Θα ονειρευτώ τίποτα
και κανέναν.
Θα κοιμηθώ με το κενό,
το ίδιο,
εκείνο που αντικρύζω όταν ξυπνάω.
Με τον καφέ μου σκούρο
και πικρό.
Στο διάβα του κόσμου
θα αλλάζω πρόσωπα,
και όχι προσωπεία
και θα καταθέτω τη γύμνια μου
στο χαλί της ζωής.
Και αυτές που θα ακούγονται
χωρίς να φαίνονται
θα είναι οι πατημασιές,
εκείνων,
που υπήρξαν φαντάσματα
τούτης της ψυχής.
το σύμπαν μου παίζει περίεργα παιχνίδια.Γελάω το ομολογώ, αλλά επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο....νομίζω ήρθε και η δική μου σειρά να γελάσω.....με το σύμπαν! Είστε λοιπόν όλοι καλεσμένοι στο κάτι σαν stand up commedy μου!
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009
Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009
Όλα ή τίποτα
Τίποτα δεν μετράει
και όλα πονάνε σαν καρφιά.
Το όχι, που κανείς μας δεν λέει
μα δεν παραδέχεται το ναι
αφήνεται στο ίσως,
που γίνεται γρασίδι στην κοιλάδα του ποτέ.
Και απομένει το τότε
να θέλει να αγγίξει το πάντα,
μα επιστρέφει στη στιγμή που το γέννησε,
την μοναδική που το γέμισε,
εκείνη,
που δεν θέλησε τίποτα.
Ετικέτες
Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων,
Ποιηματάκια
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009
Νέα αρχή (?)
Ώρες ολόκληρες καθόταν ανάμεσα σε σκόρπια χαρτιά και τετράδια, μπροστά από τη βιβλιοθήκη του παρελθόντος, όπως έλεγε. Γράμματα από φίλους και εραστές, μάρτυρες μιας ζωής που είχε καιρό τώρα αφήσει πίσω της. Πρόσωπα και καταστάσεις από το παρελθόν. Για πόσους δεν είχε ιδέα τι είχαν απογίνει. Πόσων είχε χάσει τα ίχνη και για πόσους είχε αφήσει να χαθούν τα δικά της. Και πάντα η ίδια, γλυκιά νοσταλγία να την οδηγεί να τα θυμηθεί, να τα σκαλίσει. Νοσταλγία που γινόταν θρήνος όταν έφτανε στα δικά τους.
Του Μάνου τα διάβαζε όλα. Ήταν ο πρώτος που έφυγε και είχε φροντίσει να αφήνει πάντα κάποιο ίχνος, κάποιο σημάδι ζωής. Ώσπου ένα πρωινό, αποφάσισε να σβήσει μόνη της και το παραμικρό σημάδι της ύπαρξης του. Του Γιάννη δεν άντεχε. Κάπου στη μέση την έπνιγαν τα δάκρυα και έκλεινε το τετράδιο σαν τρελή. Έτρεχε στο δωμάτιο του Άρη, βεβαιωνόταν ότι κοιμόταν σκεπασμένος και τον αγκάλιαζε σαν να ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε. Πολλές φορές την έπαιρνε ο ύπνος εκεί και ξύπναγε με την ερώτηση του στα αυτιά της "Ρε μαμά, τι έπαθες πάλι;". Εκείνη τον κοίταζε βουβή και ευτυχισμένη, τον φιλούσε και σηκωνόταν να φτιάξει πρωινό.
Παρόλο που πλησίαζε τα 40, ποτέ δεν είχε σκεφτεί έτσι. Πάντα νοσταλγούσε αυτούς που έφυγαν, αλλά πάντα έβρισκε παρηγοριά στο γιό της. Το κειμείλιο ένος έρωτα όπως έλεγε. Τώρα όμως που είχε φύγει και αυτός-γιατί το παιδί ήθελε να σπουδάσει- ένιωθε αλλιώς. Το βάρος όλων αυτών που είχαν φύγει έμοιαζε αβάσταχτο. Η μοναξιά τώρα είχε άλλη μορφή, ακριβώς επειδή δεν είχε η ίδια επιλέξει. Τότε θυμήθηκε την Ελένη.
Πήρε το κουτί της. Γέλασε, επειδή το είχε στη βιβλιοθήκη με τα πρόσωπα του παρόντος, παρόλο που εκείνη την είχε διώξει, για χάρη του Άρη. Θυμήθηκε εκείνο, το τελευταίο βράδυ στο σπίτι της Ελένης, με μάτια υγρά, να της λέει, πως προέχει ο γιος της και πως δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό που γινόταν μεταξύ τους. Μετά να τρέχει σπίτι και να τον αγκαλιάζει και να νιώθει πως ο κόσμος σταματά εκεί, με το γιο της στην αγκαλιά της.
Μα ο κόσμος δεν σταμάτησε. Και βρισκόταν εκεί, με την αγκαλιά άδεια και την καρδιά κενή. Μέσα στα κλάματα, άπλωσε το χέρι και έπεσε σε έναν φάκελο. Είχε ένα γράμμα της Ελένης και ένα ζευγάρι κλειδιά. Δεν ήξερε αν θα την περίμενε, αν τα κλειδιά θα άνοιγαν την πόρτα. Ήξερε μόνο πως ήθελε να βρεθεί, εκεί δίπλα της, να ξαπλώσει, να ακουμπήσει το κεφάλι στον ώμο της και να νιώσει, ασφάλεια, πως δεν φεύγουν όλοι. Πως υπάρχουν άνθρωποι που μένουν, για τον πολύ απλό λόγο, επειδή αυτό είναι που θέλουν.
Δεν ήξερε αν το ζούσε, αλλά κοιμήθηκε με την αίσθηση της Ελένης δίπλα της. Μόνο το πρωί, που την ξύπνησε, κατάλαβε πως όλα ήταν αληθινά. Και το τηλέφωνο του Άρη, απλά μεγάλωσε την ευτυχία της και δεν την καθόρισε, αυτή τη φορά.
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008
Εναλλακτικά Χριστούγεννα 2
"Περπάτησε αρκετά μέσα στο κρύο. Δεν ήταν παρά λίγες μέρες στην πολή και δεν ήξερε ακόμα τα στέκια. Όχι ότι είχε και πολλά. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπορστά στην πόρτα από το μπαράκι. Δεν ήταν σίγουρη πως ήταν αυτό που της είχαν πει, ήταν όμως σίγουρη πως σε αυτό θα έμπαινε. Το κρύο δεν της επέτρεπε άλλες περιπλανήσεις. Μπήκε και κάθισε στη γωνία του μπαρ και περίμενε να παραγγείλει. Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν της προξένησε εντύπωση. "Χριστούγεννα είναι, θα τα περάσουν με τους δικούς τους." σκέφτηκε, αλλά γρήγορα τη διέκοψε ο μπάρμαν, που ήρθε για παραγγελία. Δεν πήρε πόρτο αυτή τη φορά. Παρήγγειλε ένα ουίσκι με πάγο. Ο Μπάρμαν μάλλον κατάλαβε πως ήταν ξένη, αφού μόλις της έφερε το ποτό της είπε Καλά Χριστούγεννα.
Εκείνη απάντησε πως προτιμούσε το σκέτο χρόνια πολλά γιατί -για να τον προλάβει- ήταν τα γενεθλιά της. Χαμογέλασε σε αυτό. Πάντα χρησιμοποιούσε αυτή τη δικαιολογία, για όλες τις γιορτές που την έβρισκαν μόνη να τα πίνει σε κάποιο μπαρ. Εκείνος την κέρασε το δέυτερο και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ξαφνικά ένιωσε να κάθεται δίπλα της ένας τύπος που μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν στην άλλη μεριά του μαγαζιού. Ήταν έτοιμη για το τι θα έλεγε, όμως περίμενε να την ρωτήσει. Πράγματι τη ρώτησε τι έκανε εκεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως όλοι καταλάβαιναν αμέσως ότι ήταν ξένη. Της είχαν πει όμως, πως το Αβέιρο, όντας καθαρά βιομηχανική πολή δεν προσφέρεται για τουρισμό και πως ίσως τέτοιες μέρες να συναντούσε δυσκολίες από τους ντόπιους.
Η επιθυμία της όμως να πάει στην Πορτογαλία και μάλιστα σε αυτή την πόλη κοντά στην ακτή του ατλαντικού ωκεανού είχε υπερνικήσει όλες τις φοβίες. Αν και ο συγκεκριμένος ντόπιος δεν της έφερε καμία δυσκολία. Τα ήπιαν και τα είπαν σαν δυο καλά φιλαράκια. Του έκανε εντύπωση που, όπως του είπε είχε σηκωθεί ένα πρωί και είχε φύγει. Μέσα της το ετοίμαζε καιρό, αλλά όπως του είπε οι καλύτερες αποφάσεις είναι εκείνες που παίρνει η καρδιά στα ξαφνικά....."
Κάπου εκεί η Νεφέλη αποφάσισε πως η ιστορία έπαιρνε άλλη τροπή από αυτή που ήθελε να της δώσει και δεν κάθισε να την περιεργαστεί. Άφησε τα χαρτιά ανοιχτά στο γραφείο της και πήγε στην κουνιστή πολυθρόνα της. Μέσα της το πίστευε πλέον, αφού δεν είχε καταγράψει εγκαίρως όσα ήθελε να θυμάται τώρα ήταν αργά. Είχε φτάσει σχεδόν τα 90 και η μνήμη εξασθενούσε μέρα με τη μέρα. Η απόσταση που εκείνοι είχαν βάλει ανάμεσα τώρα γινόταν πραγματικότητα και για την ίδια. Παρόλο που πίστευε πως ειδικά εκείνη, την τελευταία μέρα, όχι απλά θα την θυμόταν, αλλά θα μπορούσε να την αποδώσει λεκτικά.
Δεν πτοήθηκε. Κατέληξε πως ήταν πιο σημαντικό να κρατάει μέσα της την ανάμνηση του το ότι για μία φορά, αλλά ουσιαστική, είχε αποφασίσει εκείνη να φύγει από αυτούς που αγαπούσε, αντί να περιμένει να την αφήσουν εκείνοι πρώτοι. Και ότι είχε περάσει σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής της με αυτό, της ήταν περισσότερο αν όχι αρκετό,από μια ίσως ανόητη και συναισθηματική ιστορία με όχι happy end, για μια ζωή, που η ίδια είχε επιλέξει να αφήσει πίσω της.
Γύρισε στο γραφείο κι έσκισε ό,τι είχε γράψει. "Αφού πλέον δεν υπάρχει ούτε στο μυαλό, καλύτερα να μην υπάρχει ούτε στο χαρτί. Μου φτάνει, που έζησα με αυτή την απόφαση και την υπερασπίστηκα ως το τέλος."
[Θα ήθελα πάρα πολύ να πω, πως φέτος αποφάσισα να κάνω γιορτές μακριά από αυτούς που αγαπώ.....μα υπάρχουν ενστάσεις στο αποφάσισα....αποφάσισα όμως, για λόγους που δεν μπορώ να αναφέρω, πως αποφάσισα να κάνω γιορτές με τον εαυτό μου, και αυτό είναι πιο σημαντικό και στην ουσία του, πιο ειλικρινές]
...Για σένα...που ξέρεις πως πάντα σε κουβαλάω όπου κι αν πάω όπου κι αν βρεθώ.
Εναλλακτικά Χριστούγενννα
Δεν ήταν σίγουρη τι της έφταιγε. Λίγο η μελαγχολία των γιορτών που πλησίαζαν, λίγο το δικό της μόνιμο σκοτάδι, ο συνδυασμός θανατηφόρος. Δεν το είχε προγραμματίσει. Απλά πίστευε πως τις γιορτές είναι καλό να της περνάς κοντά στους ανθρώπους που αγαπάς. Και εκείνη καθόταν προπαραμονή Χριστουγέννων μόνη της στο πάτωμα αγκαλιά με το ποτό και τα δάκρυα. "Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό. Πώς έγιναν όλα έτσι;" αναρωτήθηκε και σηκώθηκε απότομα και πήγε στον καθρέπτη.
Κοίταζε τη μορφή της, για την ακρίβεια την περιεργαζόταν με έναν τρόπο όπως ποτέ πριν. Δεν είχε καμία πρόσκληση για κανένα ρεβεγιόν, κανένας φίλος της δεν θα έμενε στην πόλη. Θα απόμενε μόνη και μάλιστα χωρίς αυτό να είναι δική της επιλογή. Της γύρισε το μάτι. "Τις γιορτές τις περνάμε με αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν....." τότε έλαμψε μέσα της η σκέψη, πως η ίδια μπορεί να αγαπούσε, αλλά τελικά ίσως να μην αγαπιόταν.
Έπεσε για ύπνο με το μυαλό θολό. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται τίποτα. Θα έλεγε τα κάλαντα όπως κάθε χρόνο για πλάκα στους φίλους της και θα προσποιούνταν πως όλα είναι κανονικά. Με αυτή τη σκέψη ξύπνησε. Έφτιαξε τον καφέ της, κάπνισε το τσιγάρο της και άρχισε να ετοιμάζεται. Κάθε χρόνο ένιωθε γελοία μετο κοστούμι του Άγιου Βασίλη, κάθε χρόνο το φορούσε. Όταν ετοιμάστηκε, κατέβηκε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Θα ξεκινούσε από το σπίτι της Τίνας.
Πάντα ήταν η πρώτη της επιλογή σε όλα. Έφτασε και της χτύπησε το κουδούνι. Αν και ήταν πρωί δεν φοβήθηκε να μην την ξυπνήσει. Θα έφευγε ταξίδι οπότε θα ήταν ξύπνια. Η Τίνα της άνοιξε, μπήκε μέσα αντί να αρχίσει το τραγούδι από την πόρτα, όπως έκανε κάθε χρόνο. Φυσικά δεν της έδινε λεφτά μετά. Έπιναν το καφεδάκι τους και πήγαιναν μαζί στους υπόλοιπους. Μα φέτος θα έπρεπε να συνεχίσει μόνη της. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ενώ χτυπούσε τη βέργα στο τρίγωνο και εκεινη την κοίταζε από τον καναπέ ενήργησε ενστικτωδώς. Την πλησίασε και αστραπιαία κάρφωσε τη βέργα στην αριστερή καρωτίδα της Τίνας. Η αιμοραγία θα την σκότωνε σύντομα.
Πήγε στην κουζίνα και έβαλε μια κούπα καφέ. Μέχρι να τον έπινε θα είχε πεθάνει. Όταν έπεσε νεκρή στο πάτωμα, τα είχε ήδη σκεφτεί όλα. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Πρόσεξε τα χέρια της. Πάντα λάτρευε τα χέρια της. "Με εσάς λοιπόν θα κάνω Χριστούγεννα." είπε στον εαυτό της ενώ της έκοβε το αριστερό χέρι. Το έβαλε σε συσκευασία δώρου και έφυγε για τον επόμενο.
Μέχρι αργά το μεσημέρι είχε πάει και είχε "πει τα κάλαντα" σε όλους τους φίλους της. Τους είχε σκοτώσει όλους και είχε κόψει και συσκευάσει το αγαπημένο της μέρος του σώματος τους. Γύρισε κουρασμένη στο σπίτι και έβαλε όλα τα δώρα κάτω από το δέντρο της. Πέρασε ήρεμα την υπόλοιπη μέρα της και το βράδυ ξάπλωσε νωρίς για να σηκωθεί επίσης νωρίς να γιορτάσει τα Χριστούγεννα.
Το πρωί ξύπνησε με μια απίστευτη γαλήνη. Ήταν Χριστούγεννα και θα τα περνούσε με όλους όσους αγαπούσε. 'Εφτιαξε τον καφέ της, άνοιξε το ράδιο, κάπνισε το πρώτο τσιγάρο και μετά αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να ανοίξει τα δώρα της. Το πρώτο κουτί περιείχε το χέρι της Τίνας. Το άνοιξε και το ακούμπησε δίπλα της. Το δέυτερο είχε το πόδι του Χρήστου, το άφησε και αυτό δίπλα της στο πάτωμα. Μετά άνοιξε τα κουτιά με τα μέλη των Άρη και Νίνας και τελευταίο είχε αφήσει το κουτί του Μάνου. Αυτό ήταν και το πιο μεγάλο, καθώς περιείχε το κεφάλι του.
Τα τοποθετησε όλα δίπλα της και σηκώθηκε., Είχε φτάσει μεσημέρι και έπρεπε να ετοιμάσει το τραπέζι. Σήμερα βέβαια θα έτρωγε στο πάτωμα. Έβαλε τα φαγητά δίπλα στα μέλη των φίλων της και γέμισε το ποτήρι της με κρασί. "Καλά Χριστούγεννα να έχουμε." είπε δυνατά, μα τώρα το πίστευε, καθώς είχε βρει τον τρόπο να περάσει τελικά αυτές τις γιορτές κοντά σε αυτούς που αγαπούσε.
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008
Nερό
Βροχή ψιλή, αραιή
δεν μουσκεύει το χώμα,
χαϊδεύει τις μνήμες.
Βροχή κάθετη, πυκνή
υγραίνει το σώμα,
ξυπνάει τις θύμησες.
Βροχή διάγωνια, ορμητική
σαρώνει τα πάντα,
τις προκαλεί.
Με όσουςτρόπους κι αν πέφτει
παραμένει νερό....
όσους τρόπους κι αν έψαξα
ακόμα δεν ξέχασα.
[Δεν ξέρω αν φταίει η βροχή ή η μυρωδιά που παίρνει το χώμα...]
Ετικέτες
Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων,
Ποιηματάκια
Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008
Mελωδία για δύο
"Πότε θα μου παίξεις κάτι πριβέ;" αυτή ήταν η μόνιμη ερώτηση του Χρήστου από τότε που γνώρισε τη Νανά. Το γεγονός ότι έπαιζε χρόνια κοντραμπάσο του άναβε τη φαντασία. Τους κάποιους μήνες της σχέσης τους, η ίδια δεν το είχε προβάλει ποτέ και ουσιαστικά ότι γνώριζε εκείνος, το μάθαινε από τις διηγήσεις των φίλων της. Eκείνο βέβαια που αγνοούσε ο Χρήστος, ήταν ότι η Νανά είχε πολλές ιδιωτικές παραστάσεις, μόνο που έκεινος ποτέ δεν θα ήθελε να παρακολουθήσει κάποια.
Η αλήθεια έιναι ότι η Νανά ήταν μυστήρια κοπέλα. Όχι ιδιαίτερα ψηλή και αρκετά μικροκαμωμένη, πάντα έκανε αίσθηση με φορτωμένο στην πλάτη της το τεράστιο κοντραμπάσο της. Το μόνο πράγμα άλλωστε, που ήταν φανερό, καθώς την ζωή της, την κρατούσε σαν επτασφράγιστο μυστικό. Και ας ήταν συχνές και πολλές οι εκρήξεις να τα αποκαλύψει όλα, ειδικά στον Χρήστο, δεν τολμούσε. Και ο μόνος λόγος που το σκεφτόταν ήταν επιδή την πιέζε πολύ με την πριβέ παράσταση. Ήξερε όμως, πως αν τολμούσε να του πει, αυτό θα σήμαινε και το τέλος. Γεγονός που ήθελε να το αποφύγει, γιατί τον Χρήστο τον είχε ερωτευτεί. Φρόντιζε όμως να κατευνάζει τη δίψα της.
Πάντα ντυνόταν προκλητικά, πάντα φόρτωνε το κοντραμπάσο και έβγαινε έξω. Δεν δυσκολεύοταν να τους ψαρέψει. Λίγο η εμφάνιση, λίγο η μικρή λεπτόμερεια ότι συνήθιζε να παίζει στο σπίτι της γυμνή, τους άναβε και την ακολουθούσαν σαν πειθήνια κουτάβια. Κανείς τους δεν είχε βγει ζωντανός. Και όσο αυξάνονταν τα θύματα, τόσο μεγάλωνε η δίψα της. Ο Χρήστος της ανέτρεψε λίγο τα σχέδια. Είχε παραμείνειήρεμη για καιρό. Δεν ένιωθε ανάγκη να σκοτώσει .Όταν όμως άρχισε να την πιέζει να του παίξει, τα πράγμάτα δυσκόλεψαν. Ποτέ δεν είχε παίξει για κάποιον και αυτός να μείνει ζωντανός. Πώς να έπαινρε τέτοιο ρίσκο με το Χρήστο;
Δεν το σκεφτόταν καν. Ώσπου έφτασε η μέρα,που ένιωθε την αγάπη να την πνίγει. Τον Χρήστο πάνω της σαν βδέλλα και δεν άντεξε άλλο. Του ζήτησε να χαλαρώσει. Εκείνος ανένδοτος. Κολλημένος πάνω της, κολλημένος με την πριβέ παράσταση. Δεν κρατήθηκε πολύ η Νανά. Τον αγαπούσε πού για να τον αφήσει να φύγει, αλλά όχι αρκετά για να τον αφήσει να ζήσει. "Θα σε παρασύρω στη μουσική μου." του είπε και εκείνος τρελάθηκε από χαρά.
Το σκηνικό στήθηκε εύκολα. Κλειστά φώτα, κεριά στο τραπέζι, άδεια η γωνία του σαλονιού που θα στηνόταν το κοντραμπάσο. ο Χρήστος θα έμπαινε μέσα, αφού η Νανά θα είχε ξεκινήσει να παίζει. Έτσι έγινε. η Νανά είχε ξεκινήσει όταν μπήκε ο Χρήστος στο σαλόνι. Έμεινε αποσβολωμένος να την κοιτάζει. Το σώμα της παρέμενε άσπρο, παρόλο που γύρω της υπάρχει σκοτάδι. Το φως του κεριού, φώτιζε αμυδρά τις καμπύλες της, προκαλώντας τον να την πλησιάσει.
Δεν κρατήθηκε πολύ. Σύντομα πήρε τη θέση του κοντά της. Την ίδια θέση που έπαιρναν όλοι όσοι την έβλεπαν έτσι. Στη διάρκεια του κομματιού, εκείνη χαλάρωνε, άπλωνε το χέρι της και του χάιδευε τα μαλλιά. Εκείνος έγερνε πάνω της και αφηνόταν στη μελωδία της. Πότε, πότε της χάριζε φευγαλέα φιλιά, από φόβο μην της διασπάσει την συγκέντρωση. Μα η Νανά παρέμενε πάντα συγκεντρωμένη, στο σκοπό της. Μόνο προς το τέλος του κομματιού, έκανε μια μικρή παύση. Τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε στο στόμα. Τότε άρχισε να παίζει με το αριστερό της χέρι, ενώ το δεξί του κρατούσε τον ώμο. Μετά τον άφησε και έψαξε να βρει το δοξάρι της. Το δικό της δοξάρι, εκεινο που χρησιμοποιούσε για να κατευνάσει τη δίψα της.
Και ενώ το αριστερό συνέχιζε τη μελωδία, το δεξί κρατώντας το δοξάρι χωνόταν με μανία στο λαιμό του Χρήστου. Τα αίματα πετάγονταν παντού. Το κορμί της μετά από λίγο βάφτηκε κόκκινο. Το σώμα του Χρήστου έπεσε στο πάτωμα και εκείνη, με ελεύθερα και τα δυο της χέρια ολοκλήρωσε το κομμάτι. Δεν ήταν πια άσπρη μέσα στο σκοτάδι, ήταν η ίδια κόκκινη, δίνοντας φως στο σκοτάδι. Στο σκοτάδι που χρόνια τώρα της "στερούσε" τις αγάπες της.
"Σήμερα ήταν η σειρά μου. Να σου χαρίσω εγώ μία από αυτές. Την μεγαλύτερη." Είπε και ξάπλωσε γυμνή, μέσα στα αίματα δίπλα του.
[Η έμπνευση με επισκέφτηκε τυχαία χθες, ενώ παρακολουθούσα τον Κωστή Μαραβέγια και τον κοντραμπασίστα του, που τα σπάει.]
Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2008
Σήμερα
Σήμερα, πάλι με μισώ...
ακριβώς, επειδή σε σκέφτομαι.
Σήμερα, πάλι σ' αγαπώ...
ακριβώς, επειδή σ' έχασα.
Σήμερα, πάλι είμαι εδώ...
όχι στο εκεί, που εσύ δεν θα φτάσεις ποτέ....
αλλά, στο εκεί, που εσύ δεν υπήρξες ποτέ.
[Μπερδεμένη διάθεση, περίεργα λόγια, είπα να τα μοιραστώ....μήπως και ξορκίσω τα πνεύματα....]
Ετικέτες
Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων,
Ποιηματάκια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)