Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Σκληροί άντρες, μαλακό πλισέ

Έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη. Με την ίδια δύναμη που της είχε πει πως όλα μεταξύ τους τελείωσαν. Μπήκε βιαστικά στο αμάξι και έβαλε μπροστά. Ήθελε να πάει σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άνοιξε το ράδιο στη διαπασών, έβαλε ένα ποτό και κάθισε στον καναπέ. Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Όλα εκεί μέσα την θύμιζαν. "Καλά να πάθω. Το σπίτι μας και το σπίτι μας, έλεγα. Να το φτιάξουμε μαζί να έχει κάτι και από τους δύο...."σκεφτόταν, αλλά αμέσως έδιωξε τις κακές σκέψεις και σχημάτισε τον αριθμό του Ντίνου.
Όση ώρα η Δανάη ετοιμαζόταν για το ραντεβού μαζί του δεν μπορούσε να αποφύγει την ανάμνηση από την συνάντηση της με την Ηλέκτρα. "Κατάλαβε με. Δεν είναι απλά ότι μου αρέσει ο Ντίνος και λέω να προσπαθήσω μαζί του. Θέλω να κάνω ένα παιδί. Και εκείνος βρίσκεται ακριβώς στην ίδια φάση με μένα." της είχε πει. "Μαλακίες. Ήσουν μαζί μου από φόβο μην σε πληγώσει κανένας από αυτούς και τώρα βρέθηκε ο πρίγκηπας και απλά την κάνεις." της είχε απαντήσει κυνικά. Η Δανάη όμως την αγαπούσε την Ηλέκτρα και μάλιστα πάρα πολύ.
Ούτε η ίδια ήταν σίγουρη για το κίνητρο της μέχρι πριν λίγο καιρό. Με τον Ντίνο έβγαινε για πλάκα, κάτι που συνήθιζαν να κάνουν και οι δυο τους με διάφορους νεαρούς κατά καιρούς. Όταν ο Ντίνος όμως της εξομολογήθηκε τον έρωτα του και αφού του είχε αποκρύψει την μικρή λεπτομέρεια της ύπαρξης της Ηλέκτρας, δεν είχε περιθώρια καθυστέρησης. Αποφάσισε λοιπόν να μείνει μαζί του. Για το παιδί που ήθελε να κάνει έλεγε και στον εαυτό της και το ίδιο είπε και στην Ηλέκτρα. Όχι ότι ήταν ψέμα, αλλά σίγουρα δεν ήταν και όλη η αλήθεια.
Οι πρώτοι μήνες κυλούσαν ήρεμα. Η Ηλέκτρα δεν την είχε ενοχλήσει και ο Ντίνος φαινόταν ο ιδανικός σύντροφος. Όταν άρχισαν τα νυχτερινά τηλέφωνα και τα μηνύματα δεν ανησύχησε η Δανάη. "Ας έχει και καμιά γκόμενα. Τι έγινε; Εδώ είχα εγώ." σκεφτόταν και τη σκέψη της αυτή, συμπλήρωνε η απόφαση, πως την επόμενη φορά που θα νοσταλγούσε την Ηλέκτρα, θα είχε κάθε δικαίωμα να την συναντήσει. Γι' αυτό δεν πρόσεξε την αλλαγή.
Βδομάδες μετά κατάλαβε πως ο Ντίνος δεν ήταν ο εαυτός του. Χωμένος στις σκέψεις του, μελαγχολικός και κάθε φορά που χτυπούσε το κινητό του και εκείνη ήταν μπροστά εξαφανιζόταν. Επέστρεφε μετά τη συνομιλία, έβαζε ένα ποτό και σε κάθε γουλιά έβγαζε έναν αναστεναγμό. "Τι έχεις;" τον ρωτούσε. "Προβλήματα στη δουλειά." απαντούσε και έπεφτε για ύπνο. Αυτή η κατάσταση γινόταν καιρό. Εκείνος πιο απόμακρος, εκείνη ακόμα πιο μπερδεμένη.
Ένα βράδυ χτύπησε το κινητό του. Το σήκωσε και έβαλε ανοιχτή ακρόαση, ενώ έκανε νόημα στη Δανάη να μην φύγει. Ήταν ο Νίκος. Ο πρώην φίλος του. Μιλούσαν αρκετή ώρα με εκείνη σιωπηλό μάρτυρα της ερωτικής του εξομολόγησης. Δεν συγκράτησε πολλά η Δανάη από το τηλέφωνημα. "Σ' αγαπάω. Δεν μπορώ χωρίς εσένα. Αυτή η σχέση με την κοπέλα είναι λάθος και το ξέρεις. Πρέπει να κάνεις κάτι να το αλλάξεις." μετά από αυτά νόμιζε πως δεν άκουγε λόγια, αλλά περίεργους ήχους. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο έμειναν να κοιτάζονται.
Κανείς δεν είχε το θάρρος να μιλήσει πρώτος. "Έπρεπε να στο είχα πει. Αλλά νόμιζα πως θα είμαι καλά μαζί σου και δεν θα το σκεφτόμουν να γυρίσω στον Νίκο." είπε ο Ντίνος σπάζοντας τη σιωπή. "Καμιά φορά η αγάπη έχει μυστήριους τρόπους. Δεν πειράζει." του απάντησε και πήγε να μαζέψει τα πράγματα της. Όταν εκείνος μπήκε στο δωμάτιο την βρήκε να κλαίει. "Για το παιδί που δεν προλάβαμε να κάνουμε." του απάντησε, μα μέσα της ήξερε πως απλά έκλαιγε για την ίδια και τον καιρό που έχασε δίπλα του. Για την Ηλέκτρα δεν του είπε τίποτα. Θεώρησε πως αν νόμιζε πως την είχε πληγώσει θα φερόταν καλύτερα στον Νίκο από δω και πέρα.
Μπήκε στο αμάξι της και άνοιξε το ντουλαπάκι. Βρήκε το κουτάκι με τα εφεδρικά κλειδιά του σπιτιού της Ηλέκτρας. Άνοιξε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και μπήκε μέσα. Έβγαλε τα ρούχα της και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Κούρνιασε δίπλα στην Ηλέκτρα και έβαλε τα κλάματα. "Για σένα και τον χρόνο που έχασα νομίζοντας πως θα είμαι καλά μακριά σου." της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη γύρισε τότε το προσωπό της "Και το παιδί;"τη ρωτήσε. "Δεν πειράζει. Καλά θα είμαστε και δυο μας, ε;" της απάντησε. "Θα πάρουμε σκύλο βρε χαζούλα, μην μου στεναχωριέσαι." της είπε, τη φίλησε και αποκοιμήθηκαν.
[Αφιερωμένο στην Ιώ.....με μια μικρή καθύστερηση βέβαια και την πεποίθηση πως η ζωή τελικά βρίσκει τον δρόμο της, όσο περίεργος και αν είναι]

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Ανώνυμα

ΤΟ ΚΥΠΕΛΛΟ

(στην κυρία Ρωρερκάρ)

Πόσο ζηλεύω αυτό το κύπελλό μου

στου τραπεζιού μου που βυθάει τη σκόνη!

Μια ηρεμία μέσα του απλώνει

που έχω καιρό να δω στον εαυτό μου.


Δεν ταξιδεύει όπως το μυαλό μου

στο χαμογέλιο σου που όλα πληγώνει.

Κι η σκέψη των ματιών σου δεν το λιώνει,

ουτ’ η ιδέα του στρογγυλού σου ώμου.


Πηλός κι εγώ πηλός κι η αφεντιά του.

Μα τόσο ο πόνος μου για σε μετράει

που μπαίγνιο μ’ έχει κάνει του θανάτου.


Αυτός για σένα ο πόνος θα με φάει.

Κι αυτό το κύπελλο, ως τραβάω κάτου,

πάλι αδιάφορα θα με κοιτάει ---



Γιώργης Χολιαστός

[Είναι ένα σχόλιο, που άφησε κάποιος σε μια παλιά ανάρτηση. Σκέφτηκα ότι είναι κρίμα να μείνει εκεί, αθέατο, γι' αυτό το ανεβάζω εδώ.]

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008

Όχι άλλα φονικά

Ήταν ένα ήρεμο πρωινό του Απριλίου. Η άνοιξη είχε δώσει για τα καλά το στίγμα της. Η Λουίζα ετοιμάστηκε όπως πάντα, κάθε Παρασκευή, και κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου. Στη διαδρομή ετοίμαζε τις τελευταίες λεπτομέρειες, για να είναι πανέτοιμη να ξεκινήσει με το που θα έφτανε. Στη διάρκεια της διαδρομής άκουγε μουσική για να χαλαρώσει και άφηνε τη σκέψη της να ταξιδέψει. Όταν έφτασε, κατέβηκε και περπάτησε στον πεζόδρομο, που σε λίγο θα γέμιζε με ανθρώπους και ήχους, με προορισμό το γνωστό σημείο.
Έπαιρνε τον καφέ της και καθόταν στο πεζούλι. Έστηνε το καβαλέτο της, άναβε ένα τσιγάρο και όταν το τελείωνε ανακάτευε τα χρώματα. Δεν είχε ποτέ συγκεκριμένο θέμα, πάντα εμπνεόταν από τη στιγμή και την άφηνε να την οδηγεί. Στην αρχή ένιωθε πως η παρουσία της ενοχλούσε. Με τον καιρό όμως γνωρίστηκε με τον κόσμο από τα διπλανά μαγαζιά, που όχι απλά την περίμεναν κάθε Παρασκευή, αλλά πολλοί ήταν πρόθυμοι να της ποζάρουν. Δεν ένιωθε πιά να ενοχλεί, αλλά να συμπληρώνει το τοπίο.
Ήταν μία τέτοια Παρασκευή όταν άλλαξε διαδρομή. Ήθελε να δώσει άλλη πορεία στην δημιουργία της. Και ξαφνικά τον είδε. Μια μελαχροινή φιγούρα που περπατούσε δίπλα της. Προσπέρασε και συνέχισε το δρόμο της. Μάταια όλο το πρωί προσπαθούσε να την αποτυπώσει στον καμβά. Το αποτέλεσμα έβγαινε θολό, ασυμπλήρωτο. Άναψε ένα τσιγάρο και ενώ το κάπνιζε χάζευε τον δρόμο και τον κόσμο που περνούσε. Και τότε τον ξαναείδε, να στέκεται στην είσοδο του καταστήματος και να την κοιτάζει.
Δεν ξαφνιάστηκε. Όλα τα πρώτα βλέμματα που έπεφταν πάνω της έμοιαζαν ίδια, να την κοιτούν περίεργα. Μα εκείνος την κοίταξε ξανά, με άλλο βλέμμα, το ίδιο που είχε από τότε κάθε Παρασκευή. Όμως το έργο της παρέμενε κενό. Μα δεν επιχείρησε να το τελειώσει. Φοβόταν να το αποτυπώσει στον καμβά. Ήθελε να το κρατήσει στη μνήμη της, μέχρι να το συνδυάσει με τον ήχο της φωνής του. Και το κράτησε για πολύ καιρό, παρόλο που χάθηκε το βλέμμα και ο ήχος δεν ερχόταν. Τόσο που πλέον είχε ξεθωριάσει κι ας είχε πείσει τον εαυτό της πως θα το ξανασυναντούσε αυτό το βλέμμα και θα το έντυνε με ήχο.
Μία Παρασκευή ξύπνησε μα δεν πήγε στο πεζούλι της. Έμεινε σπίτι και τελείωσε το σκίτσο που είχε αρχίσει τότε. Ένιωθε πως τώρα μπορούσε να το ολοκλήρωσει, δεν είχε νόημα να το κρατάει άλλο για την ίδια. Έβαλε την υπογραφή της και τον τίτλο "Παραμύθι", γιατί θεώρησε πως το παραμύθι της είχε τελείωσει. Τώρα μπορούσε να το εκθέσει σε κοινή θέα και η ετήσια έκθεση των σπουδαστών της σχολής της, ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.
Πήγε στην έκθεση την τελευταία μέρα, αργά το απόγευμα λίγο πριν κλείσει για το κοινό. Μπήκε στην αίθουσα και χάζευε τα έργα. Στάθηκε στο δικό της και το κοίταζε. Είχε καιρό να δει αυτό το βλέμμα, που την γέμιζε με ένα αίσθημα πληρότητας από τη μία, και απόλυτου κενού από την άλλη."Γιατί;" άκουσε μια φωνή, μα δεν γύρισε να δει. Ήξερε πως η φωνή ήταν δική του. "Γιατί στη δική μου ζωή τα παραμύθια δεν έχουν χαρούμενο τέλος." είπε και τότε γύρισε και τον κοίταξε. Φυλάκισε ξανά το βλέμμα του στο μυαλό της και έφυγε.
Περπάτησε αργά προς την έξοδο χωρίς να κοιτάξει πίσω. Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μερικά βήματα. Τότε ένιωσε ένα χέρι στον ώμο της και σταμάτησε. Εκείνος πήγε και στάθηκε δίπλα της. Έβαλε στην τσέπη της το ταμπελάκι με τον τίτλο του έργου της, την έπιασε από το χέρι και περπάτησαν στον έρημο πλέον δρόμο.
[Κανονικά η ιστορία τελειώνει χωρίς την τελευταία παράγραφο, αλλά τα καλοκαίρια θέλουν παραμύθια και όχι φονικά.]

Τρίτη 22 Ιουλίου 2008

Μαθήματα κολύμβησης

Μέρες ήταν κλεισμένη στην πίσω αυλή και μαστόρευε. Είχε δώσει εντολή να μην πάει κανείςστο εξοχικό μέχρι να τελείωναν οι εργασίες.. Η Παπαστρουμφ λοιπόν είχε αναλάβει χρέη γραμματέας. "Δεν ξέρω. Από τότε που έφτιαξαν το σκέπαστρο στην αυλή έχει κλειστεί μέσα, δεν παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο και δεν αφήνει ψυχή να πλησίασει." ήταν η απάντηση που έδινε σε όλους όσους έψαχναν την Orestis.
Δεν είχε περάσει μία βδομάδα όταν ενώ η Παπαστρουμφ έπινε τον καφέ της στην κουζίνα άκουσε μια φωνή πίσω της. "Καλημέρα. Θα πιούμε καφεδάκι;" είπε η Orestis. "Καλά εξαφανίζεσαι τόσες μέρες και τώρα ήρθες σαν να μην συμβαίνει τίποτα;" ούρλιαξε η Παπαστρουμφ. "Έλα, μην μου θυμώνεις. Το Σαβατοκύριακο θα καταλάβεις γιατί." απάντησε με μυστήριο ύφος εκείνη. Η Παπαστρουμφ δεν το συνδύασε στην αρχή, αλλά κάποια στιγμή στην δουλειά αναφώνησε "Το Σαββατοκύριακο."
Έβγαινε με ένα παιδί καιρό τώρα και εκτός του ότι είχε ξεχάσει την "περίεργη" συνάντηση που κανονίζε η φιλενάδα της, δεν είχε και τον χρόνο να ασχοληθεί. Στη διαδρομή από τη δουλειά στο σπίτι το επεξεργάστηκε. Την είχαν πιέσει όλοι τους πάρα πολύ να τον ξεχάσει, της έλεγαν πως ο χρόνος που ήταν χώρια ήταν πάρα πολύ μεγάλος για να είναι ακόμα κολλημένη, έφταιγε όμως και εκείνος, με την εμμονή του να μείνουν φίλοι και να μην χαθούν . Και τότε θυμήθηκε τι είχε πει στην Orestis. "Αφού το θέλει ας το έχει. Άσε που με την επαφή μαζί του θα τον ξεπεράσεις πιο εύκολα. Κάποια στιγμή θα δεις πως δεν είναι τόσο τέλειος όσο έχεις πείσει τον εαυτό σου πως είναι."
Ήταν πεπεισμένη πως εκείνη έφταιγε που η Orestis ειχε κανονίσει να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί. Πήγε σπίτι αλαφιασμένη έχοντας αποφασίσει να κάνει το οτιδήποτε για να την πείσει να αναβάλει την συνάντηση. "Μην ακούω χαζά. Θα δεις που αυτό το σαββατοκύριακο θα κάνει καλό σε όλους μας." ήταν η απάντηση της Orestis.
Και ήρθε το Σάββατο και ο Άρης έφτασε στην ώρα του. Του έδειξαν το δωμάτιο του και τον άφησαν να τακτοποιηθεί. Μετά θα του έδειχνε την έκπληξη. Τον οδήγησε στην πίσω αυλή, που πλέον ήταν σκεπασμένη και στο κέντρο δέσποζε η πισίνα. "Αυτό έφτιαχνες τόσο καιρό;" ρώτησεηΠαπαστρουμφ. "Εσύ θα το δεις αργότερα. Θα σε φωνάξω." είπε εκείνη και έκλεισε την πόρτα. Του έβαλε ένα ποτό και κάθισαν στις ξαπλώστρες. "Καλά βρε θηρίο έφτιαξες και νεροτσουλήθρα;"¨ρώτησε ο Άρης. "Ναι, για να πέφτεις κατευθείαν μέσα." απάντησε η Orestis.
Μετά το τρίτο ποτό είχε ζαλιστεί αρκετά. Τον χτύπησε στο κεφάλι και τον άφησε αναίσθητο. Τον κουβαλησε και τον ξάπλωσε μπρούμυτα στην κορυφή της τσουλήθρας. Έπρεπε να περιμένει να ξυπνήσει για να τον σπρώξε και να αρχίσει η κατάβαση. Εν τω μεταξύ φώναξε και την Παπαστρουμφ, λέγοντας της να καθίσει απέναντι για να έχει καλύτερη θέα. Εκείνη στη θέα των ξυραφιών που ήταν κολλημένα σε όλο το μήκος της νεροτσουλήθρας χλώμιασε. "Orestis, τι θα κάνεις;" είπε με φωνή που έτρεμε. "Υπομονή το καλό αρχίζει σε λίγο." απάντησε.
Όταν συνήλθε ο Άρης τον κοίταξε και του είπε. "Ώρα για μπανάκι." και τον έσπρωξε. Γλυστρούσε με δυσκολία, καθώς η σάρκα του έβρισκε στα ξυράφια και ούρλιαζε από τον πόνο. Η Orestis έτρεξε γρήγορα να πάρει θέση δίπλα στην Παπαστρουμφ για να απολαύσει το θέαμα. Ήταν η πιο αργή τσουλήθρα που είχαν δει ποτέ. Το δέρμα του είχε ξεσκιστεί τελείως, ενώ το αίμα που έτρεχε έπεφτε κατευθείαν μέσα στην πισίνα, έχοντας ως μουσική υπόκρουση τις κραυγές του. Η Παπαστρουμφ ήθελε να ρωτήσει αν η πισίνα περιείχε όντως νερό, αλλά δίστασε.
Όταν βρισκόταν ελάχιστα εκατοστά από το να πέσει μέσα ο Άρης, η Orestis την κοίταξε και της είπε. "Τώρα είναι το καλύτερο κομμάτι." και χαμογέλασε. Το σώμα έσκασε μέσα στην πισίνα, την οποία είχε γεμίσει με οινόπνευμα και τα ουρλιαχτά του ήταν τόσο έντονα, που η Παπαστρουμφ νόμιζε ότι θα της έσπαγαν τα τύμπανα. Μετά από λίγη ώρα σώπασε. "Λιποθύμησε από τον πόνο. Όμως η αιμορραγία θα ολοκληρώσει το έργο και θα τον σκοτώσει. Οπότε μπορόυμε να πάμε να συνεχίσουμε το ποτό μας." είπε ήρεμα η Orestis.
H Παπαστρουμφ την ακολούθησε με νωχελικές κινήσεις, αμίλητη. Μόνο όταν ήταν στο πολλοστό ποτό βρήκε το θάρρος να την ρωτήσει. "Γιατί;" και εκείνη κοιτάζοντας την είπε: "Γιατί το οινόπνευμα θεραπεύει όλες τις πληγές. Και εκείνες που φαίνονται και εκείνες που δεν φαίνονται. Το μόνο κακό είναι ότι στην δική του περίπτωση χρειάστηκε λίγη ποσότητα παραπάνω."

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

Κρουαζιέρα θα σε πάω

Η κόρνα ακούστηκε για τρίτη συνεχόμενη φορά. "Μάλλον επικρατεί εκνευρισμός. Πρέπει να βιαστώ." μονολόγησεη Orestis και βγληκε στο μπαλκόνι να ειδοποιήσει ότι κατέβαινε. "Αν δεν κατέβεις σε 5 λεπτά θα φύγω μόνη μου." ούρλιαξε η Παπαστρουμφ από τη θέση του οδηγού. Η Orestis κατέβηκε ανέμελη και αέρινη και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, αφού πέταξε τη βαλίτσα της στο πίσω κάθισμα. ¨Νευράκια; Διακοπές πάμε και μάλιστα όχι όπως το είχα φανταστεί, οπότε χαλάρωσε." της είπε και έδεσε τη ζώνη της.
"Πώς να χαλαρώσω όταν αργείς τόσο πολύ; Αν βρούμε κίνηση; Μπορεί να χάσουμε το πλοίο. Αλλά εσύ ήθελες κάτι πιο περιπετειώδες γι' αυτό δεν σε νοιάζει." απάντησε εκεινη. Η Orestis άναψε ένα τσιγάρο και έσκασε σε γέλια. 'Ηταν της άποψης πως ο τελευταίος που θα μπει με το αυτοκίνητο στο καράβι, βγαίνει πρώτος, δεν πολυτρελαινόταν κίολας, οπότε δεν συμμεριζόταν την αγωνία της φίλης της. Έφτασαν και αφού πάρκαραν στο γαράζ ανέβηκαν στο κατάστρωμα. βρήκαν 2 θέσεις και περίμεναν να ξεκινήσει το ταξίδι. Κάποια στιγμή η Παπαστρουμφ γύρισε από την τουαλέτα αλαφιασμένη. "Τι έπαθες;" την ρώτησε η Orestis.
"Άκουσα να λένε πως θα έχει πολλά μποφόρ και πως κακώς ο πλοίαρχος πήρε την ευθύνη για τον απόπλου. Κανονικά θα έπρεπε να περιμέναμε να πέσουν οι άνεμοι." είπε με μια ανάσα εκείνη. "Έλα υπερβολές." της απάντησε ατάραχη. Το ταξίδι κυλούσε ήρεμα για κάποιες ώρες, με ένα ελαφρό αεράκι. Κάποια στιγμή όμως η θάλασσα φουρτούνιασε πολύ. Ο πλοίαρχος ανακοίνωσε πως καλό θα ήταν να μπουν όλοι μέσα. Το καράβι κουνούσε πολύ. Οι περισσότεροι έπεφταν ζαλισμένοι σαν κοτόπουλα. Η Orestis μετά από κάποια ώρα άρχισε να βρίζει τον πλοίαρχο. Η Παπαστρουμφ την κοίταζε αμήχανη και αμίλητη. "Καλά τι σου φταίει ο πλοίαρχος παιδί μου;" την ρώτησε. "Είμαι σίγουρη πως δεν το πάει καλά. Άσε που άλλαξε πορεία. Στρίψαμε δεν το κατάλαβες;" απάντησε. "Ίσως πήρε εντολή να δέσει σε κάποιο κοντινό λιμάνι λόγω καιρού." συμπλήρωσε η Παπαστρουμφ.
Η Orestis όμως είχε πεισθεί πως ούτε καλά πήγαινε το καρ'αβι ούτε στο σωστό προορισμό. Και σίγουρα δεν είχε σκοπό να το αφήσει έτσι. Σκέφτηκε για λίγη ώρα κι μετά είπε στην Παπαστρουμφ το σχέδιο. "Είσαι τρελή." της φώναξε εκείνη, αλλά αμέσως την ακολούθησε. Περίμεναν διακριτικά έξω από την καμπίνα τον πλοίαρχο. Όταν μπήκε μέσα περίμεναν για λίγο και χτύπησαν την πόρτα. Μπήκαν μέσα με ύφος περίλυπο και ανήσυχο δήθεν για να ρωτήσουν γι την πορεία του ταξιδιού. Ο Πλοίαρχος τους είπε πως δεν μπόρει να δώσει λεπτομερείς απαντήσεις, αλλά πως όλα ήταν καλά και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Με το που γύρισε την πλάτη του για να πιάσει τον αναπτήρα του, η Orestis άρπαξε τον χαρτοκόπτη που υπήρχε πάνω στο γραφέιο του και του τον έχωσε στην πλάτη.
Η Παπαστρουμφ σχεδόν ταυτόχρονα τον χτύπησε στο κεφάλι με ένα αρχαιοελληνικό άγαλμα που κοσμούσε το τραπεζάκι δίπλα από το γραφείο για να μην ακουστούν οι κραυγές από το μαχάίρωμα. "Και τώρα τι κάνουμε;" ρώτησε την Orestis. "Θα δώσουμε τροφή στα ψάρια." απάντησε γελώντας. Τον τύλιξαν με ένα σεντόνι και προσεχτικά βγήκαν στο κατάστρωμα. Τον ακούμπησαν όρθιο στα κάγκελα και τον έγειραν προς τη μεριά της θάλασσας. Τον χτύπησαν ελαφρά στην πλάτη και σπλατς έπεσε μέσα.
Τα κύματα της θάλασσας έκανα αρκετό θόρυβο για να μην γίνουν αντιληπτές από κανέναν. Μετά πήγαν αμέσως στο δωμάτιο που βρισκόταν το πηδάλιο και αφού αναισθητοποίησαν και ακινητοποίησαν τους 2 ναυτικούς που βρίσκονταν μέσα, κλείδωσαν την πόρτα. "Ωραία. Τώρα τι γίνεται;" είπε λαχανιασμένη και φοβισμένη η Παπαστρουμφ. "Τώρα κρουαζιέρα θα σε πάω. Μα όχι Μύκονο και Σαντορίνη. Ωωωωωω. Με δικό μας το πλοίο πάμε όπου θέλουμε." είπε τραγουδιστά η Orestis.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

Συνήθεια

Ξύπνησε νωρίς το πρωί και απόλαυσε τον καφέ της, όπως συνήθιζε τα πρωινά που δεν δούλευε. Έπειτα οργάνωσε την μέρα της, έχοντας βέβαια πάντα στο μυαλό της ότι είχε έρθει εκείνη η μέρα. Είχε όμως αποφασίσει να μην την αγχώσει η σκέψη του "φονικού", πράγμα εύκολο αφού η λέξη "τίποτα" περιπλανιόταν μέρες τώρα μέσα της. Ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Θα πήγαινε μια μεγάλη βόλτα. Οι περίπατοι της έκαναν καλό και τη βοηθούσαν να λειτουργήσει.
Μετά από αρκετό περπάτημα κάθισε σε ένα παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο. "Τίποτα. Δεν έχω κίνητρο. Αυτό μου λείπει σήμερα." σκέφτηκε και αμέσως ξέσπασε σε γέλια. Θυμήθηκε πόσες φορές είχε σκοτώσει κάποιον για πλάκα, αλλά την ίδια στιγμή το χαμόγελο χάθηκε. Δεν είχε ούτε για κάτι τετόιο διάθεση αυτή τη μέρα. Δεν πτοήθηκε όμως. Συνέχισε τη βόλτα και γύρισε σπίτι. Στο καταφύγιο της σίγουρα θα έβρισκε τη λύση.
Άνοιξε το blog της και έπειτα πήγε στην κουζίνα. Έφτιαξε ένα ποτό και επέστρεψε στην δερμάτινη, αναπαυτική πολυθρόνα της. Ξεκίνησε να γράφει, πιστεύοντας ότι η έμπνευση θα την ακολουθούσε όπως όλες τις άλλες φορές. Μα η σελίδα παρέμενε λευκή. Τότε σκέφτηκε να κάνει ότι οι αναγνώστες της και άρχισε να διαβάζει τις παλιές της ιστορίες. Κάτι που δεν συνήθιζε ποτέ. Ό,τι έγραφε το πέρναγε στη σφαίρα του παρελθόντος και το άφηνε εκεί. Ενώ διάβαζε σκεφτόταν την διαδικασία της κάθε ιστορίας.
Πρώτα έβρισκε το θύμα της, αν και κάποιες φορές την έβρισκε εκείνο. Μετά έστηνε το σκηνικό της. Τις περισσότερες φορές το έκανε για πλάκα και το αποτέλεσμα έβγαινε αστείο. Τις πιο ουσιώδεις όμως ιστορίες τις έγραφε για εκτόνωση και το αποτέλεσμα ήταν φρικαλέο. "Πόσο θυμό μπορεί να κρύβεις;" την είχε ρωτήσε η Ιώ. "Τουλάχιστον έτσι τον εκτονώνω." της είχε απαντήσει η Orestis, που τότε πίστευε πως αυτό αρκούσε. Το έβγαζε από μέσα της και συνέχιζε. Αυτή τη διαδικασία ακολουθούσε κάθε φορά, σε τέτοιο βαθμό που κάποιες στιγμές της φαινόταν σαν ιεροτελεστία.
Εκείνη τη μέρα όμως ένιωθε πως δεν είχε κάτι να εκτονώσει. Ούτε νεύρα, ούτε θυμό, μόνο το τίποτα, που γυρόφερνε στο μυαλό της, της είχε μείνει. Έφτιαξε ένα δεύτερο ποτό, άναψε κι ένα τσιγάρο ακόμα και συνέχισε την ανάγνωση. Στην τελευταία ιστορία είχε βγάλει το πόρισμα. Θα ξεκινούσε να γράφει και σε λίγη ώρα θα το είχε έτοιμο. Θα έβρισκε κάποιο θύμα, κάποια γελοία αφορμή και θα το σκότωνε. Όμως τότε δεν θα υπήρχε πλέον καμία ιεροτελεστία. Μόνο η συνήθεια μιας επιτυχήμενης συνταγής, που καιρό τώρα ακολουθούσε.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγε στη διαχείριση του ιστολογίου της, στην επιλογή διαγραφή. "Ιδού το κίνητρο μου. Τίποτα." σκέφτηκε και πάτησε το κυμπί για να διαγράψει το blog. "Είναι η μοναδική φορά που δεν χρειάστηκε να γράψω για να σκοτώσω. Ευτυχώς η συνήθεια πεθαίνει εύκολα." μονολόγησε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της.

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

Για σένα

Αλλού εσύ
αλλού εγώ
σε βλέπω να απομακρύνεσαι.
Σε ξανασυναντώ
σε διαδρόμους σκοτεινούς,
μα ανάβει ένα φως αμυδρό
κοιτώ τη σκιά σου
να χάνεται.
Βγαίνω σε αυτό φως
μα έχεις φύγει.
Και εγώ δεν κλαίω που σε έχασα,
που τελικά δεν σε ειχα ποτέ
αυτό είναι που πονάει...
πιο βαθιά
πιο πολύ.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Περιποίηση κατ' οίκον

"Έλα. Με πήρε ο Γρηγόρης και μου είπε να βγούμε. Τέλειο; Οπότε ετοιμάσου. Έχεις δουλειά." ακούστηκε μέσα στην τρελή χαρά η φωνή της Mad2luv. H Orestis είχε πλήρη επίγνωση του τι θα επακολοθούσε. Θα πήγαινε σπίτι της από την προηγούμενη και θα έκαναν τις απαραίτητες ετοιμασίες. Δεν είχε πάντα διάθεση, αλλά η Mad2luv της την έφτιαχνε. Όποτε κάποια από τις δυο τους είχε γκομενοδουλειά, γινόταν οικογενειακή υπόθεση.
Μαζεύονταν στο σπίτι της Orestis και ετοιμάζονταν με τις ώρες. Βέβαια, αυτόν τον Γρηγόρη δεν τον είχε συμπαθήσει με αυτά τα λίγα που ήξερε. Ήταν όμως επιλογή της φίλης της και έπρεπε να τη βοηθήσει. Η Mad2luv όντως πήγε από την προηγούμενη στο σπίτι της φιλενάδας της. Όλο το βράδυ πέρασε με το να περιγράφει τον Γρηγόρη και τι ακριβώς γινόταν μεταξύ τους. Στο τρίτο ποτό η Οrestis είχε βγάλει συμπέρασμα. "Ο τύπος είναι βλάκας και άδικα ασχολείσαι." είπε κοφτά, αλλά η Mad2luv τον έβλεπε θεό και αντέδρασε άσχημα.
Η Orestis της ζήτησε συγγνώμη, την αγκάλιασε και της είπε πως αύριο θα της έκανε την καλύτερη περιποίηση ever. Έτσι και έγινε. Ξύπνησαν το πρωί, της ετοίμασε πρωινό και μέχρι το μεσημέρι αποφάσιζαν τα ρούχα που θα έβαζε στο βραδινό ραντεβού. "Ώρα για να ολοκληρώσουμε το σύνολο." είπε η Οrestis κατά το απογευματάκι και οδήγησε την Mad2luv στο πίσω σαλόνι. Την έβαλε να καθίσει στην καρέκλα του μικροβιολόγου που δέσποζε στο κέντρο του δωματίου. "Πάντα εκκεντρική." είπε χαμογελαστή η Mad2luv και κάθισε. Η Οrestis πήρε το μικρό σκαμπό και πήγε δίπλα της.
Της πήρε το χέρι και το έδεσε στο μπράτσο της καρέκλας. "Για σταθερότητα." απάντησε όταν εκείνη την κοίταξε περίεργα. Όσο κοίταγε τα χρώματα των μανό η Orestis πήρε την πένσα και της έκοψε τον αντίχειρα. Η Mad2luv έβγαλε μια απίστευτη κραυγή και λιποθύμησε. "Πως κάνεις έτσι; Στο Prisonbreak του έκοψαν δύο." μονολόγησε η Orestis και συνέχισε να κόβει δάχτυλα. Ήταν ένας τρόπος να βγει και από το δίλλημα του μανό, αλλά ήταν σίγουρη πως η φιλενάδα της δεν θα το έβλεπε έτσι.
Κάποια στιγμή συνήλθε και είδε την Orestis από πάνω της κραδαίνοντας το πιστολάκι. "Δεν είναι ωραίες οι μπούκλες ε; Τα ήθελες ίσια...." και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της, έχωσε με μανία τη φισούνα στο αριστερό μάτι της Mad2luv. Το άλλο αποφάσισε να μην το πειράξει. Αφού θαύμασε για λίγο το θέαμα πέρασε στην τελική φάση του σχεδίου. Πήρε την ξύστρα που χρησιμοποιούσε για τις εμαγέ εστίες της κουζίνας της και άρχισε μια ριζική απολέπιση στην Mad2luv. Όταν τελείωσε μαζί της το αποτέλεσμα ήταν φριχτό. H Μad2luv είχε μετατραπεί σε μία άμορφη μάζα γεμάτη αίματα.
"Το μόνο που μένει είναι να σε τυλίξω με γάζες και ο Γρηγόρης θα σε λατρέψει. Αιγυπτιολόγος δεν είπες ότι είναι ή κατάλαβα λάθος;" είπε η Orestis και έψαξε την τσάντα της να βρει την κάρτα του. Στη θέα της λέξης γυναικολόγος και κοιτώντας την μάζα της Mad2luv, που με τίποτα δεν θύμιζε πλέον γυναίκα έσκασε στα γέλια.