Τρίτη, 27 Μαΐου 2008

Πήγαινες γυρεύοντας

Δεν την τρόμαζε η μοναξιά. Ούτε οι χωρισμοί. Την ενοχλούσε όταν έφτανε σε εκείνο το σημείο, που τους ήθελε πίσω. Αν ήταν τυχεροί δεν γύρναγαν, αν ήταν άτυχοι επέστρεφαν. Και στην πλειοψηφία τους είχαν σταθεί άτυχοι. Μαζί του όμως δεν έφτασε ποτέ σε αυτό το σημείο. Το μόνο που νοσταλγούσε ήταν η εκτόνωση που ένιωθε μετά από τους καυγάδες τους. Ειδικά όταν ο Μπάμπης χρησιμοποιούσε την αγαπημένη του φράση "Εγώ είμαι ο άντρας του σπιτιού", συνοδευόμενη από τις αντίστοιχες απαιτήσεις για καθαρά πουκάμισα και παντελόνια.
Είχε αποφασίσει όμως πως δεν θα έκανε κάτι. "Εσύ θα μείνεις άπραγη; Οrestis δεν σε αναγνωρίζω." έλεγε η Παπαστρουμφ. "Θα πράξω, όταν έρθει η ώρα." απαντούσε. Δεν ήταν σίγουρη πως η Παπαστρουμφ καταλάβαινε, αλλά δεν έμπαινε στον κοπό να της το αναλύσει. Η ίδια ήξερε πολύ καλά και αυτό αρκούσε. Όπως της αρκούσε και ο άφθονος χρόνος που της έδωσε ο Μπαμπης πριν την επανεμφάνιση του.
Ένα βράδυ γύρισε σπίτι μετά από έξοδο και ανοίγοντας την πόρτα βρέθηκε προ εκπλήξεως. "Τι κάνεις εδώ;" ρώτησε έξαλλη τον Μπάμπη. "Ήρθα να πάρω κάτι τελευταία πράγματα μου." απάντησε ανετότατος. "Κάλα μπήκες σπίτι μου έτσι απλά; Χωρίς καν να με ενημερώσεις;" ούρλιαξε. "Ήρεμησε. Είναι η τελευταία φορά που έρχομαι. Θα σου αφήσω και τα κλειδιά επί τη ευκαιρία." είπε συνεχίζοντας στον ίδιο ήρεμο τόνο. "Να είσαι σίγουρος πως είναι η τελευταία, η τελευταία σου." σκεφτόταν πηγαίνοντας προς την κουζίνα.
Γύρισε κρατώντας το τηγάνι και μια γρήγορη κίνηση του το κατέβασε στο κεφάλι. Έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Τον έσυρε και τον ανέβασε στο κρεβάτι. Τον φίμωσε, τον έδεσε και ήταν πανέτοιμη να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιο που έστηνε καιρό στο μυαλό της. Περίμενε απλά να ξυπνήσει. Όταν άνοιξε ο Μπάμπης τα μάτια του την είδε ακριβώς μπροστά του, κρατώντας το κουζινομάχαιρο. "Πρώτα θα δούμε αν είναι καλά σιδερωμένες οι πιέτες από το παντελόνι σου." είπε και άγγιξε με την άκρη του μαχαιριού την αρχή της πιέτας και με δύναμη το κατέβασε μέχρι τον αστράγαλο του, σκίζοντας το και γεμίζοντας τα πάντα με αίμα. Το πρόσωπο του πήρε έκφραση πόνου. Συνέχισε κάνοντας το ίδιο και στις υπόλοιπες πιέτες, μπήγοντας κάθε φορά όλο και πιο βαθιά στο δέρμα του Μπάμπη και μονολόγοντας.
Εκείνος λιποθύμησε και εκείνη έβαλε το σίδερο στην πρίζα και περίμενε να συνέλθει ξανά. Συνήλθε, αλλά δεν ήταν σε θέση να καταλάβει ακριβώς τι γινόταν. Η Orestis πήγε κοντά με το σίδερο στο χέρι. "Το πουκάμισο έγινε χάλια. Θα στο φτιάξω αμέσως." είπε και άρχισε να τον σιδερώνει. Σταμάτησε όταν το σίδερο γέμισε από ένα μείγμα της σάρκας του και του υφάσματος του πουκαμίσου. Είχε έρθει η ώρα για την τελική φάση του σχεδίο. Πήγε στο σαλόνι και πήρε το τηγάνι από το πάτωμα. Άρχισε να τον χτυπάει στο πρόσωπο μέχρι που το πολτοποίησε.
Τον κοίταζε για ώρα όπως ήταν ξαπλωμένος, ήρεμος και άπραγος μέσα στα αίματα. Μια μάζα που δεν θύμιζε σε τίποτα τον σκληρό Μπάμπη, που περίμενε αγέρωχος στο σπίτι. "Ελπίζω να κατάλαβες, αν και κάπως αργά, πως κάποια πράγματα είναι καθαρά γυναικεία υπόθεση. Και η καλή νοικυρά δεν είναι δούλα και κυρά. Είναι σκύλα και κυρά."
[Αφιερώνεται εξαιρετικά στην Ιώ, θα καταλάβει γιατί....και σου χρωστάω και ένα ακόμα....σύντομα όμως.]

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

Ανώνυμα

Μπήκε στο σπίτι λαχανιασμένη από το τρέξιμο. Πήρε μια ανάσα, έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε στο γραφείο. Δεν της πήρε πολλή ώρα να σχεδιάσει το πλάνο. Εξάλλου μέσα της είχε από καιρό αποφασίσει τι και πως. Έγραψε και ένα γράμμα, που εξηγούσε τα πάντα. Δεν ήθελε να αφήσει εκρεμμότητες, ούτε αναπάντητα γιατί. Ήξερε καλύτερα από όλους, πως αυτά σε κυνηγούν μέχρι ή να σε εξαφανίσουν ή να τα απαντήσεις.
Ξάπλωσε με ένα περίεργο αίσθημα ευφορίας και πληρότητας. Μιας πληρότητας που δεν ήταν, αλλά σύντομα θα γινόταν δική της. Το πρωινό τη βρήκε με σκέψη χαμένη και βλέμμα θολό. Ήπιε τον καφέ της και ξεκίνησε. Έφτασε στην ώρα της και έκανε τις τελευταίες ετοιμασίες, ενώ εκείνη την κοιτούσε. Έκλεισε τις βαλίτσες, της φόρεσε το παλτό και την έβαλε στο αυτοκίνητο. Η διαδρομή ήταν σύντομη. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους, εκείνη ήταν αρκετά κουρασμένη. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι.
Όταν βεβαιώθηκε πως αποκοιμήθηκε, πήρε το μαξιλάρι και έσκυψε από πάνω της. Δεν αντιστάθηκε σχεδόν καθόλου. Όταν το απομάκρυνε από το πρόσωπο της, έμεινε και την κοίταζε. Παρέμενε όμορφη, όμορφη μα χλωμή και κρατώντας τη σφιχτά στην αγκαλιά της ξέσπασε σε λυγμούς. Σηκώθηκε γρήγορα. Δεν ήθελε οι συναισθηματισμοί να την μπλοκάρουν. Πήγε στο μπάνιο και έφερε τα απαραίτητα σύνεργα. Άνοιξε το νεσεσέρ και την έβαψε, όπως ακριβώς συνήθιζε να βάφεται και εκείνη, κοκέτα καθώς ήταν.
Έπειτα έβγαλε τα ρούχα της από τη βαλίτσα, την έντυσε και αφού της χτένισε τα μαλλιά, την άφησε στο κρεβάτι. Ήθελε φεύγοντας να της μείνει αυτή η αίσθηση. Πως απλά κοιμόταν. Πως ποτέ δεν υπέφερε. Πως απλά την πήρε ο ύπνος, όμορφη, με τα ρούχα της, όπως όταν γύρναγε πτώμα από τη δουλειά. Στάθηκε στην πόρτα, άναψε ένα τσιγάρο και πέταξε το σπίρτο μέσα. Προχωρούσε στο δρόμο κοιτώντας το σπίτι να φλέγεται. Χαμογέλασε σκεπτόμενη πως αυτή η αίσθηση, δεν θα γίνει στάχτες, αυτή η αίσθηση, πως απλά κοιμόταν, θα την συντρόφευε για πάντα, όχι απαντώντας, αλλά εξαφανίζοντας τα γιατί.

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2008

Αυτόγραφα

Στο παιχνίδι με κάλεσαν και η Ινδιάννα και ο Ηφαιστίωνας. Άργησα, αλλά τα κατάφερα. Σε μια προσπάθεια λοιπόν πορτραίτου- γελοιογραφίας λοιπόν, σας αφήνω το στίγμα μου...και τα συμπεράσματα δικά σας!


Για το http://autographcollectors.blogspot.com/

Και αφού πρέπει να καλέσω 5, θα "αγγαρέψω" τους Mr. Wrong guy, Diage, Koykos, Fishbait και Phoebus. Αν έχετε ξαναπαίξει..σκασίλα μου, να ξαναπαίξετε.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

Τρίτη και 13 ξανά

Πάντα την άγχωνε αυτή η μέρα. Όταν το ημερολόγιο έδειχνε Τρίτη και 13, κάτι πάθαινε. Ήθελε να μείνει χωμένη κάτω από τα σκεπάσματα και να αφήσει την ημέρα να κυλήσει. Έτσι θα έκανε και σήμερα και όντως κάτι θα κυλούσε.
Σηκώθηκε νωχελικά από το κρεβάτι και έφτιαξε τον καφέ της. Έκανε το καθιερωμένο τσιγάρο και ετοιμάστηκε. Ο αέρας της φάνηκε περίεργος. "Αυτή η άθλια μέρα θα φταίει." σκέφτηκε η Οrestis και συνέχισε το δρόμο της. Στη διαδρομή προς τη δουλειά χάζευε τα σπίτια και τους ανθρώπους. Και συνεχώς σκεφτόταν τι περίεργο θα συνέβαινε. Πάντα το περίμενε. Πάντα συνέβαινε.
Έφευγε για το σπίτι χώρις να έχει κανονίσει κάτι για μετά. Δεν αγχωνόταν όμως. Όλο και κάτι θα παιζόταν το βράδυ. Είχε ήδη νυχτώσει όταν έφτανε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Δεν είχε δει τη σκιά. Ένιωσε ένα χέρι να της κλείνει το στόμα και να τη σπρώχνει βίαια μέσα στο κτίριο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Μόνο όταν η σκιά την άφησε να δει το πρόσωπο της ηρέμησε.
Ήταν ο Apsoy. "Με τρόμαξες ρε." φώναξε εκνευρισμένη. "Και καλά έκανα." απάντησε εκείνος με ήρεμη φωνή. Ανέβηκαν πάνω και μπήκαν στο διαμέρισμα. Εκείνος ανέλαβε το μουσικό κομμάτι και εκείνη τα ποτά. Άρχισαν να μιλάνε, αλλά κάτι ήταν διαφορετικό. Είχε ένα περίεργο βλέμμα. Έμοιαζε λες και ήρθε έρθει αποφασισμένος για κάτι. Στο δεύτερο ποτό δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε. "Τι έχεις εσύ; Φαίνεσαι περίεργος. Το άγχος του στρατού;" αλλά δεν πρόλαβε να πάρει απάντηση.
Το μπαμ ταίριαξε πλήρως με τα φωνητικά της τραγουδίστριας στο κομμάτι που έπαιζε. Η Orestis έπεσε αναίσθητη και αιμόφερτη στον καναπέ. Η σφαίρα την είχε βρει στο στήθος. Ο Apsoy πήγε δίπλα της και την αγκάλιασε. Όταν συνήλθε ένιωθε έναν τρομερό πόνο. Γύρισε και τον είδε. Είχε κυκλώσει το προσωπό της στα ματωμένα του χέρια και την κοίταζε. "Γιατί;" ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή. "Γιατί το περίμενες. Ήθελες να συμβεί κάτι το διαφορετικό, αλλά αφού εσύ δεν μπορούσες, έπρεπε κάποιος άλλος να το δημιουργήσει."
Κοιμήθηκαν όλο το βράδυ αγκαλιά. Κάποια στιγμή βέβαια ένιωσε τα χέρια της εντελώς παγωμένα. Είχε σβήσει. Σηκώθηκε και έβαλε το πτώμα της στο πορτ παγκαζ. Πήγε στο στρατόπεδο που θα παρουσιαζόταν και την έθαψε λίγο έξω από εκεί. Πέρασε την πύλη και σκέφτηκε. "Αν δεν έρθει κανείς άλλος στο επισκεπτήριο, τουλάχιστον θα έχω την Orestis."

[Στον Apsoylako που πρέπει να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα.]

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2008

Χιpasmenos στα κάρβουνα

Φέτος το είχε αποφασίσει. Πάσχα στο χωριό. Τι να έκανε στην Αθήνα; Λίγες μέρες στην εξοχή θα της έκαναν καλό. Θα έβαζε και τις κακές σκέψεις στην άκρη, να κάνουν παρέα στα μαχαίρια που τα είχε κρεμάσει καιρό τώρα. Θα γέμιζε τις μπαταρίες της και θα επανερχόταν δριμύτερη. Ετοίμασε λοιπόν τις βαλίτσες της και ξεκίνησε.
Οι πρώτες μέρες πέρασαν όμορφα και ήρεμα. Το γεγονός ότι ήταν Μεγάλη εβδομάδα την βοήθησε στο να χαλαρώσει. Το σκηνικό ανατράπηκε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Είχε γυρίσει από τον επιτάφιο και είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί. Ξύπνησε έντρομη μετά τον εφιάλτη που είδε. Έβλεπε στον ύπνο της ότι είχε φτάσει η Κυριακή του Πάσχα και ότι όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από τη σούβλα. Μέσα στα χαρούμενα πρόσωπα και την εύθυμη κατάσταση, κάποια στιγμή μέσα στο όνειρο της, γινόταν κοντινό στο αρνί. Μόνο που δεν ήταν αρνί, αλλά ο Xipasmenos.
Πετάχτηκε τρομαγμένη, με την απορία του γιατί είχε δει τον συγκεκριμένο στον ύπνο της. Πίστευε πως τα όνεια κρύβουν διάφορους συμβολισμούς, αλλά αποφάσισε να μην ασχοληθεί με τον συγκεκριμένο, όπως πίστευε πως δεν θα το ξαναέβλεπε. Όμως ο εφιάλτης ήρθε και το επόμενο βράδυ. "Από τη νηστεια θα είναι μωρέ." είπε φωναχτά και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Και ήρθε η Κυριακή του Πάσχα και σηκώθηκε. Άργησε υπερβολικά εκείνο το πρωινό να πιει τον καφέ της, αλλά στην πραγματικότητα απέφευγε να βγει στην αυλή.
Φοβόταν μήπως δει τον Xipasmeno στη θεση του αρνιού. Όταν βρήκε το θάρρος και βγήκε έξω, με ανακούφιση είδε το αρνί στη σούβλα. Έφαγαν και ήπιαν και κάπως έτσι πέρασαν οι γιορτές, έπρεπε και εκείνη να επιστρέψει. Μαζί της όμως επέστρεψε και ο εφιάλτης. Μέρες έβλεπε ξανά και ξανά το ίδιο όνειρο. Ώσπου ένα πρωινό ξύπνησε και είπε "Αυτό ήταν. Η απόφαση πάρθηκε." και πήρε τον Xipasmeno τηλέφωνο. Κανόνισαν να βρεθούν το βράδυ στο σπίτι της. Δεν ετοίμασε πολλά. Θα τα έκανε όλα απλά όπως πρώτα.
Του έριξε υπνωτικό στο ποτό, για να μην την ενοχλεί ενώ θα τον ετοίμαζε. Πήρε την βελόνα και τον σπάγγο και ξεκίνησε. Έραψε πρώτα το στόμα του. Η βελόνα έμπαινε εύκολα στο μαλακό δέρμα, αλλά πετάγονταν αίματα παντού. Όταν τελείωσε στάθηκε λίγο και τον χάζεψε. Τότε της ήρθε στο μυαλό η ιδέα. Πήγε στην κρεβατόκαμαρα και πήρε τα κορδόνια από τα αθλητικά της. Επέστρεψε στο σαλόνι και του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες. Πέρασε τα κορδόνια στην πιο χοντρή βελόνα και άρχισε να τα ράβει πάνω στο πόδι του. Το μόνο που την νευρίασε ήταν ότι από άσπρα βάφονταν κόκκινα από το αίμα.
Αφού ολοκλήρωσε το αρίστουργημα της, πήγε στην πίσω βεράντα να ανάψει τα κάρβουνα και να κάνει τις τελευταίες ετοιμασίες. Μετά έσυρε το σώμα του Xipasmenou μέχρι την βεράντα, ο οποίος είχε αρχίσει να συνέρχεται. Τον ξαπλωσε και δίπλα του έβαλε την σούβλα. Έδεσε τις άκρες από τα κορδόνια στη σούβλα και μετά με ένα σχοινί του έδεσε και τα χεριά. δεν ήξερε αν θα άντεχε το βάρος του, αλλά αποφάσισε να το ρισκάρει. Κουράστηκε πολύ να τοποθετήσει τη σούβλα με τον Xipasmeno σωστά πάνω από τα κάρβουνα, αλλά τα κατάφερε.
Εκείνος είχε συνέλθει για τα καλά και το προσωπό του άρχισε να παραμορφώνεται από τους πόνους. Αυτό που την τρόμαξε ήταν το ότι από την προσπάθεια να ουρλιάξει κόντευε να κόψει τον σπάγγο, οπότε πήρε το ποτιστήρι και το κοπάνησε στο κεφάλι του. Τον έβλεπε να σιγοψήνεται, αλλά το καμένο δέρμα δεν έβγαζε ωραία μυρωδιά, γι' αυτό πήγε στο σαλόνι να τελείωσει το ποτό της. Θα επέστρεφε για να δει το έργο της ολοκληρωμένο. Κάθισε στον καναπέ, έβαλε κρασί στο ποτήρι της, άναψε ένα τσιγάρο και άφησε τη σκέψη της να ταξιδέψει.
"Α ρε Orestis βρήκες καιρό να κάνεις διακοπές. Δεν θα ψηθεί καλά τώρα, ενώ αν ήσουν εδώ θα βοηθούσες να τον γυρίζαμε και από την άλλη πλευρά." μονολόγησε η Παπαστρουμφ και αμέσως άρπαξε το κινητό της. "Δεν θα σου κρατήσω μεζέ, γιατί εξαιτίας σου δεν είναι καλοψημένος." έγραψε στο μήνυμα, πάτησε αποστολή και έσκασε στα γέλια.