Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Βροχή


Βρέχει, μα δεν με κινητοποίησε η βροχή. Μέρες τώρα σε νιώθω να τρέχεις μέσα μου. Σαν το αίμα στις φλέβες μου. Δίνεις το στίγμα σου πως υπάρχεις. Και προς θεού, ποτέ σου δεν δέχτηκες την αδιαφορία. Θα έκανες τα πάντα για να έχεις την αμέριστη προσοχή μου.
Σε κοιτώ στις φωτογραφίες. Βλέπω τα χέρια σου να ακουμπούν τα δικά μου. Να με κυκλώνουν απαλά και εγώ να χάνομαι μέσα τους. Ακόμα δεν ξέρω, ή μάλλον δεν μπορώ να καταλάβω αν το έκανες για να κοιμήσεις τη δική μου ανασφάλεια ή αν απλά τόνωνες τη δική σου κτητικότητα. Τις στιγμές που αποτύπωσε ο φακός σε κλάσματα του δευτερολέπτου, εμάς, μας πήρε αρκετό χρόνο για να τους επιτρέψουμε να συμβούν.
Ήταν τότε, που όλα φάνταζαν απλά. Εγώ, εσύ και ο χρόνος, κι ας μην ήταν πάντα με το μέρος μας. Έπειτα πάψαμε να είμαστε εμείς με το δικό του. Και παρόλο που κανείς δεν έδινε σημασία στην συγκεκριμένη μάχη, ήταν η σημαντικότερη όσων είχαμε να δώσουμε. Τώρα πια δεν έχει σημασία. Εκείνος πέρασε όπως όφειλε να πράξει και εμείς απομείναμε με τα κομμάτια ενός παζλ που αφήσαμε στη μέση. «Ποτέ μην υποτιμάς τους αντιπάλους σου.» μου έλεγες. Μα δεν καταλάβαινα. Όχι ότι ήμουν μικρή, απλά αφελής.
Ο καιρός και τα γεγονότα με έναν τρόπο που μπορούσα να κατανοήσω αλλά όχι να δεχτώ, είχαν γίνει το δέρμα μας και τελικά η ίδια η ζωή μας. «Πρέπει να παλέψουμε..» επαναλάμβανες. Και δεν ήταν αυτό που έλεγες, αλλά εκείνα τα χέρια σου, που τύλιγαν απαλά τα δικά μου, που μ’ έμαθαν να μετράω τα πράγματα και να τα βλέπω θετικά, ακόμα και εκείνα που αδυνατούσα να διαχειριστώ. Τα περικύκλωνε όλα το μαζί, το μαζί σου και αυτό μου έδινε τότε την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να αντέξω τα πάντα. Και έτσι η μάχη είχε ξεκινήσει μέσα μου, χωρίς να το σκεφτώ, χωρίς να το καταλαβαίνω και χωρίς καμία διάθεση να πράξω αλλιώς.
Η δύναμη και το θάρρος με τα οποία με είχες οπλίσει δεν μου ήταν όμως αρκετά. Σε έβλεπα να αλλάζεις μέρα με τη μέρα. Ήξερα πως δεν είχες παραιτηθεί, απλά είχες κουραστεί. Και εγώ απλός παρατηρητής να σε διαβεβαιώνω πως όλα θα πάνε καλά, όχι χωρίς να το πιστεύω, μα χωρίς πια να το ελπίζω. Αυτό ήταν που πονούσε. Αυτό ήταν που με αλλοίωνε. Και εσύ να μου λες: «Εσύ πρέπει να συνεχίσεις. Πρέπει να ζήσεις.» με χείλη σφιχτά και φωνή αδύναμη, χωρίς τα χέρια σου να ακουμπάνε πια τα δικά μου, μα αδύναμα να πέφτουν στα σκεπάσματα. Όχι γιατί δεν ήθελες, μα γιατί δεν μπορούσες. Και το μαζί, το μαζί σου χάθηκε κάπου εκεί.
Όταν τα χέρια σου αδυνατούσαν πια να κρατήσουν τα δικά μου. Όταν τα άφησα παγωμένα να πέσουν στο πλάι του κορμιού σου. Τότε, που εσύ ξεκίνησες το ταξίδι σου χωρίς εμένα.
Δεν ήταν που δεν με ήθελες μαζί, ήταν που εγώ έπρεπε να μείνω πίσω. Να συνεχίσω. Και κάθε φορά που αποζητώ εκείνο το μαζί σου, έστω για στιγμή, το συναντώ με μάτια κλαμένα, χείλη σφιγμένα και πόδια να τρέμουν, ακουμπώντας σε ένα μάρμαρο κρύο και από τον καιρό κιτρινισμένο. Όπως την τελευταία φορά που άγγιξα τα χέρια σου. Σηκώνομαι με μια ανάσα, μια απόφαση που την παίρνω εδώ και καιρό.
Παγωμένη γυρίζω σπίτι. Μα δεν σε ψάχνω πια, γιατί υπάρχεις. Σε εκείνες τις φωτογραφίες, σε εκείνα τα μικρά κλάσματα του δευτερολέπτου που αποτύπωσε ο φακός. Μόνο που τώρα, ξέρω, έχω καταλάβει, πως ο χρόνος που χρειάστηκαν για να συμβούν είναι δικός μου, γιατί ήταν ο χρόνος που είχα μαζί σου.
[Γιατί είναι καλό μερικές φορές να θυμόμαστε.]

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

Θεσσαλονίκη

Στεκόταν όπως πάντα με το πρόσωπο στο τζάμι, ατενίζοντας προς τα έξω, σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς τη δουλειά. Χάζευε τους ανθρώπους να τρέχουν, να συνομιλούν και να κινούνται στους δικούς τους ρυθμούς μέσα στην πόλη. «Πόσοι άνθρωποι συνυπάρχουμε μέσα στις πολύβουες πόλεις;» αναρωτήθηκε «Ξεκινάμε όλοι με την ίδια επιθυμία, να ζήσουμε και καταλήγουμε να χαθούμε στην προσπάθεια.» σκέφτηκε και το πρόσωπό της μελαγχόλησε Καιρό διαχώριζε τον εαυτό της από τους άλλους, αλλά σύντομα διαπίστωσε πως απλώς έτσι ήθελε να πιστεύει. Η πραγματικότητα ήταν άλλη. Και μέρα με τη μέρα τη βιώνει στο πετσί της. Την προσέγγισε αγόγγυστα και μετά έγινε δέρμα της. Παρ όλες τις προσπάθειες της να έλθουν αλλιώς τα πράγματα.
Είχε καταλήξει όπως όλοι αυτοί που παρατηρούσε. Νόμιζε πως ναι μεν θα συμβιβαζόταν, αλλά θα κρατούσε την ουσία και θα ζούσε. Κατέληξε όμως να χαθεί μέσα στην διαδικασία. Κάπου ανάμεσα σε δουλειά, συναισθηματικά ζητήματα και ψυχονευρωτικά που έβγαιναν με ορμή στην επιφάνεια, είχε ξεχάσει γιατί ζούσε. Είχε γίνει όμοια με τους ανθρώπους των δρόμων. Να τρέχει αλαφιασμένη να τα προλάβει όλα, χωρίς να αισθάνεται την παραμικρή ανάγκη να το κάνει και κυρίως χωρίς να νιώθει ότι εισπράττει έστω την παραμικρή ανταμοιβή για όλο αυτό.
Σκούπισε το δάκρυ που πήγε να κυλήσει και κατέβηκε αφού είχε φτάσει στη στάση της. «Ως εδώ ήταν.» είπε φωναχτά και πήρε το δρόμο για το γραφείο. Δεν μίλησε παρά ελάχιστα στη διάρκεια της μέρας. «Πες μας καμιά κουβέντα ρε συ.» άκουσε τη φωνή της συναδέλφου που την έκοψε από το σερφάρισμα στο ίντερνετ. «Δεν έχω κάτι να πω...ακεφιές.» συμπλήρωσε ξέροντας πως δεν θα ξεμπέρδευε εύκολα από μια συζήτηση.
Στον δρόμο της επιστροφής το μυαλό της έπαιρνε πολλές και περίεργες στροφές. Θυμήθηκε την τελευταία φορά που είχε θεωρήσει τον εαυτό της ελεύθερο και αναπόλησε εκείνο που την είχε κάνει να αισθανθεί έτσι.
Ήταν ένα βράδυ που πειθήνια ακολούθησε τους φίλους της σε μια παράσταση κάποιας εναλλακτικής μπάντας. Τους αρχικούς της δισταγμούς είχαν αντικαταστήσει η διασκέδαση και η αίσθηση της ελευθερίας που ένιωθε ακούγοντας αυτά τα εναλλακτικά τυπάκια να δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό επί σκηνής. Και η δική του παρουσία που είχε υπερισχύσει με τη μία.
Τον έλεγαν Ηλία και ήταν ένας ταλαντούχος κιθαρίστας που αποτελούσε και τη μασκότ του συγκροτήματος Με μια αμεσότητα που σε κέρδιζε αμέσως και έναν θεατρινισμό που σε άφηνε με ένα ηλίθιο χαμόγελο, κατάφερε να τη μαγέψει. Και εκείνος όμως τη συμπάθησε από την πρώτη στιγμή. Του φαινόταν πολύ διαφορετική, σε σχέση με τις κοπέλες που συναναστρεφόταν Κύλησε έτσι καιρός. Με εκείνον να υμνεί τη διαφορετικότητά της και εκείνη να πέφτει μέρα με τη μέρα όλο και πιο πολύ στα δίχτυα του.
Φίλους όμως δεν τους έλεγες, ή τουλάχιστον κανείς δεν τους θεωρούσε έτσι. Και η Εύα νιώθοντας τον χρόνο να τρέχει ένιωσε να μην αντέχει. Έπρεπε να κάνει κάτι. Η εμφάνιση τους στη Θεσσαλονίκη την προέτρεψε. Θα πήγαινε και εκείνη. Ήξερε την πόλη καλά και η ίδια δεν θα μπορούσε να σκεφτεί καλύτερο μέρος να του αποκαλύψει τα αισθήματά της. Η διαμονή της εκεί κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων φάνταζε αν όχι βοηθός σίγουρα οιωνός στα μάτια της. Εκεί στην πόλη της, όπως την αποκαλούσε, θεώρησε πως τα αισθήματα που ένιωθε να την καίνε και να την πνίγουν θα μπορούσαν να βρουν διέξοδο και ανταπόκριση,
Ένα κρύο βράδυ του Νοεμβρίου λοιπόν κατέβηκε από το σπίτι της, όπως συνήθιζε χρόνια πριν, στον λευκό πύργο, κάθισε για λίγο στα σκαλάκια ατενίζοντας τη θάλασσα και έπειτα περπάτησε στην παραλία. Όχι όμως δίχως προορισμό όπως άλλοτε. Το βράδυ εκείνο ο δρόμος την έβγαλε στην πόρτα του μαγαζιού που θα εμφανιζόταν ο Ηλίας.
Το ξημέρωμα τους βρήκε να περπατούν κατά μήκος της παραλίας συζητώντας. Μια αγκαλιά και ένα φιλί τους ένωσε με την προσμονή της επόμενης μέρας. Και εκείνη ήρθε, με χαρά και αμηχανία, με ελπίδα και όνειρα για το μετά. Ένα μετά που τους βρήκε 500 χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη να σκέφτεται τρόπους να ξαναζήσουν το μαζί και εκείνον απλά να το αναπολεί σαν μια ωραία ανάμνηση. Γεγονός που της έγινε κατανοητό αρκετό καιρό μετά και με επώδυνο τρόπο.
Με την επάνοδό τους στην Αθήνα ο Ηλίας άλλαξε. Σταδιακά και μεθοδευμένα άρχισε να απομακρύνεται Εκείνη έμεινε να γεμίζει με ερωτηματικά και αμφιβολίες. Δεν πτοήθηκε. Έπαιζε πάντα καλά το παιχνίδι, αρκεί να της ξεκαθάριζαν τους όρους. Και αυτός το έκανε. Καθυστερημένα αλλά το έκανε. Και θεώρησε ότι το ζάρι ήταν πλέον στο δικό της χέρι. Το μόνο που έμενε ήταν να ρίξει τη ζαριά της.
Εμφανίστηκε μετά από καιρό στο μαγαζί που έπαιζε. Συγκαλυμμένη αμηχανία θεώρησε το ότι την είδε μπροστά της. Εκείνη είχε την χαρά του γνωστού προσώπου μέσα σε ένα πλήθος άγνωστα, αλλά δεν της βγήκε. Η χαρούμενη μορφή της κοπέλας που τον πλησίασε, ελάχιστα λεπτά μετά τη συνάντηση τους, κατέστησε σαφές ότι ή δεν ήταν πλέον μόνος ή ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ, γεμίζοντάς την με περισσότερες απορίες, πόνο και θυμό. Ειδικά μετά την αμήχανη δήλωση εκείνου «Με την Κατερίνα είμαστε καιρό, απλά κάποιες φορές το χάνουμε και έπειτα το ξαναβρίσκουμε»
Γύρισε σπίτι και έκλαψε, έκλαψε με λυγμούς. Ίσως όχι τόσο για εκείνον, μα για όσα είχαν γκρεμιστεί εκείνο το βράδυ. Ξέσπασε σε θρήνο και αφού ηρέμησε, σκέφτηκε τι ήθελε να κάνει, παραγκωνίζοντας το κομμάτι του πρέπει.
Εκεί η σκέψη της διεκόπη. Είχε φτάσει στον προορισμό της και έπρεπε να κατέβει. Έφτασε σχεδόν σερνάμενη στην είσοδο του σπιτιού. Ετοίμασε τα πράγματα, κάθισε στον υπολογιστή και αποκαμωμένη έπεσε για ύπνο.
Την άλλη μέρα έφτασε χαρούμενη στο γραφείο. Παρέδωσε την παραίτησή της στον προϊστάμενο και αφού τους χαιρέτισε όλους πήρε το δρόμο για το σπίτι. Έκλεισε όπως όταν έφευγε για διακοπές και αναχώρησε για το αεροδρόμιο Λίγο μετά τον έλεγχο, κάνοντας βόλτες στα αφορολόγητα, άκουσε μα γνώριμη φωνή. Έμεινε σαν άγαλμα στη μέση του διαδρόμου. «Εύα τι κάνεις εδώ;» άκουσε τη φωνή του να τη ρωτά. «Ηλία;» απάντησε ανίκανη για οποιαδήποτε άλλη αντίδραση.
Στη διάρκεια του καφέ πριν την πτήση, της είπε ότι πέταγε και εκείνος για Θεσσαλονίκη. Είχαν εμφανίσεις με την μπάντα. «Για σένα δεν ρωτάω. Ταξιδάκι σε γνώριμα εδάφη.» της πέταξε χαμογελώντας «Δεν θα το λεγα Πάω να τακτοποιήσω εκκρεμότητες» απάντησε κοφτά. Το δε ύφος της δεν του άφησε κανένα περιθώριο να συνεχίσουν την κουβέντα. Αποχωρίστηκαν με αμοιβαίες ευχές για καλό ταξίδι και ευχάριστη διαμονή.
Άλλωστε εκείνη περισσότερες πληροφορίες δεν είχε να μάθει. Ήξερε για τις εμφανίσεις, καθώς φρόντιζε να παρακολουθεί τα βήματά του. Το ότι η εμφάνιση στην Θεσσαλονίκη συνέπεσε με τη φυγή της, που ούτως ή άλλως θα ακολουθούσε, το θεώρησε απλώς ευτυχή συγκυρία. Την απουσία της Κατερίνας παραπάνω από τύχη.
Έφτασε στην άνω Τούμπα ευτυχώς γρήγορα. Το σπίτι που της παραχωρούσε η φίλη της ήταν ιδανικό, κυρίως επειδή εκείνη έλειπε τον περισσότερο καιρό και η Εύα έμενε μόνη της μέσα σε απόλυτη ησυχία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση βόλευε καθώς ήταν κοντά στην Πυλαία που θα εμφανιζόταν ο Ηλίας και η ίδια είχε μπροστά της ελάχιστες ώρες για να ετοιμαστεί.
Έκανε ένα μπάνιο. Χαλάρωσε λίγο και άρχισε να ετοιμάζεται. Ντύθηκε όμορφα, φόρεσε και το πιο καλό της χαμόγελο και ξεκίνησε για το μαγαζί που γινόταν το live. Κάθισε σε μια γωνιά και παρακολουθούσε χωρίς να αφήσει την παρουσία της να γίνει αντιληπτή. Μόνο στο διάλειμμα τον πλησίασε, για να του γνωστοποιήσει ότι ήταν εκεί και να του ζητήσει μια τελευταία βόλτα στην πόλη της. Να του δείξει όμως μόνο εκείνη ήξερε τη μαγεία της. Δέχτηκε όχι με ευκολία, αλλά με μεγάλη προθυμία.
Μετά το τέλος της παράστασης, χαιρέτισαν τα άλλα μέλη του γκρουπ και έφυγαν. Σταμάτησαν με το ταξί στην Εγνατία στο ύψος της Αγίας Σοφίας και από εκεί άρχισε η περιπλάνηση. Ανέβηκαν όλη την Αγίας Σοφίας, έφτασαν στα σκαλάκια στην αρχή της Άνω πόλης και χάθηκαν μέσα στα στενά. Παρ όλη την κούραση του δεν εξέφρασε την παραμικρή διαμαρτυρία. Άλλωστε η στάση στο ψιλικατζίδικο για κρασί και τσιγάρα τους είχε εφοδιάσει με όλα τα απαιτούμενα.
Κάποια στιγμή το δρομάκι έγινε εξαιρετικά έρημο και σκοτεινό. Ο Ηλίας κοντοστάθηκε Η Εύα συνέχισε απτόητη κι έκανε να στρίψει αριστερά σε ένα στενό που δεν είχε καθόλου φως. «Που πας; Δεν φοβάσαι; Φαίνεται κάπως επικίνδυνο» τη σταμάτησε πιάνοντας την από το μπράτσο. «Μη φοβάσαι. Οδηγεί σε αδιέξοδο αλλά δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.» τον καθησύχασε η Εύα.
Όντως βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Εκεί δίπλα στον κάδο που έστεκε ξεχασμένος ακούμπησε το κρασί και κάθισε οκλαδόν σε κάτι που έμοιαζε με πεζουλάκι. Του έκανε νόημα και κάθισε δίπλα της. Έπιναν, μιλούσαν και ενίοτε γελούσαν, καθισμένοι εκεί, φωτισμένοι μόνο από το αχνό φως του φεγγαριού. Δεν τον ρώτησε τίποτα για εκείνους. Γνώριζε μέσα της πως το μαζί, το δικό της μαζί, είχε χαθεί προ πολλού. Ένιωσε όμως την ανάγκη να τον ευχαριστήσει για τις όμορφες στιγμές που είχε ζήσει έστω για λίγο κοντά του και την αίσθηση της μοναδικότητας που της είχε προσφέρει.
Ξαφνιάστηκε. Δεν περίμενε αυτή την αντίδραση. «Περίμενα να θες τουλάχιστον να με βρίσεις.» απολογήθηκε εκείνος εξηγώντας της με λεπτομέρεια το πως η Κατερίνα υπήρχε στη ζωή του. Απλά ήταν περίεργα τα πράγματα τη στιγμή που γνώρισε την Εύα. Έδειξε μεγάλη κατανόηση. «Είσαι τόσο ήρεμη. Γιατί;» ρώτησε με ένταση στον τόνο της φωνής του. «Δεν θέλω να χαλάσω αυτό το τελευταίο βράδυ.» απάντησε ήρεμα εκείνη.
Η επόμενη ώρα τους βρήκε να έχουν μοιραστεί αποκαλύψεις, σκέψεις και όνειρα. Το μπουκάλι είχε τελειώσει και ο Ηλίας θεώρησε πως ήταν καιρός να πηγαίνουν. «Πίσω στην πραγματικότητα» είπε χαριτολογώντας Μα η δική του πραγματικότητα δεν περιελάμβανε την Εύα. Τα μάτια της άστραψα ν. Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τίποτα. Αστραπιαία άρπαξε το μπουκάλι και το προσγείωσε στο κεφάλι του. Έπεσε αναίσθητος στο πλάι με μια μικρή αμυχή στο κεφάλι του.
Η Εύα κοίταξε το μπουκάλι στα χέρια της. Το πέταξε και έπεσε προς τα πίσω. Ένιωσε κάτι αιχμηρό να μπήγεται στο χέρι της. Γύρισε και είδε κομμάτια από σπασμένο καθρέφτη πεταμένα διάσπαρτα δίπλα από τον κάδο. Πήρε τότε ένα κομμάτι και άρχισε να το μπήγει στο κορμί του Ηλία. Τα ρούχα του την εμπόδιζαν. Του έβγαλε το μπουφάν και τη μπλούζα και συνέχισε σαν μανιασμένη. Είχε γεμίσει τα χέρια της με αίμα και κομμάτια σάρκας. Το πέταξε και ξέσπασε σε λυγμούς.
Έλυσε τα μακριά μαλλιά του και τα άφησε να χυθούν στο πρόσωπο του. Πόσο ωραίος της φαινόταν ακόμα και τότε, ακόμα και έτσι. Πήρε ένα άλλο κομμάτι καθρέφτη και το πέρασε με μια κίνηση στην ευθεία του λαιμού του. Το αίμα πότισε το λαιμό και τα μαλλιά του. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του, τον χάιδεψε στο πρόσωπο και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Η γεύση του αίματος ενδυνάμωσε την αίσθηση της πίκρας με την όποια ούτως ή άλλως την είχε γεμίσει.
Τον κοίταζε για ώρα. Δεν κουνιόταν. Άνοιξε τότε την τσάντα της και έβγαλε το νυχοκόπτη της. Πήρε το δεξί του χέρι, το κράτησε στα δικά της και άρχισε να κόβει λίγο λίγο τα πετσάκια γύρω από τα δάκτυλα του. Συνέχισε να κόβει μέχρι που μάτωσαν, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό. Του έφαγε όλη τη σάρκα, μεθοδικά και ήρεμα μέχρι που έφτασε στο κόκκαλο.
Τότε θεώρησε πως του είχε κάνει αρκετή ζημιά και σταμάτησε. Όχι ότι θα ζούσε για να ξαναπαίξει κιθάρα, αλλά ήταν και αυτό μια ικανοποίηση, που θεώρησε πως έπρεπε να πάρει για τον εαυτό της. Το αριστερό χέρι το άφησε ανέπαφο. Δεν είχε ούτε χρόνο, μα κυρίως αντοχή για να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία.
Κάθισε για λίγο εκεί, ανάμεσα σε κομμάτια καθρέφτη, σάρκας και αίματος και σκεφτόταν. Το μάτι εστίασε στο μωβ σαλβάρι που φορούσε. «Καλά δεν κρύωνε;» αναρωτήθηκε, τη στιγμή που έκοβε ένα κομμάτι από το δεξί μπατζάκι του, τυλιγοντάς το στο ματωμένο χέρι της.
Έπειτα σκούπισε τα χέρια της από τα αίματα, έψαξε στην τσάντα της και βρηκε το ψαλιδάκι της. Έκοψε μερικές μπούκλες των μαλλιών του, τις έβαλε στην τσέπη της, μαζί με το κομμάτι από το σαλβάρι και άρχισε να κατηφορίζει προς την παραλία.
Εκεί κάνοντας την αγαπημένη της διαδρομή, κατά μήκος της παραλίας άρχισε να σκορπά τις μπούκλες του στον θερμαϊκό. Όταν έφτασε στο ύψος της Τούμπας, που έπρεπε να αρχίσει την ανάβαση προς το σπίτι κοντοστάθηκε. Κράτησε για λίγο μια τούφα στην παλάμη της. Την πλησίασε στη μύτη της και αφού έβγαλε το κομμάτι από το σαλβάρι, την τύλιξε μέσα κι το έδεσε κόμπο. Το έβαλε στην τσέπη και άρχισε να ανεβαίνει, σκεπτόμενη πως και η ίδια ήταν όμοια με αυτό το κομμάτι υφάσματος.
Έτσι την είχε αφήσει ο Ηλίας, ανάμεικτη από χαρά και πίκρα, όπως το αίμα και τα μαλλιά του, τυλιγμένα στην μικρή ανάμνηση πως κάποτε υπήρξε, αφήνοντας στην σκέψη την απόχρωση του μωβ.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Έρωτας α λα κουραμπιέ


Ήταν 7.30 το απόγευμα. Το θερμόμετρο ήταν για μέρες κολλημένο στους 39 βαθμούς κελσίου, αλλά αυτό δεν μου είχε επιτρέψει να παρεκλίνω από το αρχικό μου σχέδιο. Έτσι βρισκόμουν εκεί, με τα μαύρα γυαλιά μου, να ακουμπώ στον κορμό ενός δέντρου. Ήμουν διαγώνια από την έκκλησια, σε σημείο που είχα καλή θέα, χωρίς όμως η δική μου παρουσία να γίνεται αντιληπτή. Τη σκιά που έριχνε το δέντρο τη θεώρησα απλώς ευτυχή σύμπτωση. Θα έμενα ακόμα κι αν κίνδυνευα με θερμοπληξία.
Είχα πάει αρκετά νωρίς για να είμαι σίγουρη πως θα τον πετύχαινα εκεί. Περίμενα αρκετή ώρα μέχρι να κάνει την εμφάνισή του στην είσοδο της εκκλησίας. Ταράχτηκα. Όχι ότι είχα καιρό να τον δω, αλλά φάνταζε ιδιαίτερα όμορφος και κομψός στο μπεζ κοστούμι του. Με εκείνη την πρόσθετη νότα από κάτι το απόκοσμο που ούτως ή άλλως τον χαρακτήριζε. Τα μάτια μου κόλλησαν για δευτερόλεπτα στην ανθοδέσμη που κρατούσε στα χέρια του, αλλά δεν τους επέτρεψα να κλάψουν. Είχαν ρίξει ήδη αρκετό κλάμα για τον συγκεκριμένο κύριο.
Έβλεπα τον Παύλο να χαμογελάει μηχανικά χωρίς προσπάθεια να κρύψει το άγχος του. Όταν το χέρι του κινήθηκε μηχανικά προς την ραφή του παντελονιού του μειδίασα. Πάντα η ίδια κίνηση όταν ένιωθε αγχωμένος ή πιεσμένος. Πάντα τα ακροδάχτυλά του να παίζουν αμήχανα και νευρικά με την ραφή. Την εικόνα γρήγορα συμπλήρωσε το πλήθος του κόσμου που άρχισε να συρρέει στην εκκλησία. Οι φίλοι του τον πείραζαν. Δεν άκουγα, αλλά καταλάβαινα από τις εκφράσεις των προσώπων τους. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι. Η ώρα πλησίαζε. Καθυστέρησε περίπου ένα τέταρτο. Με ηρέμησε η αναμονή. Η ιδέα, πως κάποια τον είχε κάνει έστω για λίγο να την περιμένει. Με μόνη διαφορά πως ήταν για λίγο και με αποτέλεσμα, ενώ εγώ τον περίμενα για χρόνια χωρίς κανένα.
Στο άκουσμα της κόρνας πάγωσα. Είδα το αυτοκίνητο να σταματάει και εκείνη να βγαίνει. Νόμιζα πως δεν μπορoύσα να αναπνεύσω. Τα πόδια μου είχαν ήδη ετοιμαστεί για φυγή. Έσφιξα τα δόντια και κρατήθηκα γερά από το δέντρο. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πως θα αντέξει. Ανέβαινε με άνεση και χάρη τα σκαλιά. Όλα τα βλέμματα ήταν καρφωμένα πάνω της. Για μια στιγμή σκέφτηκα να με ξαμολύσω πάνω της, αλλά συγκρατήθηκα.
Όταν βρέθηκε κοντά του, ο τρόπος που την κοίταζε δεν μου άφησε περιθώριο επιλογής. Όχι ότι μου είχε αφήσει ποτέ εκείνος. Απόμεινα βουβή να τους κοιτάζω μέχρι να μπουν στο ναό. Έφυγα αφού τελείωσε η τελετή. Ο κύκλος πλέον είχε κλείσει.
Έφτασα σπίτι με ένα περίεργο συναίσθημα. Έβαλα χαμηλή μουσική, έφτιαξα ένα ποτό και άναψα τσιγάρο. Οι σκέψεις έφευγαν μαζί με τον καπνό μου. Είχα καιρό να νιώσω έτσι. Θυμήθηκα την τελευταία φορά. Ήταν όταν είχα αποφασίσει να βγάλω τον Γιώργο από τη ζωή μου. Ήταν τόσο έντονες οι μνήμες. Εκείνος απεναντί μου να υπερασπίζεται ένα μέλλον κοινό και όλα όσα ένιωθε για μένα. Εμένα σιωπηλή να ακούω και την απάντηση βαθιά ριζωμένη μέσα μου. Θα μπορούσα να κουρνιάσω δίπλα του σαν σπουργίτι που ζητάει προστασία, αλλά ποτέ δεν ήμουν έτσι. Είχα μετατραπεί σε αρπακτικό και σαν τέτοιο του χάραξα το μάγουλο, με μια πληγή όχι βαθιά αλλά εμφανή, όπως εκείνες που μου είχε αφήσει ο Παύλος.
Εκείνο το βράδυ έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Αποφασίζοντας να μείνω με τις παλιές πληγές μου και την πεποίθηση πως ο Παύλος θα γυρνούσε. Και τώρα βρισκόμουν στον καναπέ όχι μόνο με μια αίσθηση κενού, αλλά με την ελπίδα μιας επιστροφής που είχε χαθεί λίγες ώρες πριν στα σκαλιά της εκκλησίας.
Θύμωσα με τον εαυτό μου. Το μυαλό μου θόλωσε και έσπασα το μουκάλι με το κρασί που είχα ανοίξει. Κράτησα το σπασμένο μπουκάλι στα χέρια μου και ξαφνικά βρέθηκα να χαρακώνω το μπάτσο μου. Μάλλον χτύπησα κάποια φλέβα. Στις πρώτες σταγόνες που πότισαν τη μοκέτα τρόμαξα. Έτρεξα στο μπάνιο, άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας και έβαλα το χέρι μου από κάτω. Δεν ξέρω αν κοιμήθηκα ή αν λιπυθύμησα, αλλά όταν συνήλθα πρέπει να είχε περάσει αρκετή ώρα. Η αιμμοραγία είχε σταματήσει αλλά ένιωθα το χέρι μου μουδιασμένο. Σηκώθηκα και το έδεσα με έναν επίδεσμο.
Επέστρεψα στη ζεστασιά του καναπέ αλλά η διάθεσή μου δεν είχε καλυτερέψει. Είχα συνηθίσει να με πληγώνει ο Παύλος, ακόμα και να το προκαλώ εγώ στον εαυτό μου, αλλά με αυτόν τον τρόπο ξεπερνούσε κάθε λογικό όριο. Έπινα και άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Ώρες ποτού και τσιγάρων μετά τα είχα ξεκαθαρίσει.
Μου χρωστούσε μια τελευταία συνάντηση και θα την διεκδικούσα. Ευτυχώς είχα άψογη ενημέρωση για τις κινήσεις του μέσω κάποιου κοινού φίλου. Έτσι ήξερα ότι θα έφευγαν για μήνα του μέλιτος το βράδυ της μεθεπόμενης μέρας του γάμου. Είχα μπροστά μου μια ολόκληρη μέρα και ένα απόγευμα να το οργανώσω.
Η συνάντηση κλείστηκε μέσω μηνυμάτων. Στην αρχή ήταν όπως πάντα διστακτικός. Όταν όμως του διηγήθηκα τι είχα κάνει υπέκυψε. Μου είχε αδυναμία, γεγονός που εκμεταλλεύτηκα.
Δεν είχα καταλήξει τι θα έλεγα και πως. Περιφερόμουν στο σπίτι σαν ψυχωτική γυρεύοντας λύσεις. Ανοιγόντας το νουλάπι προς ανεύρευση κάποιου φαγώσιμου μου ήρθε η ιδέα. Τρελαινόταν για κουλουράκια. Τα δικά μου κουλουράκια που επέμενα να φτιάχνω με τις φόρμες που κανονικά χρησιμοποιούμε για τους κουραμπιέδες. Ένιωσα να χαλαρώνω και αποφάσισα να επιβραβεύσω τον εαυτό μου με ένα ποτήρι κρασί. Ήταν από τις αγαπημένες μου συνήθειες να πίνω ενώ μαγειρεύω.
Αρκετή ώρα μετά, δεν ήμουν σίγουρη αν τα είχα φτιάξει όλα όπως επιθυμούσα. Ίσως στην πράξη να δικαιωνόμουν. Ακούμπησα τις φόρμες προσεκτικά στο τραπέζι και πήγα να ετοιμαστώ. Ντύθηκα, άναψα τα κεριά μου, έβαλα μουσική να παίζει και κάθισα στον καναπέ. Δεν θα αργούσε. Πάντα ήταν συνεπής. Όμως τη στιγμή που στεκόμουν στην πόρτα έτοιμη να του ανοίξω, ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς μου να ανέβαινουν. Δεν ήξερα αν θα κατάφερνα αυτή τη συνάντηση μέχρι τέλους.
Μπήκε μέσα με ένα ύφος καχυποψίας και επιφύλαξης. Κάθισε με το ζόρι και μιλούσε γρήγορα σαν να επρόκειτο να διεκπεραιώσει κάτι, παρά να συνομιλήσει. Για πρώτη φορά δεν χρησιμοποίησε τα τετριμμένα. Ήταν λακωνικός και απότομος. Ήθελε να βάλει το οριστικό τέλος. Δεν άκουγα από ένα σημείο και μετά. Στο τρίτο ποτήρι σηκώθηκε να φύγει. Έπρεπε να κινηθώ άμεσα. Τον έπεισα να μείνει για λίγο ακόμη. Πήγα κοντά του και του έδειξα το κασκόλ που μου είχε χαρίσει. Δεν κατάλαβε την κίνησή μου. Το έδεσα γύρω από το λαιμό του.
Μου έπιασε τον καρπό λέγοντάς μου πως δεν το ήθελε πίσω. «Μα δεν έχω σκοπό να στο επιστρέψω.» του είπα, κοιτάζοντάς τον με μάτια που έβγαζαν φλόγες, Η τρομαγμένη του έκφραση μου έδωσε θάρρος. Άρχισα να σφίγγω σφιχτά τις άκρες του κασκόλ. Αντίσταθηκε, αλλά η μανία μου ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να σταματήσει. Σε λίγη ώρα έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Τουλάχιστον όχι με αυτόν τον τρόπο.
Τον ξάπλωσα στο πάτωμα και πήγα στην κουζίνα να φέρω τις φόρμες. Η μία μου έσκισε λίγο χέρι. Πόνεσα στιγμιαία, αλλά χάρηκα που τελικά τις είχα λιμάρει όσο έπρεπε. Γονάτισα δίπλα του. Του έβγαλα προσεκτικά τη μπλούζα, έπιασα το μπράτσο του, το κράτησα στο δεξί μου χέρι και με το αριστερό πίεσα τη φόρμα σε σχήμα ρόμβου στο δέρμα του. Ρυάκια αίματος άρχισαν να διαγράφουν το χέρι του. Συνέχισα να μπήγω τη φόρμα σε διάφορα σημεία, δημιουργώντας ακανόνιστα σχήματα.
Κάποιια στιγμή άρχισε να δυσκολεύει. Η κολλημένη σάρκα με εμπόδιζε να την εφαρμόσω σωστά και βαθιά στο επόμενο σημείο που ήθελα. Ο εκνευρισμός μου ανέβασε την αδρεναλίνη. Είχα τελειώσει με τα χέρια αλλά άρχισα σαν μανιακή να επεκτείνομαι στο υπόλοιπο σώμα. Ώρα μετά είχα γεμίσει με αίματα και κομμάτια σκισμένης σάρκας. Το μόνο που είχε μείνει άθικτο ήταν το πρόσωπο και ο θώρακας. Αυτόν όμως τον είχα αφήσει επίτηδες για το τέλος.
Πήρα τη φόρμα σε σχήμα καρδιάς και την έμπηξα γερά στην καρδιά του. Το αίμα ξεχύθηκε σαν πήδακας γεμίζοντας το πρόσωπό μου. Η καυτή αίσθηση μου ξύπνησε ένα αίσθημα ζεστασιάς που είχα καιρό να νιώσω. Πέταξα τη φόρμα και ακούμπησα στο στέρνο του κλαίγοντας με λυγμούς.
Άρχισα να σκέφτομαι εκείνον, το γάμο του, τη γυναίκα του και έπειτα εμένα. Λυπήθηκα γι’ αυτήν, αλλά για μένα δεν με ένοιαξε. Τίποτα. Ούτε πως θα τον έβρισκαν, ούτε τι θα γινόταν μετά. Ήξερα πως όπου κι αν με έβρισκε η επόμενη μέρα και οι υπόλοιπες μετά από αυτήν, θα ήμουν όπως με θυμόμουν τα τελευταία χρόνια. Μόνη, με την ελπίδα της επιστροφής του, όχι χαμένη, αλλά πεθαμένη από δική μου αυτή τη φορά επιλογή.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

Αρχή


Με θυμάμαι να κάθομαι στα παγωμένα σκαλιά της εισόδου, να κοιτάζω τα καυτά μου χέρια και να βυθίζω το πρόσωπό μου σε αυτά. Την όμορφη αίσθηση που ένιωσα, χωρίς να έχω συναίσθηση του τι είχε συμβεί. Έκλαψα πολύ. Κάποια στιγμή πήρα μια βαθιά ανάσα και αποφάσισα πως έπρεπε να μπω στο σπίτι και να αντικρίσω την αλήθεια. Ακόμα και αν μου ήταν παραπάνω από οδυνηρή.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μα μπήκα διστακτικά σαν τον κλέφτη. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον καναπέ. Μου ήρθαν εικόνες από τα ήσυχα βράδια που τα περνούσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ. Πλησίασα στην αριστερή γωνία του. Εκεί κούρνιαζα συνήθως. Μέχρι που ερχόταν εκείνος. Με έχωνε στην αγκαλιά του και ένιωθα την ανάσα του καυτή. Μετά την ζεστή του γλώσσα να περιτρέχει το λαιμό μου και να κατεβαίνει αργά προς το στήθος. Τα χέρια του να περιεργάζονται τα δικά μου, μέχρι που έφτανε στο ύψος του αφαλού μου. Δεν είχε κουράγιο να πάει παρακάτω. Η έξαψή του άγγιζε πάντα σε εκείνο το σημείο τα όρια του. Μετατρεπόταν σε ζώο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μου έβγαζε τα ρούχα με μανία και με έπαιρνε εκεί στον καναπέ. Το πρόσωπό του ήταν χωμένο στο δικό μου και τον άκουγα να βαριανασαίνει στο αυτί μου. Μέχρι το τέλος, μέχρι τον τελευταίο και πιο βαθύ στεναγμό του.
Ξαφνικά η εικόνα θόλωσε. Με θυμήθηκα στην ίδια θέση, χωρίς εκείνον, χωρίς ένταση και χωρίς καμία ηδονή. Μόνο ένα παράπονο κάθε φορά που αργούσε και ένα πόνο για κάθε φορά που δεν ερχόταν. Και δεν ήταν ότι σταμάτησα να περιμένω. Που κουράστηκα να μην είναι εκείνος που ήταν, είναι που με ενοχλούσε.
Τον ήξερα περισσότερο από ότι νόμιζε για να μην καταλάβω την διαφορά. Δεν ήταν που ξαφνικά δούλευε πιο πολύ και έμενε μέχρι αργά στο γραφείο. Ήταν που είχε σταματήσει να με επιθυμεί. Εκεί κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχα όμως το σθένος να κάνω μια κουβέντα μαζί του. Δεν ξέρω και γω τι περίμενα τελικά. Ήταν δεδομένο πως αυτή η κατάσταση δεν θα τραβούσε για καιρό. Οι σκηνές ζηλοτυπίας από μεριάς μου είχαν γίνει καθημερινή ρουτίνα. Δεν θα άντεχε σε αυτή την πίεση για καιρό. Και δεν ήταν ότι ήθελα να τον ζορίσω, απλά δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένιωθα πως μου είχε κόψει όλες τις διεξόδους επικοινωνίας. Και έμεινα να περιμένω μία κίνηση από εκείνον για να ακολουθήσω.
Δεν άργησε να την κάνει. Είχε μέρες να φανεί από το σπίτι. Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όχι πως φοβόμουν μην τον χάσω, αυτό μπορούσα να το προβλέψω. Που θα έφευγε χωρίς εξήγηση ήταν που δεν μπορούσα να διαχειριστώ, γεμίζοντας με αναπάντητα γιατί. Και είχα αρκετά πριν τον γνωρίσω. Μα μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα προσθέσει άλλα. Και γω τον πίστεψα. Και τώρα είχα μείνει με μια κενή γωνία στον καναπέ και την σκιά του.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσες μέρες βρισκόμουν στην ίδια θέση σε άθλια κατάσταση στον καναπέ. Όταν άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα νόμισα πως έχω παραισθήσεις. Μόνο όταν τον είδα μπροστά μου βεβαιώθηκα πως δεν τα είχα χάσει τελείως. Στεκόταν εκεί με το ατσαλάκωτο κοστούμι του και με κοίταζε. Το βλέμμα του είχε ένα ίχνος λύπησης αλλά δεν είχα κουράγιο να το αντιταχθώ. «πρέπει να μιλήσουμε» μου πέταξε κοφτά, πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε ποτά και για τους δυο μας και επέστρεψε. Είχα έστω τον ελάχιστο να ανασκουμπωθώ για να τον αντιμετωπίσω.
«Έχω θέμα με τους γονείς μου.» στο άκουσμα αυτής της φράσης μπορούσα με άνεση να μαντέψω τη συνέχεια. Τον πίεζαν να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, παιδιά και να υπερασπισθεί το καλούπι που οι ίδιοι χρόνια προσπαθούσαν να του χτίσουν. Και φυσικά εγώ δεν ανταποκρινόμουν με τίποτα σε αυτό το στυλάκι. Εμένα δεν μπορούσε καν να με εμφανίσει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.
Δεν ήταν όμως αυτό που με πείραξε. Με ενόχλησε που στις δικές τους πιέσεις υπέκυψε στο δικό τους θέλω, ενώ σε ανάλογη δική μου πίεση είχε αρχίσει να τρέπεται να άτακτη φυγή. Ίσως τελικά να μην είχα επίδραση πάνω του. Προσπάθησα να δείξω πως το δέχτηκα αξιοπρεπώς, περιμένοντας να φύγει για να ξεσπάσω σε θρήνο. Μου στέρησε και αυτό το δικαίωμα. Μέσες άκρες μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, αλλά να ακολουθήσει το τρυπάκι των γονιών του. Θα παντρευόταν, θα άνοιγε το ωραίο σπιτικό του και εγώ θα έπαιρνα το ρόλο του παράνομου έρωτα. Το παρουσίασε πολύ ωραία. Λες και δεν θα άλλαζε τίποτα, παρά μόνο το ότι δεν θα κοιμόμασταν μαζί κάθε μέρα. Δεν ξέρω ποιόν προσπαθούσε να κοροϊδέψει. Εμένα ή τον εαυτό του.
Δεν μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο κι ας ήξερα πως δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ τόσο εύκολα. Έφυγε και έμεινα σε ένα έρημο σπίτι με την προοπτική του ότι θα βρισκόμαστε. Το σε ποια βάση είχε μείνει ασαφές και από τους δυο μας. Δεν τον ενόχλησα για αρκετό καιρό. Τον άφησα να με αναζητήσει εκείνος, με πολύ κλάμα διότι θεωρούσα δεδομένο πως δεν θα το έκανε. Διαψεύσθηκα. Το έκανε και αρχικά με γέμισε με μεγαλύτερη χαρά από όση μπορούσα να θυμηθώ όσον καιρό ήμασταν μαζί. Σύντομα όμως διαπίστωσα τις πραγματικές διαστάσεις των πράξεων του.
Η συζυγική ζωή είτε δεν του πήγαινε είτε δεν την ήθελε. Ερχόταν και αφού κάναμε έρωτα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος όπως πάντα, κούρνιαζε σαν γατί πλάι μου και έκλαιγε για το πόσο άσχημα περνάει. Ένιωσα ο απόλυτος κυρίαρχος. «Επιτέλους, κατάλαβε το λάθος του.» έλεγα στον εαυτό μου. Μα δεν ήταν έτσι. Με είχε βρει σαν μια διέξοδο στην δική του άσχημη κατάσταση και με χρησιμοποιούσε για πολλοστή φορά. Δυστυχώς δεν το κατάλαβα έγκαιρα. Μου πήρε καιρό να τραβήξω την κουρτίνα της αλήθειας. Μόνο όταν άρχισα να τον ρωτάω για το πώς είχε σκοπό να βγει από αυτήν την κατάσταση κατάλαβα πως δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει.
Το σκέφτηκα πολύ και καλά. Απλά περίμενα πότε θα ερχόταν από το σπίτι. Καθίσαμε και ήπιαμε το ποτάκι μας συζητώντας όπως κάναμε πάντα. «τι γίνεται με μας;» ρώτησα. «Τι εννοείς; Απλά περνάμε καλά. Όπως κάναμε πάντα.» μου απάντησε. «Και εκείνη; Θα είναι για πάντα ανάμεσά μας;» ανταπάντησα με νεύρο. «Δεν είναι ανάμεσα μας. Δεν ήταν ποτέ. άλλο εμείς.» μου είπε με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή. Δεν χρειαζόμουν να ακούσω κάτι άλλο. Κατάλαβα τι εννοούσε, όπως και το τι θα γινόταν από δω και πέρα. Αλλά δεν είχα σκοπό να παίξω αυτό το ρολάκι.
Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Τι έπαθες;» με ρώτησε. Δεν απάντησα. Άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. Τον ξάπλωσα στον καναπέ και συνέχισα να του προσφέρω μια ηδονή, που ήξερα πως την επιθυμούσε. Τον φιλούσα στο αυτί ενώ με το χέρι μου πίεζα το λαιμό του. Όταν ένιωσα ότι είχε ανάψει αρκετά σταμάτησα. Κράτησα το κεφάλι στα χέρια μου και έμεινα να τον κοιτάζω. Του έδινα έτσι τη δυνατότητα να πάρει τα ηνία. Πάντα του άρεσε άλλωστε. Μου έβγαλε τη μπλούζα και με πέταξε με δύναμη στην άλλη άκρη του καναπέ.
Λίγο πριν πέσει πάνω μου με δύναμη, του ζήτησα να πάμε στο δωμάτιο. Συμφώνησε σιωπηλά. Βρεθήκαμε στο διπλό κρεβάτι που για καιρό στέγαζε τον έρωτά μας. Αναζητήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς βιασύνη, προτάσσοντας μόνο την επιθυμία. Υπήρχε μόνο ένα πάθος συνδυασμένο με άγχος να προλάβουμε να κάνουμε όλα όσα θέλαμε. Εκείνος δεν ήξερα γιατί το είχε. Για τον εαυτό μου ήξερα πολύ καλά. Ανέβηκα πάνω του και άρχισα να τον φιλάω και να τον δαγκώνω με μανία. Τύλιξα τη ρώγα του στα δόντια μου και δεν σταμάτησα μέχρι να ματώσει. Ξαφνιάστηκε. Ποτέ δεν είχαμε ξεπεράσει τα όρια. Δεν αντέδρασε όμως. Ίσως είχε διαισθανθεί ότι αυτό ήταν το τελευταίο μας βράδυ μαζί.
Τότε έγινε πιο επιθετικός. Με ξάπλωσε ανάσκελα και μπήκε μέσα μου με βία. Ένιωθα το χέρι του να πιέζει την πλάτη μου. Μέχρι που άπλωσε και τα δυο του χέρια στην πλάτη μου και με πίεσε με δύναμη στο στρώμα καθώς τελείωνε. Μείναμε έτσι για ώρα. Εγώ όμως έπρεπε να κάνω αυτό που είχα εξαρχής στο μυαλό μου. Τον ξάπλωσα ανάσκελα και άρχισα να του φιλάω το λαιμό πηγαίνοντας προς τα κάτω. «δεν μπορώ άλλο.» μου είπε, αλλά εγώ δεν άκουγα. Ήξερα πως μπορούσα να τον καυλώσω ξανά.
Όταν ανταποκρίθηκε είχα περάσει σε άλλη διάσταση. Λικνιζόμουν επάνω στο κορμί του. Εκείνος ένιωθε την ηδονή αλλά δεν είχε τρόπο να αντιδράσει. Έγειρα τον κορμό μου στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού. Άρπαξα το ψαλίδι που είχα κρύψει κάτω από το κρεβάτι και το κράτησα μπροστά του. Πριν προλάβει να ρωτήσει το οτιδήποτε άρχισα να το καρφώνω με μανία στο κορμί του. Στο στήθος του, στα πλευρά του και τελικά στην καρδιά του. Το αίμα άρχισα να χύνεται καυτό στα σεντόνια μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Το κρατούσα κλειστό και συνέχισα να το μπήγω πάνω του. Είχε όμως ακόμη τις αισθήσεις του. «Χρήστο γιατί;» κατάφερε να ψελλίσει πριν λιποθυμήσει. «γιατί ποτέ δεν με υπερασπίστηκες ως επιλογή σου.» απάντησα κλαίγοντας.
Συνήλθα και μπήκα στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να εξαφανίσω κάθε ίχνος όχι του ότι ήταν εδώ, αλλά του ότι υπήρξε.

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Για σένα και μόνο


Άνοιξα τα μάτια με μια παράξενη αίσθηση ευφορίας. Νόμιζα πως κοιμόμουν για αιώνες. Και τότε έντρομη κοίταξα το ρολόι. Το γαμημένο δεν χτύπησε. Με είχε πάρει ο ύπνος, για τα καλά. Φοβήθηκα πως δεν θα προλάβαινα. Την ώρα που έφτιαχνα τον καφέ μου ξέπσασα σε γέλια. Για πόσα πράγματα φοβόμουν τον τελευταίο καιρό; Τα περισσότερα χωρίς καν αφορμή. Απλά έτσι για να λέω πως φοβάμαι. Ο σημερινός όμως φόβος είχε αφορμή, όπως είχε και αιτία.
Με έλουζε κρύος ιδρώτας στην προοπτική να μην προλάβω να σου μιλήσω. Να σου πω όλα εκείνα που ήθελα. Ρούφηξα τον κάφε σε δυο γουλιές. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Γαμώτο. Δεν είχα καν καταλήξει στο τι θα φορόυσα. Δεν πτοήθηκα. Πήγα μηχανικά στο δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα και κοκκάλωσα. Πόσα χρόνια είχα να έρθω σε αυτό το σπίτι; Και γιατί αντί για την βαλίτσα άνοιξα την ντουλάπα; Τι νόμιζα ότι θα έβρισκα; Εκνευρίστηκα με τις σκέψεις μου. Δεν έπρεπε να τις αφησω να με εξουσιάζουν. Το έκανα με επιτυχία στο παρελθόν, αλλά είχαμε χαλάσει τις φιλικές μας σχέσεις προ πολλού.
Την έκλεισα με ορμή και βρέθηκα στη βαλίτσα μου. Ευτυχώς είχα μαζί μου ελάχιστα οπότε αυτό περιόριζε την επιλογή και συνακόλουθα και τη σκέψη μου. Ντύθηκα βιαστηκά και ξαναπήγα στην κουζίνα. Παλιότερα προσευχόμουν για ένα πρωινό μόνη μου σε αυτήν. Και τώρα που το είχα δεν άντεχα την ώρα να φύγω, μάλλον όχι να φύγω να εξαφανιστώ. Σύντομα όμως θα γινόταν και αυτό. Χρειαζόμουν απλά λίγο χρονο. Είχα σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια σκεπτόμενη τι θα σου πω. Δεν μπορούσα ξαφνικά να το πάρω αψήφιστα. Έπρεπε κάπως να προετοιμαστώ.
Μα οι λέξεις μέσα μου έμοιαζαν να βουλιάζουν. Με έπιασε φρίκη. Την προηγούμενη στιγμή πάλευαν να βγουν στο φως και τώρα δεν μπορούσα να τις βάλω σε τάξη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήθελα να σου πω. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τη μορφή σου. «Μα, δεν τα ξέρεις όλα;» σε ρώτησα και εσύ σιώπησες. Σαν να μην είχες απάντηση. Σαν να ήθελες να τα ακούσεις. Όχι για επιβεβαίωση, μα για να τα κρατήσεις τελευταία στη μνήμη σου. Και ξέρω πως δουλεύει ετούτη η κυρία. Μπορεί να σε προδώσει με τον πιο ανελέητο τρόπο. Αν της πεις κάτι μια φορα, ισχύριζεται πως δεν το άκουσε. Από την επανάληψη όμως δεν μπορεί να κρυφτεί.
Άλλωστε και εγώ γι’ αυτό είχα έρθει. Για μια επανάληψη. Εγώ να θυμήθω το παρελθόν που νοστάλγησα και εσύ να ακούσεις όλα εκείνα που έκρυβα για χρόνια. Ή καλυτερα όλα εκείνα που νόμιζα πως έκρυβα. Γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να σου κρυφτώ. Πάντα ήξερες. Πάντα καταλάβαινες. Μα σπάνια μιλούσες. Άφηνες την παρουσία σου να αιωρείται σε πράγματα και καταστάσεις. Και απλά άπλωνες το χέρι, άνοιγες την αγκαλιά σου και εγώ χανόμουν μέσα της. Σε αυτό το αίσθημα ασφάλειας που μου εξασφάλιζες.
Θυμήθηκα τότε όλες τις φορές που νόμιζα πως ΕΣΥ δεν φοβόσουν. Και τότε μου ήρθε η εικόνα από το τρεμάμενο χέρι σου μέσα στο δικό να φοβάται. Για το τώρα, το μετά, για όλα. Και γέλασα. Μήπως και συ δεν είσαι άνθρωπος; Κι όμως πολλές φορές με ξεγέλασες.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπροστά. Πάτησα τέρμα το γκάζι. Δεν είχα σκεφτεί ακόμα τι θα σου πω. Αλλά παρόλα αυτά βιαζόμουν να βρεθώ δίπλα σου. Πάρκαρα και ένιωθα τον ήλιο να μου χτενίζει το πρόσωπο. Περπάτησα προς το μέρος σου και αφέθηκα στη ζεστασιά του. Με ηρέμησε. Αρκετά μέχρι να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να σε αντιμετωπίσω.
Κάθισα πλάι σου. Άρχισα να γελάω, γιατί δεν είπα τίποτα. Καθόμουν εκεί, χωρίς να μιλάω. Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν είχα τίποτα να πω. Αλλά, δεν υπήρχε λόγος. Όλα όσα σκεφτόμουν, που δεν είχα πει ή σου είχα αποκρύψει, όλα εμπεριέχονταν σε μια λέξη που δεν τσιγκουνεύτηκα ποτέ. Ίσως είχα καιρό να στην πω. Μα από φόβο μην γίνω κουραστική.
Και τότε πάγωσε το γέλιο μου. Με πλημμύρισαν δάκρυα και σκύβοντας κοντά σου, σου ψιθύρισα «Σ’ αγαπώ».
Ακούμπησα το ζεστό μου χέρι στο παγωμένο μάρμαρο, φίλησα τη φωτογραφία σου, φόρεσα τα γυαλιά μου και έφυγα.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Αυτό για μένα

Χάνομαι σε άγνωστους δρόμους
περπατώ σε καινούριες οδούς
ξένα διαμερίσματα
ξύλινα πατώματα
ψυχρά σώματα
που δίνονται με άνεση
προσφέροντας εφήμερες
όχι όχι απολαύσεις....
στιγμές....
δεν θέλω να τις κρίνω
μα ούτε νομίζω πως μπορώ
τους φέρομαι σαν ν' ανήκουν σε άλλον
κοιμάμαι και θυμάμαι
πετιέμαι ιδρωμένη
όχι που δεν ξέχασα
μα που η μνήμη τις έντυσε οικείες

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009

Πανσέληνος


Είναι αυτές οι νύχτες

που μια επιθυμία έχω.

Να πάρω το σκαρί μου,

αυτό που δεν θέλει κουπιά.

Του φτάνει ένα ζευγάρι φτερά....

μα τα δικά μου είναι τσακισμένα.

Γυρίζω στο κρεβάτι,

αγκαλιάζω το κενό,

όχι για να παρηγορηθώ,

μα για να σε ταυτίσω!

Και αγκάλιαζω εκείνο το όνειρο,

το ίδιο που ντύνεται εφιάλτης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Η κοπέλα που δεν είχε μνήμη


Του ζήτησα να με κάνει μια μικρή βόλτα πριν με οδηγήσει στον τελικό προορισμό μου. Άνοιξα ελαφρώς το παράθυρο και αφέθηκα στη δροσιά του αέρα της καλοκαιρινής νύχτας. Έπαιζα αμήχανα, σχεδόν νευρικά με τα κλειδιά που κρατούσα στα χέρια μου. Σύντομα θα είχα, αν όχι απαντήσεις, στην καλύτερη αναμνήσεις, που ήλπιζα να ξυπνήσουν. Αφέθηκα στο δερμάτινο κάθισμα και περίμενα να φθάσουμε. Κοιτάζοντας την πόλη ντυμένη στα βραδινά της δεν κατάφερα να μην σκεφτώ το πως βρισκόμουν εκεί που βρισκόμουν.
Είχα ξυπνήσει ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Έχοντας πλήρη άγνοια του που ήμουν και με εντυπωμένο το ένστικτο του φόβου, ξέσπασα σε λυγμούς. Δύο ηρεμιστικές ενέσεις, με είχαν αφήσει και πάλι στην ασφαλή αγκαλιά του Μορφέα. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Μόνο στο γαλήνιο πρόσωπο του Παύλου, που παρά την άσπρη του ποδιά για κάποιο λόγο το ένιωθα οικείο, ηρέμησα κάπως.
Και τότε άρχισαν οι ερωτήσεις. Το φόβο διαδέχθηκε η περιέργεια. Ο Παύλος όχι μόνο ως γιατρός μου, αλλά και σαν άνθρωπος ήθελε να με βοηθήσει. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχαν σύμμαχοι σε αυτόν του τον αγώνα. Τα στοιχεία που είχα επάνω μου την μέρα του ατυχήματος ήταν παραπάνω από ελλιπή και η δική μου μνήμη ανύπαρκτη. Ούτε καν ασύνδετα κομμάτια και εικόνες από κάποια ζωή περασμένη. Με είχε σώσει η καλοσύνη ενός άντρα εντελώς άγνωστου, που αν και δεν είχε καταφέρει να πάρει τις πινακίδες του αυτοκινήτου που με χτύπησε, εντούτοις είχε φροντίσει για την μεταφορά μου στο νοσοκομείο. Το μόνο που είχα ήταν μια ακατανίκητη επιθυμία να αναρρώσω για να φύγω. Ο προορισμός μου ήταν φυσικά άγνωστος, αλλά πίστευα πως το ένστικτό μου θα με οδηγούσε. Αν όχι σωστά, τουλάχιστον εκεί που όφειλα να πάω.
Κάπως έτσι κύλησαν αρκετοί μήνες. Και έφτασε η στιγμή που σωματικά είχα αναρρώσει πλήρως και δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί την παραμονή μου στο κέντρο αποκατάστασης. Στο άκουσμα αυτού από τον Παύλο τα μάτια μου άστραψαν από χαρά. ‘Έπειτα βυθίστηκα πάλι στο σκοτάδι. Να έφευγα, ναι, Αλλά να πήγαινα πού; Παρ’ όλες τις ανακοινώσεις και δημοσιοποιήσεις φωτογραφιών μου στα δελτία ειδήσεων, δεν είχαμε μέχρι τότε το παραμικρό στοιχείο, που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την ταυτότητα μου.
Έτσι, πήρα μια μικρή παράταση χρόνου και μια καινούρια ταυτότητα. Άννα με ονόμασαν. Ιδέα του Παύλου. Έλεγαν έτσι την αδερφή του. Είχε φύγει ένα βράδυ ξαφνικά δίχως μια λέξη. «Όπως έχασα μια Άννα, έτσι ξαναβρήκα μια άλλη.» έλεγε και εγώ απλά χαμογελούσα. Δεν ήταν ότι δεν μου άρεσε το όνομά, αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν μου ταίριαζε. Είχε κάνει όμως τόσα πολλά για μένα, που το θεώρησα μικρό αντάλλαγμα. Έτσι το δέχτηκα και άφησα τις τελευταίες μου μέρες εκεί να κυλήσουν ήρεμα στον απόηχο του καινούριου μου ονόματος.
Όταν ήρθε η μέρα να φύγω δεν τρόμαξα. Ο Παύλος τα είχε κανονίσει όλα. Μου είχε βρει σπίτι και δουλειά, με τα λίγα πράγματα που μου είχαν διδάξει στο κέντρο και την βαθιά πίστη πως όταν ενσωματωθώ στην κοινωνία θα επανέλθουν όλα μου τα υποτιθέμενα προσόντα.
Ήταν ένα αρκετά ζεστό πρωινό του Μαΐου όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του ιδρύματος. Μου πήρε κάποιες μέρες να μάθω να κινούμαι στην πόλη. Δεν φοβήθηκα λεπτό. Το διασκέδαζα να νιώθω επισκέπτρια σε μια πόλη, που αν είχαν δίκιο σε όσα πίστευαν, έμενα χρόνια.
Εναρμονίστηκα γρήγορα στο νέο μου περιβάλλον. Ο Παύλος με επισκέπτονταν τακτικά. Δεν μου έκανε εντύπωση που κατάλαβε γρήγορα την αλλαγή. Ίσως σε ένα βαθμό να την κατάλαβε και πριν από εμένα την ίδια. Διακριτικός όπως πάντα όμως δεν έκανε κάποια νύξη. Περίμενε να θίξω το ζήτημα μόνη μου.
Δεν είχα σκοπό να του πω τίποτα. Είχα μέρες, που πήγαινα μετά τη δουλειά βόλτα στα αξιοθέατα της πόλης, Χωνόμουν στα γραφικά σοκάκια και έκανα βόλτες μέχρι να αδειάσει το μυαλό μου. Εκείνο όμως δεν άδειαζε. Απεναντίας, έμοιαζε να του ξυπνάνε μνήμες. Γυρνούσα σπίτι με το μυαλό μου γεμάτο εικόνες από ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν μπορούσα να συνδέσω. Σκόρπια πρόσωπα και λόγια, αναμειγμένα με κάθε λογής χρώματα. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν μνήμες της περασμένης μου ζωής ή πρόσφατες εικόνες εκείνων των αγνώστων που έμενα να παρατηρώ για ώρες στις βόλτες μου.
Ούτε είχα σκοπό να αναφέρω κάτι στον Παύλο. Τα όνειρα μου όμως με πρόλαβαν. Κι ως ένα βαθμό με πρόδωσαν. Ο ύπνος μου, που τόσο καιρό μου πρόσφερε καταφύγιο ξαφνικά έγινε εχθρός μου. Ξυπνούσα ιδρωμένη, με μια έκφραση φόβου αποτυπωμένη στο πρόσωπο μου. Έβλεπα το ίδιο όνειρο για μέρες. Μορφές που είτε τις είχα συναντήσει τυχαία, είτε τις ήξερα από πριν, με επισκέπτονταν καθημερινά σε ένα έντονο κόκκινο φόντο. Και πάντα ξύπναγα με την ίδια αίσθηση τρόμου, πάντα με την ίδια μυρωδιά αίματος. Νόμιζα πως ο Παύλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει.
Δεν είχε απαντήσεις. Μόνο εικασίες. Πως μάλλον το υποσυνείδητο μου, έχοντας επιστρέψει σε καθημερινές συνθήκες προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το συνειδητό. Άρα, το μόνο που είχα στα χέρια μου, πέρα από το κουτί με τα πράγματα που είχα πάνω μου την μέρα του ατυχήματος, στην ουσία κάτι κλειδιά που δεν ήξερα καν τι ανοίγουν, ήταν η πεποίθηση του Παύλου πως σύντομα θα ανακτούσα κάποιες από τις μνήμες μου.
Φυσικά δεν μου ήταν αρκετό. Πέρασα αρκετά βράδια στην αγκαλιά του ποτού, που είχε αντικαταστήσει τον Μορφέα για να καταλήξω στο τι ήθελα να κάνω. Η αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα πολύ. Ένα βράδυ, μετά από το πολλοστό ποτό, με κυρίευσε η επιθυμία να σκαλίσω το παρελθόν μου. Γέλασα με την ειρωνεία εκείνης της στιγμής. Δεν είχα καλά καλά παρόν και ήθελα και παρελθόν. Δάκρυσα για λίγο, ώσπου σκέφτηκα το κουτί με τα πράγματα μου, που μου είχαν δώσει όταν έφυγα από το κέντρο. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Κάτι σκόρπια χαρτιά και ένα ζευγάρι κλειδιά. «Καλά ούτε κινητό δεν είχα;» αναρωτήθηκα, αλλά μετά από λίγο ζαλισμένη από το ποτό και αποθαρρημένη από αυτό που δεν είχα ανακαλύψει έπεσα για ύπνο.
Ξύπνησα αξημέρωτα από ένα ακόμη περίεργο όνειρο. Ενστικτωδώς πήγα πάλι στο κουτί. Κοίταζα τα χαρτάκια όταν ξαφνικά τα μάτια μου στυλώθηκαν σε μια κάρτα ανθοπωλείου. Στην πίσω πλευρά της κάρτας διάβασα μια διεύθυνση. Δεν ήξερα αν σήμαινε κάτι, αλλά ήξερα ότι θα το έψαχνα.
Την επόμενη πήγα όπως πάντα στη δουλειά. Μετά ακολούθησε η καθιερωμένη βόλτα. Την ακολούθησε ένα ποτό σε ένα μαγαζί που συνήθιζα να πηγαίνω από όταν άρχισαν τα όνειρα. Λίγο τα ποτά, λίγο η «ψυχανάλυση» με τον μπάρμαν, είχα πάρει την απόφαση μου.
Έτσι βρέθηκα να ατενίζω την Αθήνα τη νύχτα, καθισμένη σε ένα ταξί, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν αρκετά ευγενικός να με κάνει μια βόλτα πριν με αφήσει στον τελικό μου προορισμό.
Με άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τον καληνύχτισα και κατέβηκα. Άνοιξα την πόρτα με το κλειδί που είχα βρει στο κουτί. Περπάτησα και βρέθηκα στο ασανσέρ. Μπήκα μέσα χωρίς να ξέρω ποιόν όροφο να πατήσω. Το χέρι μου αυτόματα πάτησε το δεύτερο. Βγήκα χωρίς να ξέρω προς ποιο διαμέρισμα να κατευθυνθώ ή τι μπορεί να έβρισκα εκεί που πήγαινα. Άναψα το φως του διαδρόμου. Κινήθηκα προς την εξώπορτα που είχε μαζεμένα τα πιο πολλά διαφημιστικά. Μου φάνηκε η πιο λογική επιλογή. Αν υπήρχε οποιαδήποτε λογική εκείνη τη στιγμή.
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ταίριαξε. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν πτοήθηκα. Γύρισα το κλειδί και σε δευτερόλεπτα βρέθηκα στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ακούμπησα ασθμαίνοντας στον τοίχο. Πήρα λίγες γρήγορες ανάσες και προχώρησα στα ενδότερα. Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Σκόρπια ρούχα, έπιπλα και βιβλία. Λες και κάποιος είχε φύγει βιαστικά από κει μέσα, έπειτα από μάχη.
Στο τραπεζάκι του σαλονιού βρήκα ένα πακέτο τσιγάρα και μηχανικά άναψα ένα. Με ηδόνησε η αίσθηση του καπνού στα σωθικά μου. Είχα καπνίσει το μισό όταν βρέθηκα στην πόρτα του μπάνιου. Την έσπρωξα με το πόδι και έμεινα άφωνη. Ένα μπουρνούζι μέσα στα αίματα βρισκόταν στο κέντρο του. Το ντουλαπάκι ήταν ανοικτό και τα φάρμακα ήταν χυμένα στο πάτωμα. Πήγα να πέσω και στηρίχτηκα στην πόρτα με τα δυο μου χέρια, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου. Στην τσέπη του μπουρνουζιού γυάλιζε αστραφτερά μια λίμα. Γονάτισα και πήγα να την πιάσω, όταν παρατήρησα ότι ήταν και εκείνη βουτηγμένη στα αίματα.
Έκλεισα τα μάτια, γιατί νόμισα ότι ήθελα να κλάψω. Αντ’ αυτού, με πλημμύρισαν εικόνες. Εκείνον να ετοιμάζει τα πράγματα του για να φύγει. Εμένα με την πίστη ότι δεν μπορούσα να υπάρξω χωρίς εκείνον. Μετά την πλάτη του, ενώ έκανε να βγει από το μπάνιο. Μετά εμένα ντυμένη με το μπουρνούζι να χαζεύω τους υδρατμούς στο ντουλαπάκι. Έπειτα να το ανοίγω και να πιάνω τη λίμα. Έπειτα πάλι εκείνον με τη λίμα χωμένη στην πλάτη του και το δικό μου χέρι να την καρφώνει με μανία ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά εικόνες ανάμεικτες. Συναισθήματα ανακατεμένα.
Σηκώθηκα και έτρεξα προς την κουζίνα. Το ίδιο θέαμα είχα αντίκρισει και τότε. Μόνο που επέλεξα να το λύσω όχι μόνη, αλλά με τη βοήθεια κάποιου άγνωστου. Έτσι έτρεξα στο δρόμο και βρέθηκα στις ρόδες του πρώτου περαστικού αυτοκινήτου. Τώρα, αν ήθελα ακόμη να το κάνω έπρεπε να το κάνω μόνη, εντελώς μόνη όπως ένιωθα και ήμουν.
Ακούμπησα στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έκλαψα γοερά για ώρα. Συνέφερα τον εαυτό μου και ξαναμπήκα στο σπίτι. Έψαξα και βρήκα κάτι να πιω. Έκανα και ένα τσιγάρο. Μετά κοίταζα έξω τον δρόμο από την ασφάλεια του πάγκου της κουζίνας. Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρω. Θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ως Άννα. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να θυμηθώ πως με έλεγαν πριν, πριν που ένιωθα πως ζούσα. Ούτε τη συνέβη μετά τα αίματα, μετά που σταμάτησα να ζω.
Θα μπορούσα όμως να θέσω ένα τέλος, όπως επιχείρησα τότε, χωρίς όμως να εμπλέξω τρίτους. Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και στηρίχθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Έσπρωξα ελαφρά το δεξί μου πόδι προς τα πίσω και πήρα φόρα.
Λίγο πριν αγγίξω το έδαφος άκουσα τη φωνή του να μου φωνάζει «Έλλη όχι.» δεν ξέρω αν ήταν ανάμνηση ή αληθινή στιγμή, αλλά ξέρω πως ακούμπησα πλήρης, γνωρίζοντας ποια είμαι και γιατί.