαλό μου γεμάτο εικόνες από ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν μπορούσα να συνδέσω. Σκόρπια πρόσωπα και λόγια, αναμειγμένα με κάθε λογής χρώματα. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν μνήμες της περασμένης μου ζωής ή πρόσφατες εικόνες εκείνων των αγνώστων που έμενα να παρατηρώ για ώρες στις βόλτες μου.
Ούτε είχα σκοπό να αναφέρω κάτι στον Παύλο. Τα όνειρα μου όμως με πρόλαβαν. Κι ως ένα βαθμό με πρόδωσαν. Ο ύπνος μου, που τόσο καιρό μου πρόσφερε καταφύγιο ξαφνικά έγινε εχθρός μου. Ξυπνούσα ιδρωμένη, με μια έκφραση φόβου αποτυπωμένη στο πρόσωπο μου. Έβλεπα το ίδιο όνειρο για μέρες. Μορφές που είτε τις είχα συναντήσει τυχαία, είτε τις ήξερα από πριν, με επισκέπτονταν καθημερινά σε ένα έντονο κόκκινο φόντο. Και πάντα ξύπναγα με την ίδια αίσθηση τρόμου, πάντα με την ίδια μυρωδιά αίματος. Νόμιζα πως ο Παύλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει.
Δεν είχε απαντήσεις. Μόνο εικασίες. Πως μάλλον το υποσυνείδητο μου, έχοντας επιστρέψει σε καθημερινές συνθήκες προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το συνειδητό. Άρα, το μόνο που είχα στα χέρια μου, πέρα από το κουτί με τα πράγματα που είχα πάνω μου την μέρα του ατυχήματος, στην ουσία κάτι κλειδιά που δεν ήξερα καν τι ανοίγουν, ήταν η πεποίθηση του Παύλου πως σύντομα θα ανακτούσα κάποιες από τις μνήμες μου.
Φυσικά δεν μου ήταν αρκετό. Πέρασα αρκετά βράδια στην αγκαλιά του ποτού, που είχε αντικαταστήσει τον Μορφέα για να καταλήξω στο τι ήθελα να κάνω. Η αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα πολύ. Ένα βράδυ, μετά από το πολλοστό ποτό, με κυρίευσε η επιθυμία να σκαλίσω το παρελθόν μου. Γέλασα με την ειρωνεία εκείνης της στιγμής. Δεν είχα καλά καλά παρόν και ήθελα και παρελθόν. Δάκρυσα για λίγο, ώσπου σκέφτηκα το κουτί με τα πράγματα μου, που μου είχαν δώσει όταν έφυγα από το κέντρο. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Κάτι σκόρπια χαρτιά και ένα ζευγάρι κλειδιά. «Καλά ούτε κινητό δεν είχα;» αναρωτήθηκα, αλλά μετά από λίγο ζαλισμένη από το ποτό και αποθαρρημένη από αυτό που δεν είχα ανακαλύψει έπεσα για ύπνο.
Ξύπνησα αξημέρωτα από ένα ακόμη περίεργο όνειρο. Ενστικτωδώς πήγα πάλι στο κουτί. Κοίταζα τα χαρτάκια όταν ξαφνικά τα μάτια μου στυλώθηκαν σε μια κάρτα ανθοπωλείου. Στην πίσω πλευρά της κάρτας διάβασα μια διεύθυνση. Δεν ήξερα αν σήμαινε κάτι, αλλά ήξερα ότι θα το έψαχνα.
Την επόμενη πήγα όπως πάντα στη δουλειά. Μετά ακολούθησε η καθιερωμένη βόλτα. Την ακολούθησε ένα ποτό σε ένα μαγαζί που συνήθιζα να πηγαίνω από όταν άρχισαν τα όνειρα. Λίγο τα ποτά, λίγο η «ψυχανάλυση» με τον μπάρμαν, είχα πάρει την απόφαση μου.
Έτσι βρέθηκα να ατενίζω την Αθήνα τη νύχτα, καθισμένη σε ένα ταξί, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν αρκετά ευγενικός να με κάνει μια βόλτα πριν με αφήσει στον τελικό μου προορισμό.
Με άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τον καληνύχτισα και κατέβηκα. Άνοιξα την πόρτα με το κλειδί που είχα βρει στο κουτί. Περπάτησα και βρέθηκα στο ασανσέρ. Μπήκα μέσα χωρίς να ξέρω ποιόν όροφο να πατήσω. Το χέρι μου αυτόματα πάτησε το δεύτερο. Βγήκα χωρίς να ξέρω προς ποιο διαμέρισμα να κατευθυνθώ ή τι μπορεί να έβρισκα εκεί που πήγαινα. Άναψα το φως του διαδρόμου. Κινήθηκα προς την εξώπορτα που είχε μαζεμένα τα πιο πολλά διαφημιστικά. Μου φάνηκε η πιο λογική επιλογή. Αν υπήρχε οποιαδήποτε λογική εκείνη τη στιγμή.
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ταίριαξε. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν πτοήθηκα. Γύρισα το κλειδί και σε δευτερόλεπτα βρέθηκα στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ακούμπησα ασθμαίνοντας στον τοίχο. Πήρα λίγες γρήγορες ανάσες και προχώρησα στα ενδότερα. Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Σκόρπια ρούχα, έπιπλα και βιβλία. Λες και κάποιος είχε φύγει βιαστικά από κει μέσα, έπειτα από μάχη.
Στο τραπεζάκι του σαλονιού βρήκα ένα πακέτο τσιγάρα και μηχανικά άναψα ένα. Με ηδόνησε η αίσθηση του καπνού στα σωθικά μου. Είχα καπνίσει το μισό όταν βρέθηκα στην πόρτα του μπάνιου. Την έσπρωξα με το πόδι και έμεινα άφωνη. Ένα μπουρνούζι μέσα στα αίματα βρισκόταν στο κέντρο του. Το ντουλαπάκι ήταν ανοικτό και τα φάρμακα ήταν χυμένα στο πάτωμα. Πήγα να πέσω και στηρίχτηκα στην πόρτα με τα δυο μου χέρια, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου. Στην τσέπη του μπουρνουζιού γυάλιζε αστραφτερά μια λίμα. Γονάτισα και πήγα να την πιάσω, όταν παρατήρησα ότι ήταν και εκείνη βουτηγμένη στα αίματα.
Έκλεισα τα μάτια, γιατί νόμισα ότι ήθελα να κλάψω. Αντ’ αυτού, με πλημμύρισαν εικόνες. Εκείνον να ετοιμάζει τα πράγματα του για να φύγει. Εμένα με την πίστη ότι δεν μπορούσα να υπάρξω χωρίς εκείνον. Μετά την πλάτη του, ενώ έκανε να βγει από το μπάνιο. Μετά εμένα ντυμένη με το μπουρνούζι να χαζεύω τους υδρατμούς στο ντουλαπάκι. Έπειτα να το ανοίγω και να πιάνω τη λίμα. Έπειτα πάλι εκείνον με τη λίμα χωμένη στην πλάτη του και το δικό μου χέρι να την καρφώνει με μανία ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά εικόνες ανάμεικτες. Συναισθήματα ανακατεμένα.
Σηκώθηκα και έτρεξα προς την κουζίνα. Το ίδιο θέαμα είχα αντίκρισει και τότε. Μόνο που επέλεξα να το λύσω όχι μόνη, αλλά με τη βοήθεια κάποιου άγνωστου. Έτσι έτρεξα στο δρόμο και βρέθηκα στις ρόδες του πρώτου περαστικού αυτοκινήτου. Τώρα, αν ήθελα ακόμη να το κάνω έπρεπε να το κάνω μόνη, εντελώς μόνη όπως ένιωθα και ήμουν.
Ακούμπησα στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έκλαψα γοερά για ώρα. Συνέφερα τον εαυτό μου και ξαναμπήκα στο σπίτι. Έψαξα και βρήκα κάτι να πιω. Έκανα και ένα τσιγάρο. Μετά κοίταζα έξω τον δρόμο από την ασφάλεια του πάγκου της κουζίνας. Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρω. Θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ως Άννα. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να θυμηθώ πως με έλεγαν πριν, πριν που ένιωθα πως ζούσα. Ούτε τη συνέβη μετά τα αίματα, μετά που σταμάτησα να ζω.
Θα μπορούσα όμως να θέσω ένα τέλος, όπως επιχείρησα τότε, χωρίς όμως να εμπλέξω τρίτους. Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και στηρίχθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Έσπρωξα ελαφρά το δεξί μου πόδι προς τα πίσω και πήρα φόρα.
Λίγο πριν αγγίξω το έδαφος άκουσα τη φωνή του να μου φωνάζει «Έλλη όχι.» δεν ξέρω αν ήταν ανάμνηση ή αληθινή στιγμή, αλλά ξέρω πως ακούμπησα πλήρης, γνωρίζοντας ποια είμαι και γιατί.
Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009
Ευτυχία
Η ευτυχία που περιμέναμε
σαν άλλοτε
ξεθωριασμένα χρώματα
σε σπασμένα γυαλιά.
Κι αν κάποτε
αγγίξαμε το όνειρο
είναι που έτσι νομίσαμε
συνεπαρμένοι
από το γλυκό μεθύσι
εκείνης της νιότης.
Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
Μπρίτζετ
Σκέψεις και αναμνήσεις αρχίζουν έναν αέναο χορό στο κεφάλι μου. Η θύμιση τους άλλοτε ολοκάθαρη, άλλοτε θολή. Η δική της ισχυρή και δυσάρεστα έντονη. Ακόμα και τώρα, που διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, η μορφή της μητέρας μου με εξουσιάζει ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Αν και ποτέ της δεν θέλησε να με κάνει μαμάκια, με έναν τρόπο, επωμίστηκα αυτόν τον ρόλο και τον υποστήριξα σε όλη τη διάρκεια της κοινής μας συνύπαρξης.
Κάπως έτσι βρέθηκα κοντά στα 30 μου παντρεμένος με τη Φλώρα. Ήταν γυναίκα της αρεσκείας της. Εμένα με άφηνε παγερά αδιάφορο. Το ίδιο και εκείνη, που απλά υπάκουσε στις υποταγές του πατέρα της. Τα βρήκαμε όμως. Ήταν κάτι σαν μια συμφωνία αμοιβαίας απέχθειας μεταξύ μας. Απογόνους φυσικά δεν απέδωσε. Και η αλήθεια είναι πως αν δεν το υποκινούσε η Φλώρα, εγώ δεν θα έβρισκα το θάρρος να πάρω το διαζύγιο και να στεναχωρήσω τη μητέρα.
Το ότι έπρεπε να το παίζω κατηφής και να απομακρύνω όποια γυναίκα με πλησίαζε μετά το χωρισμό μου, γιατί δεν μπορούσε να καλύψει το κενό της, ευχαριστούσε τη μητέρα, αλλά δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Τις απομάκρυνα γιατί πάντα δέσποζε στο μυαλό και τη ζωή μου, η ηρωίδα που γεννιόταν στις σελίδες μου. Όχι ότι της απέδιδα υπερφυσικά χαρακτηριστικά. Απλά την είχα τελειοποιήσει τόσο στο μυαλό μου, που καμία δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί. Και αυτές όσο τις έδιωχνα, τόσο να προσπαθούν να πλησιάσουν. Και εγώ τόσο μεγαλύτερο κενό να νιώθω, χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν έχω βρει ακόμα απάντηση σε αυτό μου το ερώτημα. Και να πει κανείς πως δεν αγαπήθηκα....
Αγαπήθηκα με πάθος, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να αγαπήσω έτσι ή τουλάχιστον έτσι το αναβιώνω μέσα στη μνήμη μου. Όμως όχι, ψέματα. Αγάπησα. Ναι, αγάπησα με πάθος. Μια ηρωίδα, της οποίας την ιστορία ενώ ολοκλήρωσα, δεν μπόρεσα ωστόσο να γίνω κάτοχος. Μαζί της είχα παθιαστεί. Πάντα δημιουργούσα χαρακτήρες επιρρεπείς στα πάθη και τη μοίρα. Μα σκληρούς. Όπως ακριβώς ήμουν και εγώ, απέναντι σε όλους, εκτός από τη μητέρα.
Εκείνη ήταν ή μάλλον έπρεπε να είναι διαφορετική. Την ήθελα να πονάει, βαθιά και ουσιαστικά. Να το ζει με όλο της το είναι και να το δείχνει. Μα πώς να το κατορθώσω, όταν ο ίδιος ήμουν ανάξιος ακόμα και να κλάψω; Είχα βουλιάξει σε μελαγχολία, που οι γύρω μου όμως την αντιλαμβάνονταν σαν επιθετικότητα και αποξένωση.
Τότε μπήκε στη ζωή μου η Μπρίτζετ. Ψηλή, λεπτοκαμωμένη και τόσο αέρινη. Ό,τι ένιωθε καθρεφτιζόταν στα μάτια της. Αυτά τα μάτια της. Σαν όχημα προορισμένο μόνο για ταξίδια, κι ας ήταν νοσταλγίας. Με πλησίασε και με άγγιξε με έναν τρόπο, που ποτέ πριν δεν είχα νιώσει. Μα ήμουν τόσο ανέτοιμος για την παρουσία της στη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί τη δέχτηκα, μα τότε θεώρησα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Λες και είχε απλώσει τον ιστό της γύρω μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Δεν ήθελα να της κάνω κακό. Είναι το μόνο πλάσμα, που αγάπησα. Το άγχος μου όμως, ο διακαής μου πόθος να ολοκληρώσω την ηρωίδα μου και η αδυναμία να γράψω, με έκαναν επιθετικό και κακό απέναντί της. Συχνά την έπιανα να κλαίει στα σκοτάδια και έπρεπε να μου το εξηγήσει για να καταλάβω πως η αιτία ήμουν εγώ.
Όχι ότι άλλαζε κάτι. Η ηρωίδα μου ήταν πάνω από όλα και η Μπρίτζετ αρεσκόταν σε μια γωνιά στο κρεβάτι μου και μια σκιά να την καλύπτει. Αθόρυβη, όπως και η ύπαρξή της. Δεν ξέρω αν τα πράγματα χειροτέρεψαν με τον καιρό. Τότε δεν το καταλάβαινα. Ξέρω πως έβλεπα στα μάτια της, να διαγράφεται ο πόνος. Βουβός και βαθύς. Και τότε σαν μια έκλαμψη, η έμπνευσή μου επανήλθε. Έγραφα σαν τρελός. Την παρατηρούσα για ώρα και έπειτα χωνόμουν στο γραφείο και έγραφα. Την κατακρεουργούσα καθημερινά και όσο και να θέλω να δικαιολογηθώ πως ήταν αθελά μου, η ευθύνη εξακολουθεί να με βαραίνει.
Μόνο όταν τελείωσε το βιβλίο συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Όταν γύρισα σπίτι ένα βράδυ και το βρήκα άδειο, με εκείνη άφαντη και το χειρόγραφό μου ανοιχτό σε μία σελίδα, με υπογραμμισμένη μια ολόκληρη παράγραφο. Ήταν το κομμάτι, που η ηρωίδα μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του πόνου. Ήταν η στιγμή που πονούσε όσο ποτέ ψυχικά και σωματικά. Σωματικά γιατί ο άνθρωπος που αγαπούσε την βασάνίζε. Της χάραζε άγρια το σώμα με το ξυραφάκι και έπειτα της το σκούπιζε απαλά με ένα βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα. Ψυχικά, για την ίδια, που τον άφηνε. Πόσο έξοχη περιγραφή. Πόσο διάχυτο το αίσθημα του πόνου και του ανήμπορου. Πόσο δική μου την ένιωθα.
Τότε μόνο κατάλαβα. Ασυνείδητα και όχι συνειδητά, όπως μέχρι σήμερα θέλω και εμμένω να πιστεύω, τις είχα ταυτίσει. Η ηρωίδα μου είχε γίνει η Μπρίτζετ ή η Μπρίτζετ είχε γίνει η ηρωίδα μου, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Και ίσως το λάθος μου να’ ταν αυτό. Μα, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Έτσι έφυγα για το Άμστερνταμ. Και παρόλο που κουβαλώ μαζί την ηρωίδα μου, που θυμίζει κάτι από την Μπρίτζετ μου, αυτή δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει τα μάτια της.
Δευτέρα 15 Ιουνίου 2009
Φόνος στο Ζούμπερι
Ξύπνησε γύρω στις 9. Έφτιαξε ένα ζεστό καφέ και κάθισε στη βεράντα. Έκανε ψύχρα, αλλά δεν την ενοχλούσε. Ακούμπησε στην πλάτη της πλαστικής καρέκλας και άπλωσε τα πόδια της στο κάγκελο. «Θα αργήσει ακόμα να σηκωθεί.» σκέφτηκε και βγάζοντας τις παντόφλες της ένιωσε την κρύα αίσθηση στο πέλμα της. Έμεινε στην ίδια στάση για ώρα, μέχρι που κατάλαβε ότι ο Μάνος είχε ξυπνήσει. Μπήκε μέσα, άνοιξε την τηλεόραση και έκανε αδιάφορα πως παρακολουθεί. Θα της έκανε σκηνή αν την έβρισκε να κάθεται στο κρύο και ο καυγάς δεν ήταν ο ιδανικός τρόπος να ξεκινήσει η μέρα τους.
Γι’ αυτό άλλωστε πήγαιναν τα σαββατοκύριακα στο Ζούμπερι, για να διώξουν το άγχος της εβδομάδας. Το μέρος ήταν ιδανικό. Η θέα της θάλασσας και η έλλειψη πολυκοσμίας, μιας και δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι, καθιστούσαν το σπίτι παράδεισο. Ένα άγχος που είχε οξυνθεί όταν η Άννα πήρε προαγωγή ως προϊσταμένη στο δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής που δούλευε. Γεγονός που μείωσε το χρόνο που διέθετε για το Μάνο, αλλά σε καμία περίπτωση την εξουσία που ασκούσε πάνω της. Μια εξουσία, της οποίας τον πλήρη έλεγχο η ίδια τον είχε αφήσει να πάρει..
Ακομα και τις φορές που αισθανόταν υποχείριό του και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν μπορεί να το ανεχτεί άλλο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι την κρατούσε σε ισορροπία κι αυτό την έκανε να νιωθεί ασφαλής. Κυρίως από τον ίδιο της τον εαυτό. Τον χαρακτηρισμό τύραννο, που του απέδιδαν κάποιοι φίλοι της δεν τον αποδεχόταν. Ήθελε βέβαια να έχει λόγο σε όλα. Πως θα ντυθεί, που θα πάει, τι θα φάει, πως θα κινηθεί, αλλά η Άννα υποστήριζε με σθένος, πως αυτό της έκανε καλό, καθώς η ίδια ήταν λίγο φτερό στον άνεμο.
«Και η δική σου συμμετοχή σε όλα αυτά; Εκτός από το να κάνεις ακριβώς ότι σου λέει ο Μάνος. Το δικό σου θέλω που είναι;». Σε αυτήν την ερώτηση η Άννα δεν είχε απάντηση.
Την βρήκε ένα βράδυ, που ο Μάνος θα έμενε σπίτι του και εκείνη, αφού έμεινε μέχρι αργά στο γραφείο, πήγε για ποτό με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Είχε πιει αρκετά και το αλκοόλ ελευθέρωσε τη σκέψη της. «Δεν με πείθεις.» φώναξε μέσα στο μαγαζί, συνοδεύοντας το ομώνυμο τραγούδι του Μαραβέγια που έπαιζε εκείνη τη στιγμή. Και είχε δίκιο. Δεν την έπειθε πλέον ούτε η δουλειά της, που την ανάγκαζε να ασχολείται με πράγματα που δεν ανήκαν στην αρμοδιότητά της, ούτε ο Μάνος, που ποτέ δεν ρώτησε τι ήθελε εκείνη, μα κυρίως δεν την έπειθε ο εαυτός της, που από το ανεκτικό πλάσμα που ήταν για χρόνια, την είχε μετατρέψει σε παθητικό αποδέκτη καταστάσεων που κάποιοι άλλοι διάλεγαν για εκείνη.
«Τέλος.» σκέφτηκε και έπεσε για ύπνο, ελπίζοντας ο πονοκέφαλος να μην ήταν το μοναδικό πράγμα που θα θυμόταν από το προηγούμενο βράδυ.
Όταν έφτασε η Πέμπτη, που συνήθως προγραμμάτιζαν πότε θα έφευγαν για το Ζούμπερι, η Άννα ανακοίνωσε στο Μάνο πως θα έφευγε νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής για επαγγελματικό ταξίδι, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής. Αφού έβαλε λίγο τις φωνές, που ανέχεται να της αναστατώνουν το πρόγραμμα τελευταία στιγμή, ηρέμησε. Ήταν μια καλή ευκαιρία να χαλαρώσει. Άλλωστε χωρίς την Άννα θα είχε τη δυνατότητα να γυρίσει Δευτέρα μεσημέρι στην ΑΘήνα και να πάει κατευθείαν για δουλειά.
Καθόταν μόνος του στο σαλόνι πίνοντας κρασί, ακούγοντας μουσική και χαζεύοντας τη θάλασσα. Κοίταγε που και που το ρολόι. Θα έπρεπε να είχε φτάσει και περίμενε να χτυπήσει το κινητό του. Αντί γι’ αυτό χτύπησε η πόρτα. Παραξενεύτηκε. Δεν περίμενε κανέναν. Άνοιξε όπως πάντα χωρίς να ρωτήσει. Στη θέα της Άννας χαμογέλασε με απορία. «Τι κάνεις εδώ; Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο Λονδίνο τώρα;» ρώτησε. «Έκπληξη.» απάντησε εύθυμα εκείνη, τον άρπαξε και τον φίλησε για να αποφύγει άλλες ερωτήσεις.
Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν να γνωρίστηκαν για πρώτη φορά. Εκείνο το βράδυ η Άννα, ήταν εκείνη που ήθελε να είναι. Εκείνη, που πάντα ήταν, αλλά για κάποιο λόγο αποφάσιζε να μένει στην αφάνεια. Νόμζε πως του άρεσε. Πως είχαν βρει τρόπο να επικοινωνήσουν ξανά. Η ατάκα του την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Άντε, να πάμε για ύπνο. Το ποτό σε χαλάει λίγο.»
«Μα δεν σου έδειξα ακόμα την έκπληξη.» είπε και έφερε το βαλιτσάκι της από το χωλ. «Νόμιζα εσύ ήσουν η έκπληξη.» απάντησε σχεδόν κοιμισμένος. Ήξερε πως έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να τον πείσει. «Όχι, άλλη είναι η έκπληξη.» του είπε κραδαίνοντας ένα ζευγάρι χειροπέδες. Όταν συνέχισε βγάζοντας και φορώντας ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Είχε πιάσει το σαφές σεξουαλικό υποννοούμενο και το γεγονός οτί αυτό ξεπερνούσε τα συνηθισμένα μεταξύ τους αγγίζόντας τα όρια του φετίχ του κίνησε την περιέργεια.
Τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, απέναντι από το τζάκι. Πήρε το αριστερό του χέρι και το πέρασε στη μία χειροπέδα. Το έφερε πίσω πό την πλάτη της καρέκλας και κάνοντας το ίδιο και με το δεξί, τον έδεσε σε αυτή. Ένιωθε ανήμπορος, αλλά αυτό του προκαλούσε ηδονή. Το έβλεπε στο πρόσωπό του. Ήταν η μοναδική φορά που την άφηνε να κινεί τα νήματα. Άρεσε και στην ίδια αυτό.
Πήγε για λίγο στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας μια λεκάνη. Την τοποθέτησε μπροστά στα πόδια του. «Σε λίγο θα είναι έτοιμο και το νερό.» είπε με λάγνα φωνή. «Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις;» ρώτησε παθιασμένα. «Περιποιήση ποδιών καλέ μου.» είπε με φωνή, που υπόσχονταν πολλά, κατευθυνόμενη και πάλι προς τη κουζίνα. Γύρισε με ένα κατσαρολάκι γεμάτο με καυτό νερό. Το έριξε μέσα στη λεκάνη. Έπειτα έπιασε το αριστερό του πόδι. Το έδεσε με ένα μαντήλι στο αριστερό κάτω άκρο της καρέκλας. Πήρε μετά το δεξί, έβγαλε το παπούτσι και την κάλτσα και το βύθισε στην λεκάνη.
Το μούλιασε για λίγο. Έπειτα κάθισε στα γόνατα, έβγαλε την ειδική ξύστρα απολέπισης και άρχισε να την κουνάει πάνω κάτω στην πατούσα του Μάνου. Γαργαλήθηκε λίγο, αλλά προσπάθησε να συγκρατηθεί. Εκείνη έγινε πιο επιθετική. Χρησιμοποιούσε την ξύστρα με τέτοια ένταση και τόση δύναμη, που οι πρώτες σταγόνες αίματος δεν άργησαν να πέσουν στην λεκάνη με το ζεστό νερό. Ο Μάνος προφανώς με ένα ανάμεικτο συνάισθημα πόνου και γαργαλητού, αντέδρασε ενστικτωδώς και την κλώτσησε στο πρόσωπο, ρίχνοντας τη στο πάτωμα.
Σηκώθηκε σχεδόν αμέσως και αρπάζοντας ένα κηροπήγιο που βρισκόταν στο τραπέζακι δίπλα της, τον χτύπησε στο μέτωπο προκαλώντας του μια μικρή πληγή που αιμορραγούσε. Τη φίλησε ευλαβικά, σκουπίζοντας το αίμα με τη γλώσσα της. Τον κοίταξε για λίγο, όπως είχε πέσει αναίσθητος και συνέχισε το έργο της. Είχε σχεδόν τελείωσει όταν κοίταξε την λεκάνη. Το νερό είχε γεμίσει με αίμα και κομμάτια από τη σάρκα του ποδιού του. Του άφησε και τα δύο πόδια μέσα στη λεκάνη να στραγγίσουν από τα αίματα.
Έβαλε ένα ποτήρι κρασί ακόμα και άναψε ένα τσιγάρο. Η άκρη του ματιού της έπεσε στις παντόφλες που της είχε κάνει δώρο στην δεύτερη επίσκεψη της στο σπίτι στο Ζούμπερι και βρίσκονταν δίπλα στον καναπέ. Θα της είχε φέρει όταν εκείνη πήγε στο μπάνιο. Ήταν από εκείνες σε σχήμα ζώου, που κάλυπταν ολόκληρο το πόδι, ακόμα και τη φτέρνα. Τα μάτια της έλαμψαν. Γονάτισε και πάλι δίπλα του. Έστρωσε μια πετσέτα στα πόδια της, έβγαλε το ένα του πόδι, το σκούπισε και προσπάθησε να του φορέσει την παντόφλα της. Το μεγάλο του πόδι όμως δεν χωρούσε στην χαριτωμένη, κατά δική του άποψη, παντόφλα. Ανάστεναξε, ενοχλημένη. Έπειτα έβγαλε την πένσα από το βαλιτσάκι και κρατώντας το πόδι του άρχισε να του κόβει ένα ένα τα δάχτυλα.
Τρόμαξε λίγο μπροστά στην ποσότητα αίματος που άρχισε να τρέχει. Ίσως τελικά να έπρεπε να είχε αδειάδσει τη λεκάνη. Ήξερε όμως πως η αιμορραγία κάποια στιγμή θα σταματούσε. Πριν ή μετά την καρδιά του Μάνου δεν τον γνώριζε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που μετρούσε. Όταν βεβαιώθηκε πως δεν έτρεχε άλλο αίμα, του φόρεσε τις παντόφλες, που πλέον ταίριαζαν άψογα στα πόδια του.
Τον άφησε εκεί, δεμένο και σηκώθηκε. Παρατήρησε το χώρο. Είχαν ξεφύγει κάποιες κηλίδες αίματος. Έφερε τη σφουγγαρίστρα από το μπάνιο και εξαφάνισε κάθε ίχνος, που θα πιστοποιούσε ότι ήταν εκεί. Κοίταξε το ρολόι της. Σύντομα θα ξημέρωνε. Παρόλο που ένιωθε κουραμένη δεν κοιμήθηκε. Έπρεπε να φύγει όσο το σκοτάδι ήταν ακόμα ικανό να καλύψει τις κινήσεις της.
Στα μισά της διαδρομής, σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Έκανε δυο τρεις κλήσεις στο κινητό του. Μετά πήρε στο σταθερό. Ευτυχώς ο Μάνος δεν είχε αντικαταστήσει ακόμα τον τηλεφωνητή και είχε από εκείνους τους παλιούς με την κασέτα, οπότε δεν θα φαινόταν η ώρα της κλήσης. Άφησε το μήνυμα της. «Αγάπη μου ο καιρός στο Λονδίνο είναι καλός. Είμαι στο ξενοδοχείο και σε λίγο θα πέσω για ύπνο. Φοράω τις παντόφλες σου για να σε νιώθω κοντά μου. Ελπίζω να κάνεις και εσύ το ίδιο.» Έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε.
Έφυγε από το ξενοδοχείο την ώρα που θα προσγειωνόταν η πτήση της. Έφτασε την ώρα που θα την άφηνε το ταξί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πήρε τον Μάνο να του πει ότι έφτασε στην Αθήνα. Δεν απάντησε, αλλά η κούραση δεν της άφησε περιθώρια να σκεφτεί. Την Δευτέρα το βράδυ, που ο Μάνος παρέμενε άφαντος άρχισε να ανησυχεί. Κλήσεις στο κινητό και μηνύματα στο σταθερό. Την Τρίτη το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο Ζούμπερι. Άνοιξε με το εφεδρικό κλειδί, που έκρυβε στη γλάστρα.
Στο θέαμα που αντίκρυσε έβαλε τις φωνές και έντρομη πήρε την αστυνομία. Αφού ξεπέρασε κάπως το σοκ, έπρεπε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις του υπεύθυνου υπαστυνόμου. «Γνωρίζετε αν είχε κάποιους εχθρούς ή κάποιον που να ήθελε να του κάνει κακό;» Έμεινε λίγο άφωνη. Δευτερόλεπα μετά απάντησε ένα «Όχι» τρεμάμενο, σαν να υποννοούσε το ναι. Προσποιήθηκε, πως μάλλον ήταν άνευ σημασίας. Ο υπαστυνόμος επέμενε ότι και η πραμικρή λεπτομέρεια θα μπορούσε να βοηθήσει.
Άρχισε να μιλάει για την περίεργη πρώην κοπέλα του Μάνου, που είχε εμμονή μαζί του. Δεν ήξερε βέβαια πολλά. Τον ενοχλούσε καιρό και όταν έμαθε για την Άννα, άρχισε να γίνεται απειλητική. Ο Μάνος φοβήθηκε και άλλαξε αριθμό τηλεφώνου. Έκτοτε έχασαν τα ίχνη της ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. «Γνωρίζετε πως την έλεγαν;» ρώτησε ο υπαστυνόμος. «Νομίζω....Μιρέλα, αλλά δεν είμαι βέβαιη. Ο Μάνος δεν μίλαγε γι’ αυτήν. Αλλά δεν νομίζω πως έχει σχέση.» είπε με ήρεμη φωνή.
«Και όμως, ταιριάζει στην υπόθεση. Μια πρώην κοπέλα, που τον θέλει ακόμα, ααφηνιάζει μόλις ακούει το μήνυμα σας στον τηλεφωνητή και γίνεται παρανοϊκή.» είπε εκείνος, σχεδόν σίγουρος πλέον για το κίνητρο του αποτρόπαιου εγκλήματος. Την εικόνα της Άννας που χαμογέλασε, ακολούθησε η ερώτηση γιατί. «Πάντα έλεγε ότι προσέλκυε τις περίεργες κοπέλες και πόσο τυχερός ένιωθε, που επιτέλους είχα βρεθεί εγώ στο δρόμο του.»
Σάββατο 30 Μαΐου 2009
Μάνος
Την μέρα που τον γνώρισε πήγαινε για τον καθιερώμενο καφέ με τα παιδιά. Όπως κάθε Παρασκευή, μαζεύονταν στο στέκι τους αργά το απόγευμα. Ξεκινούσαν με καφέ και συνέχιζαν με ποτά και συζητήσεις για την εβδομάδα που πέρασε. Τον είχε δει όρθιο να μιλάει έξω από το μαγαζί. Το ύψος του, που ερχόταν σε αντιδιαστολή με τα κιλά του, ήταν κάτι παραπάνω από αρκετό για να την κάνει να τον προσέξει. Σε συνδυασμό με τα μακριά μαλλιά του, συμπλήρωσαν ιδανικά την εικόνα για εκείνο που η Άννα θεωρούσε ωραίο άντρα. Η συναισθηματική και ρομαντική Άννα, που συνήθως ήταν η ψυχή της παρέας, αλλά στη θέα του κούκλου, που ήρθε και κάθισε στο τραπέζι τους, έχασε την μιλιά της.
Φίλος, φίλου, γνωστός δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Αυτό που μετρούσε ήταν πως ήταν εκεί. Κούρνιασε στη γωνιά της πίνοντας τον ζεστό καφέ και τον παρατηρούσε ενώ μιλούσε με τους άλλους. Το πρόσωπό του ήταν μακρόστενο κι γωνιώδες, αλλά τα μεγάλα, ελαφρώς αμυγδαλωτά μάτια του, τόνιζαν όμορφα αυτές τις γωνίες, προσδίδοντας του κάτι το εξωτικό. Τα πλούσια μαλλιά του, πλαισίωναν συμμετρικά το πρόσωπό του πέφτοντας μέχρι τους ώμους, με εξαίρεση μερικές τούφες που ξέφυγαν από την αλογοουρά του. Πόσο ήθεελ να χαιδέψει αυτάτα μαλλιά, να νιώσει τη στιλπνάδα τους. Μιλούσε ήρεμα και αργά, με κάποια αμηχανία στον τόνο της φωνής του, που αργότερα κατάλαβε, πως πήγαζε από το γεγονός ότι δεν γνώριζε καλά τους συνομιλητές του. . Ήταν ευγενικός, διακριτικός και μετρημένος, με μόνη εξαίρεση τις έντονες κινήσεις που έκανε με τα χέρια και το σώμα του ενώ μιλούσε. Όχι ότι μιλούσε πολύ. Κάποια στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, εκείνος απότομα το τράβηξε αλλού και για αρκετή ώρα απόμεινε να παρατήρει τους άλλους, με ένα απόκοσμο, ύφος που στα μάτια της Άννας φάνταζε θλιμμένο, αλλά ταυτόχρονα θελκτικό.
Είχε κάτι το άυλο πάνω του και της έδινε την εντύπωση, πως ενώ βρισκόταν στη γη, φαινόταν να αιωρείται μέτρα πάνω της, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να προσπαθεί καν να υπερασπίσει κάτι τέτοιο. Η δε δουλειά του ήταν ίσως το μόνο γήινο στοιχείο, που βρήκε η Άννα πάνω του. Καθηγητής μαθηματικών σε νυχτερινό λύκειο. «Δεν ταιριάζει καθόλου με αυτό το κατά τα άλλα αέρινο πλάσμα» σκέφτηκε και έσκασε ένα χαμόγελο. Ένα χαμόγελο, που τράβηξε την προσοχή όλων. Δεν πτοήθηκε. Πήρε το όμορφο σαγηνευτικό της βλέμμα και χώθηκε στη συζήτηση, το τέλος της οποίας την είχε βρει να έχει κανονίσει με τον Μάνο να επισκεφτούν την επόμενη μια έκθεση ζωγραφικής. Ήταν κοινή επιθυμία, με τη διαφορά ότι για την Άννα την συμπλήρωνε το μαζί.
Ακολούθησαν πολλές εκθέσεις, βόλτες, σινεμά και εν γένει κοινές δραστηριότητες, που οδήγησαν μετά από κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, στο μαζί, που τώρα πια δεν αποτελούσε επιθυμία μόνο της Άννας, αλλά και του Μάνου. Όλα κυλούσαν ομαλά. Έμοιαζε λες και τίποτα δεν μπορούσε να σκιάσει αυτό το κοντσέρτο για δύο. Κανένας δεν είχε κάποια παράλογη απαίτηση από τον άλλο και οι υποχωρήσεις, όταν χρειάζονταν, ήταν αμοιβαίες. Ακόμα και η εμμονή του Μάνου, όταν του έβαζε τις παντόφλες μακριά από το κρεβάτι, να σηκώνεται εκείνη να τις πηγαίνει κοντά του, γιατί δεν ήθελε να ακουμπήσει ξυπόλητος στο πάτωμα, της φαινόταν μια χαριτωμένη ιδιοτροπία. Ήταν βέβαια ανεκτική κι πειθήνια από τα γενοφάσκια της.
Ήταν μία Παρασκεύη που πήγαν μαζί στο στέκι. Μία Παρασκεύη που θα ακολούθουσε το πρώτο σαββατοκύριακο, που η Άννα θα περνούσε στο σπίτι του Μάνου. Είχε εξοικειωθεί με το χώρο του, αλλά δεν τον είχε ζήσει σε αυτόν, ούτε είχαν περάσει ποτέ ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο μαζί, σαν ζευγάρι. Θα ήταν ένα καλό πείραμα και για τους δύο, να συνυπάρξουν δυο ολόκληρες μέρες. Όλα ήταν όμορφα, αέρινα και απόκοσμα, όπως τα φανταζόταν η Άννα.
Ήταν αργά το απόγευμα του Σαββάτου, όταν σηκώθηκε από το μεσημεριανό υπνάκο κι πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ, φορώντας μόνο μια μακριά κοντομάνικη μπλούζα του Μάνου. «Καλησπέρα» είπε ενώ χασμουριόταν. «Είσαι ξυπόλητη.» ούρλιαξε ο Μάνος, με τέτοια ένταση, που δεν θα πίστευε ποτέ ότι μπορούσε να βγάλει. Η Άννα σάστισε. «Είσαι ξυπόλητη.» ξαναείπε, κοφτά και απότομα, καλύπτοντας τα μάτια με τα χέρια του.
Δεν την άφησε να πει τίποτα. «Πήγαινε σε παρακαλώ να βάλεις παντόφλες.» είπε σε πιο ήρεμο τόνο μεν, διαταγής δε. Όταν επέστρεψε στην κουζίνα την περίμενε χαμογελαστός με δυο κούπες καφέ. Δεν σχολίασε τίποτα. Σε άσχετη χρονική στιγμή, με αδιάφορο ύφος της πέταξε πως δεν του αρέσει να βλέπει τους άλλους να περπατάνε ξυπόλητοι, ειδικά στα πλακάκια. Η Άννα δεν απάντησε. Είχε καταλάβει ότι ο ίδιος είχε θέμα με αυτό, αλλά δεν είχε σκεφτεί ποτέ, ότι αυτή του η συνήθεια, αφορούσε ή θα επηρέαζε και άλλους.
Παρόλο που της είχε εντυπωθεί το απότομο ύφος του με άσχημο τρόπο, δεν έδωσε παραπάνω σημασία. Είχε μάθει να αγαπά τους πλησίον της με τα ελαττώματά τους, ακόμα και αν οι ίδιοι δεν τα θεωρούσαν τέτοια. Μήπως δεν είχε και εκείνη αρκετά από δαύτα;
Ήταν στο ντους όταν μπήκε ο Μάνος σπίτι της, με τα κλειδιά που του είχε δώσει. Είχε βάλει ποτάκια και την περίμενε στο σαλόνι. Η Άννα δεν τον είχε καταλάβει. Λίγο ο ήχος του νερού, λίγο η συνήθεια της να τραγουδάει στο μπάνιο, δεν είχαν αφήσει την παρουσία του να γίνει αντιληπτή. Τον κατάλαβε όμως για τα καλά όταν βγήκε από το μπάνιο και κατευθυνόταν προς το υπνοδωμάτιο. «Πάλι τα ίδια; Τι είπαμε;» φώναξε, χύνοντας το κρασί στο πάτωμα, βρέχοντας τα γυμνά της πόδια.
Δεν έμεινε να τον δει να καλύπτει πάλι τα μάτια του. Έφυγε γρήγορα και γύρισε ντυμένη, φορώντας τις παντόφλες της.
Την ενόχλησε που επαναλήφθηκε το σκηνικό. Ειδικά στο σπίτι της, στο χώρο της. Αλλά δεν ήθελε να το σχολιάσει. Την τρόμαζε η συμπεριφόρα του. Γινόταν άλλος άνθρωπος. Ο Μάνος μάλλον το κατάλαβε και πήρε το απολογητικό του ύφος. Τον ενοχλούσαν τα γυμνά πόδια και την παρακάλεσε να το σταματήσει. «Για το δικό μου κομμάτι ούτε λόγος. Ούτε νύξη, αν μ’ αρέσει ή όχι. Με ενοχλεί, σταμάτα το και τέλος.» σκεφτόταν, αλλά δεν θα μίλαγε. Εκτός του ότι το έκανε σπάνια, όποτε το είχε τολμήσει την είχαν χωρίσει και μάλιστα για περισσότερο σοβαρούς λόγους, γκόμενοι για τους οποίους ένιωθε λιγότερα πράγματα. Ίσως έτσι είχε καλύτερη τύχη.
Η κατάσταση αναμεσά τους ήταν περίεργη τις επόμενες μέρες. Ο Μάνος σκέφτηκε πως θα ήταν καλή ιδέα να πάνε στο εξοχικό του για σαββατοκύριακο. «Μια εκδρομή θα μας χαλαρώσει.» έλεγε και τελικά την έπεισε την Άννα. Άργησε την Παρασκευή στη δουλειά και την πήρε τηλέφωνο, να πάει από το σπίτι του να πάρει τα κλειδιά του εξοχικού, γιατί τα είχε ξεχάσει. «Στο κλειδωμένο συρτάρι του γραφείου. Το κλειδί είναι μέσα στην μολυβοθήκη.» έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό της πηγαίνωντας προς τα εκεί. Πρώτη φορά άκουγε για κλειδωμένα συρτάρια και ενδεχομένως στην προέκταση της φαντασίας της κλειδωμένα πράγματα της ζωής του Μάνου.
Βρέθηκε καθισμένη στο γραφείο, έχοντας περασμένα τα κλειδιά στο δάχτυλό της, να κρατάει ένα γράμμα. Στο φάκελο έγραφε «Να μην ξεχάσω.» και της είχε κεντρίσει την περίεργεια να το διαβάσει. Άλλωστε αν ήθελε όντως κάτι να κρύψει, δεν θα της έλεγε να πάει. Τα επόμενα λεπτά την βρήκαν με το γράμμα ανοιχτό να διαβάζει.
«.Δεν γράφω γιατί θέλω να θυμάμαι, αλλά από φόβο μήπως ξεχάσω. Δεν έχει όμως σημασία. Έχει περάσει καιρός μα δεν έχει καμία σημασία πλέον. Το μόνο που μετράει είναι εκείνη η πρωτόγνωρη, ηδονική και ταυτόχρονα τρομαχτική εμπειρία. Ήθελα να γίνει γρήγορα, ανώδυνα. Τη θεωρούσα το άλλο μου μισό. Δεν ήθελα να νιώσει πόνο, για να μην πονέσω και εγώ. Απλά της έδωσα καφέ. Έπεσε στο πάτωμα της κουζίνας σχεδόν αμέσως.
Την κοίταζα ακίνητη και για κάποιο ανεξήγητο λόγο, είχα την επιθυμία να ξαπλώσω δίπλα της. Έγειρα το κορμί μου πάνω της και μείναμε έτσι για ώρα. Δεν με ενοχλούσε το παγωμένο πλακάκι. Η σάρκα της ήταν καυτή και αυτό μου έφτανε. Τρόμαξα. Τρόμαξα πολύ. Δεν είχα νιώσει καμιά έλξη, τόσο έντονη, για κανένα, ίσως ούτε καν για την ίδια μέχρι τότε. Στοργή, θυμό, λύπη, ίσως ναι, αλλά έλξη ποτέ. Νευρίασα με τον εαυτό μου. Ήμουν ή τουλάχιστον ένιωθα ανήμπορος απέναντι της. Σηκώθηκα βιαστικά, είχε αρχίσει να συνέρχεται. Θόλωσα, δεν ήξερα πως να αντιδράσω. Όλα έγιναν σχεδόν ενστικτωδώς. Θυμάμαι αμυδρά το κεφάλι της στα χέρια μου, να το χτυπάω με μανία στο πάτωμα.
Τα χέρια μου πλεγμένα στα ξανθά της μαλλιά γέμισαν με αίμα. Ακούμπησα το κεφάλι της στο πλακάκι και το αίμα άρχισε να χύνεται παντού. Στάθηκα λίγη ώρα να την κοιτάζω. Ήθελα να δω και άλλο αίμα. Πήρα το μαχαίρι από το συρτάρι και άρχισα να την μαχαιρώνω. Σταμάτησα μόνο όταν είχα τυλιχτεί ολόκληρος στο αίμα, στο αίμα της Μιρέλας. Το κόκκινο ποτάμι της είχε αρχίσει να πλημμυρίζει όλο το σπίτι. Πέταξα το μαχαίρι, έβγαλα τα παπούτσια μου και άρχισα να περπατάω με τα πόδια γυμνά στα πλακάκια. Η αίσθηση του κρύου με ενοχλούσε ελαφρώς , αλλά το πηχτό, καυτό της αίμα έμοιαζε με λάβα κάτω από τα πόδια μου και με γέμιζε με μια αίσθηση ευφορίας. Άφησα τα ίχνη από το πέλμα μου σε όλο το σπίτι, προσπαθώντας να πατάω στο κέντρο του πλακακιού και όχι στους αρμούς του.
Μετά από αρκετές βόλτες, το σπίτι θύμιζε έργο τέχνης, που έφερε την σφραγίδα της, αναμειγμένη με την δική μου. Δεν μου έφτανε όμως. Ήθελα να αφήσω και αλλού τα σημάδια της. Να βγω στο δρόμο όπως ήμουν και να αρχίσω να περπατάω. Έκλαψα γοερά. Από την αρχή μαζί της ήταν διαφορετικά. Μου δημιούργησε την αίσθηση ότι έπρεπε να την μοιραστώ με όλο τον κόσμο. Με κυρίευσε τρόμος. Κάποια αισθήματα δεν θέλεις να τα μοιράζεσαι με κανέναν. Εκείνη είχε καταφέρει το αντίθετο, να με κάνει να θέλω να μοιραστώ την ηδονή της ύπαρξης της με όλους. Μα εγωιστικά την κράτησα για μένα. Η θύμηση των όσων έγιναν θα μείνει μόνο δική μου. Τα γράφω όμως, για να θυμάμαι, αυτό που βαθιά πιστεύω, πως απλά ήμουν μπλεγμένος στον ιστό που αυτό το ηδονικό πλάσμα, είχε πλέξει, άθελα ή ηθελημένα επιφέροντας τέτοια επίδραση επάνω μου»
Ταλαντεύητκε λίγα λεπτά ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια. Έπειτα έσκασε στα γέλια. «Και ευρηματικός. Κοίτα τι σκέφτηκε, για να με κάνει να φοράω παντόφλες.» μονολόγησε. Πήρε το σάκο της και πριν κλειδώσει την πόρτα τον ακουμπήσε στο πάτωμα. Βεβαιώθηκε ότι είχε βάλει μέσα ένα ζευγάρι παντόφλες, κλείδωσε κι έφυγε.
[Μετά από απαίτηση των αναγνωστών επέστρεψα. Είναι σεντόνι, σας το είπα, αλλά αφού το θέλατε.....Παπαστρουμφ, το επόμενο θα είναι εξαιρετικά αφιερωμενο.......]
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
Απρόσμενα
Απρόσμενα ξύπνησε η μνήμη της εκείνο το βράδυ. Απρόσμενα εύκολα και βίαια. Με μια βία που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω της από καιρό. Μα όπως φάνηκε απλά κοιμόταν ήρεμα μέχρι να χορτάσει ύπνο και να γυρίσει πίσω. Πιο γεμάτη και πιο αχόρταγη.
Δεν είχε καταλάβει τίποτα εκείνο το πρωί. Μόνο μια περίεργη αίσθηση, που πάντα την απέδιδε στα όνειρα που δεν θυμόταν. Μα το όνειρο της προηγούμενης νύχτας ήρθε καθαρά μπροστά της σαν εικόνα. Σε μια στιγμή. Όταν έχοντας γυρίσει σπίτι από μια μέρα γεμάτη ένταση έβαλε ένα κόκκινο κρασί και κάθισε με το μπουρνούζι της μετά το μπάνιο στον καναπέ. Όταν το κρασί χύθηκε στο μπωλ με τα φυστίκια. Όταν ενστικτωδώς έβαλε το χέρι της μέσα στο μπωλ. Τότε ξεκίνησαν όλα.
Θυμήθηκε τη ζωή στην Ολλανδία. Το Άμστερνταμ και το πόσο ήθελε να πάει εκεί. Όλα όσα την είχαν οδηγήσει εκεί. Ο πόνος, ο θυμός και τελικά η οργή της, το μοναδικό συναίσθημα που η πόλη δεν είχε καταφέρει να κατευνάσει. Έπειτα τον Κάρστεν. Θυμήθηκε πόσο της άρεσε που στα λατινικά σήμαινε χριστιανός. Πόσο οικείο τον ένιωθε. Όχι μόνο λόγο ονόματος αλλά και γι αυτό που ήταν ως άνθρωπος. Τις όμορφες μέρες που μοιράστηκαν. Τη μετάλλαξη του λίγο καιρό αργότερα. Τότε που "ο έρωτας τα άλλαξε όλα" όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Την φαινομενικά ήρεμη ζωή της εκεί μαζί του, που την βίωνε στην ουσία της σαν ρουτίνα. Μια ρουτίνα φρικιαστική, όταν εκείνος άρχισε τις ζήλιες.
Τα μάτια της δάκρυσαν όταν έφερε στη μνήμη της το πρόσωπό του. Τόσο όμορφο και γαλήνιο. Ούτε που κατάλαβε πότε μετατράπηκε στον τύραννο που τόσο είχε μισήσει. Τον ίδιο τύραννο που εξαιτίας του άφησε τα πάντα πίσω της, με σκοπό να μην τον ξανασυναντήσει. Και βρέθηκε να τον έχει δίπλα της, γύρω της και κυρίως μέσα της.
Σχεδόν αυτόματα και δίχως σκέψη πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. Έπιασε το μπουκάλι και άρχισε να κατεβάζει το κρασί. Η σκέψη της είχε πάρει μπροστά και δεν ήταν στο χέρι της να την σταματήσει.
Είδε ξανά την νύχτα εκείνη. Που αποφάσισε να αφήσει το μόνο πράγμα που πήρε τελικά μαζί της να ξεχυθεί σαν χείμαρρος ενάντια, όχι πλέον στον Κάρστεν, μα στον τύραννο από τον οποίο τόσο ήθελε να ξεφύγει και άφησε την οργή να τα κανονίσει όλα. Πράγμα που έκανε ξανά και ξανά. Ενάντια σε όλους εκείνους που έκτοτε πρόσπαθησαν να τη βάλουν στο οποιοδήποτε καλούπι. Και ανάμεσα σε εκείνη τη μοναδική ευχάριστη στιγμή της ανάμνησης, ήρθε μια αναλαμπή να ανατρέψει τα πάντα.
Και απόμεινε μετέωρη στον καναπέ κοιτώντας τα χέρια της. Παρατηρώντας τα μάλλον, για αρκετή ώρα. Αυτή η λευκή σάρκα με το περιποιημένο μανικιούρ, που ενώ φαινόταν τέλεια, περίμενε τη στιγμή εκείνη που θα βεβαίωνε την τελειότητα της. Θα πιστοποιούσε την ταυτότητα της, όχι όμως και την ύπαρξη της. Πάντα αυτό σκεφτόταν όταν τα βύθιζε στο μπολάκι με τη δική τους ύπαρξη. Πάντα τη ρουφούσε όλη. Έχωνε τα δάχτυλα της στο μπωλ και έπαιρνε κάθε ίνα τους, κάθε φλέβα του κορμιού τους, αφουγκραζόταν κάθε απόκρυφη πτυχή της σκέψης τους, βίωνε την ουσία τους και μετά την έκανε δική της, προσπαθώντας να πιστοποιήσει την δική της ταυτότητα. Και πάντα παρούσα η ίδια ηρεμία. Σαν ιεροτελεστία, αφού τους είχε "κοιμήσει" συνήθως με κάποιον ήρεμο τρόπο. Μετά την έπιανε η μανία. Μετά ήθελε να χύσουν και άλλο αίμα. Μετά τους κατακρεουργούσε για να το αποκτήσει. Και το όνομα. Ποιο αστείο όνομα για εκείνη την περίοδο δεν θα μπορούσε να βρει. Κι ας ένιωθε μέσα της πως απέπνεεε κάτι το ηγετικό.
Και τώρα ενώ νόμιζε πως φεύγοντας από την Ολλανδία, είχε ξεμπερδέψει με τις ταυτότητες ήθελε να τη ζήσει ξανά αυτή την εμπειρία. Παρόλο που πίστευε πως πλέον δεν είχε ανάγκη από ταυτότητες. Σβήνοντας το τσιγάρο άφησε ένα τρανταχτό γέλιο. Δεν τολμούσε να πιστέψει πως τόσα χρόνια ζούσε σε μια πλάνη. Μα το ένστικτο της δεν της είχε πει ποτέ ψέματα. Ντύθηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του. Εκεί πίστευε πως θα τα ξεδιάλυνε όλα.
Όταν έφτασε, ο Χριστόφορος, ήταν αραχτός στον καναπέ. Έκανε μια προσπάθεια να κατευνάσει τον εαυτό της με το σεξ. Δεν της έφτασε. Ήθελε την ύπαρξη του, ήθελε να νιώσει την ουσία του και αυτό μόνο με έναν τρόπο ήξερε να το κάνει.
Πήρε νωχελικά το μαντήλι, μα δεν του έδεσε τα χέρια όπως εκείνος περίμενε. Το έδεσε χαλαρά γύρω από το λαιμό του, κρατώντας τις δυο άκρες του στα δικά της. Όταν είδε πως ήταν αρκετά παθιασμένος άρχισε να τις σφίγει. Όταν ένιωσε την ηδονή να γίνεται πόνος, συνέχισε να τις σφίγει μανιασμένα, μέχρι που ο Χριστόφορος σταμάτησε να αντιδρά. Τον κοίταξε λίγο έτσι όπως είχε πέσει ακούνητος στον καναπέ. Τώρα ήξερε. Τώρα δεν υπήρχε περιθώριο λάθους.
Πήρε ήρεμα τον χαρτοκόπτη του και άρχισε να του κόβει το σώμα και να συλλέγει το αίμα του. Περίμενε χρόνια γι' αυτή τη στιγμή, της απόλυτης βίωσης, της απόλυτης ολοκλήρωσης. Γιατί τώρα κατείχε κάτι που δεν είχε πριν. Τώρα είχε την γνώση όλου αυτού.
Έβαλε τα δάχτυλα της μέσα στο μπωλ με το αίμα, που ήταν ακόμα ζεστό. Τα έπαιξε μέσα στο υγρό, σαν δεξιοτέχνης. Τα άφησε να ποτίσουν από εκείνον. Πόσο όμορφη ήταν αυτή η αίσθηση τώρα που είχε πλήρη επίγνωση. Σηκώθηκε έπειτα από ώρα. Έφτιαξε ένα ποτό και κάθισε στον καναπέ, χαμογελώντας. Για χρόνια νόμιζε πως όλο αυτό ήταν μια ταυτότητα, που ίσως η ίδια να ήθελε να αποδώσει στον εαυτό της. Τελικά ήταν η ίδια η ύπαρξη της, από την οποία όσο και αν ήθελε δεν μπορούσε να ξεφύγει. Μια ύπαρξη από την οποία δεν χρειαζόταν να ξεφύγει, αλλά την οποία χρειαζόταν να θρέψει. Τότε σηκώθηκε με το ποτήρι στο χέρι και κοιτώντας τον Χριστόφορο έκανε μια πρόποση.
"Μετά από χρόνια μπορώ να πω, πως με λένε Παπαστρουμφ και σκοτώνω για να "ταίσω" την ύπαρξη μου με όσους ηθελημένα ή μη έχουν την πρόθεση να δώσουν τη δική τους."