Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

Απρόσμενα

Απρόσμενα ξύπνησε η μνήμη της εκείνο το βράδυ. Απρόσμενα εύκολα και βίαια. Με μια βία που νόμιζε πως είχε αφήσει πίσω της από καιρό. Μα όπως φάνηκε απλά κοιμόταν ήρεμα μέχρι να χορτάσει ύπνο και να γυρίσει πίσω. Πιο γεμάτη και πιο αχόρταγη.

Δεν είχε καταλάβει τίποτα εκείνο το πρωί. Μόνο μια περίεργη αίσθηση, που πάντα την απέδιδε στα όνειρα που δεν θυμόταν. Μα το όνειρο της προηγούμενης νύχτας ήρθε καθαρά μπροστά της σαν εικόνα. Σε μια στιγμή. Όταν έχοντας γυρίσει σπίτι από μια μέρα γεμάτη ένταση έβαλε ένα κόκκινο κρασί και κάθισε με το μπουρνούζι της μετά το μπάνιο στον καναπέ. Όταν το κρασί χύθηκε στο μπωλ με τα φυστίκια. Όταν ενστικτωδώς έβαλε το χέρι της μέσα στο μπωλ. Τότε ξεκίνησαν όλα.

Θυμήθηκε τη ζωή στην Ολλανδία. Το Άμστερνταμ και το πόσο ήθελε να πάει εκεί. Όλα όσα την είχαν οδηγήσει εκεί. Ο πόνος, ο θυμός και τελικά η οργή της, το μοναδικό συναίσθημα που η πόλη δεν είχε καταφέρει να κατευνάσει. Έπειτα τον Κάρστεν. Θυμήθηκε πόσο της άρεσε που στα λατινικά σήμαινε χριστιανός. Πόσο οικείο τον ένιωθε. Όχι μόνο λόγο ονόματος αλλά και γι αυτό που ήταν ως άνθρωπος. Τις όμορφες μέρες που μοιράστηκαν. Τη μετάλλαξη του λίγο καιρό αργότερα. Τότε που "ο έρωτας τα άλλαξε όλα" όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Την φαινομενικά ήρεμη ζωή της εκεί μαζί του, που την βίωνε στην ουσία της σαν ρουτίνα. Μια ρουτίνα φρικιαστική, όταν εκείνος άρχισε τις ζήλιες.

Τα μάτια της δάκρυσαν όταν έφερε στη μνήμη της το πρόσωπό του. Τόσο όμορφο και γαλήνιο. Ούτε που κατάλαβε πότε μετατράπηκε στον τύραννο που τόσο είχε μισήσει. Τον ίδιο τύραννο που εξαιτίας του άφησε τα πάντα πίσω της, με σκοπό να μην τον ξανασυναντήσει. Και βρέθηκε να τον έχει δίπλα της, γύρω της και κυρίως μέσα της.

Σχεδόν αυτόματα και δίχως σκέψη πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε. Έπιασε το μπουκάλι και άρχισε να κατεβάζει το κρασί. Η σκέψη της είχε πάρει μπροστά και δεν ήταν στο χέρι της να την σταματήσει.

Είδε ξανά την νύχτα εκείνη. Που αποφάσισε να αφήσει το μόνο πράγμα που πήρε τελικά μαζί της να ξεχυθεί σαν χείμαρρος ενάντια, όχι πλέον στον Κάρστεν, μα στον τύραννο από τον οποίο τόσο ήθελε να ξεφύγει και άφησε την οργή να τα κανονίσει όλα. Πράγμα που έκανε ξανά και ξανά. Ενάντια σε όλους εκείνους που έκτοτε πρόσπαθησαν να τη βάλουν στο οποιοδήποτε καλούπι. Και ανάμεσα σε εκείνη τη μοναδική ευχάριστη στιγμή της ανάμνησης, ήρθε μια αναλαμπή να ανατρέψει τα πάντα.
Και απόμεινε μετέωρη στον καναπέ κοιτώντας τα χέρια της. Παρατηρώντας τα μάλλον, για αρκετή ώρα. Αυτή η λευκή σάρκα με το περιποιημένο μανικιούρ, που ενώ φαινόταν τέλεια, περίμενε τη στιγμή εκείνη που θα βεβαίωνε την τελειότητα της. Θα πιστοποιούσε την ταυτότητα της, όχι όμως και την ύπαρξη της. Πάντα αυτό σκεφτόταν όταν τα βύθιζε στο μπολάκι με τη δική τους ύπαρξη. Πάντα τη ρουφούσε όλη. Έχωνε τα δάχτυλα της στο μπωλ και έπαιρνε κάθε ίνα τους, κάθε φλέβα του κορμιού τους, αφουγκραζόταν κάθε απόκρυφη πτυχή της σκέψης τους, βίωνε την ουσία τους και μετά την έκανε δική της, προσπαθώντας να πιστοποιήσει την δική της ταυτότητα. Και πάντα παρούσα η ίδια ηρεμία. Σαν ιεροτελεστία, αφού τους είχε "κοιμήσει" συνήθως με κάποιον ήρεμο τρόπο. Μετά την έπιανε η μανία. Μετά ήθελε να χύσουν και άλλο αίμα. Μετά τους κατακρεουργούσε για να το αποκτήσει. Και το όνομα. Ποιο αστείο όνομα για εκείνη την περίοδο δεν θα μπορούσε να βρει. Κι ας ένιωθε μέσα της πως απέπνεεε κάτι το ηγετικό.

Και τώρα ενώ νόμιζε πως φεύγοντας από την Ολλανδία, είχε ξεμπερδέψει με τις ταυτότητες ήθελε να τη ζήσει ξανά αυτή την εμπειρία. Παρόλο που πίστευε πως πλέον δεν είχε ανάγκη από ταυτότητες. Σβήνοντας το τσιγάρο άφησε ένα τρανταχτό γέλιο. Δεν τολμούσε να πιστέψει πως τόσα χρόνια ζούσε σε μια πλάνη. Μα το ένστικτο της δεν της είχε πει ποτέ ψέματα. Ντύθηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του. Εκεί πίστευε πως θα τα ξεδιάλυνε όλα.

Όταν έφτασε, ο Χριστόφορος, ήταν αραχτός στον καναπέ. Έκανε μια προσπάθεια να κατευνάσει τον εαυτό της με το σεξ. Δεν της έφτασε. Ήθελε την ύπαρξη του, ήθελε να νιώσει την ουσία του και αυτό μόνο με έναν τρόπο ήξερε να το κάνει.

Πήρε νωχελικά το μαντήλι, μα δεν του έδεσε τα χέρια όπως εκείνος περίμενε. Το έδεσε χαλαρά γύρω από το λαιμό του, κρατώντας τις δυο άκρες του στα δικά της. Όταν είδε πως ήταν αρκετά παθιασμένος άρχισε να τις σφίγει. Όταν ένιωσε την ηδονή να γίνεται πόνος, συνέχισε να τις σφίγει μανιασμένα, μέχρι που ο Χριστόφορος σταμάτησε να αντιδρά. Τον κοίταξε λίγο έτσι όπως είχε πέσει ακούνητος στον καναπέ. Τώρα ήξερε. Τώρα δεν υπήρχε περιθώριο λάθους.

Πήρε ήρεμα τον χαρτοκόπτη του και άρχισε να του κόβει το σώμα και να συλλέγει το αίμα του. Περίμενε χρόνια γι' αυτή τη στιγμή, της απόλυτης βίωσης, της απόλυτης ολοκλήρωσης. Γιατί τώρα κατείχε κάτι που δεν είχε πριν. Τώρα είχε την γνώση όλου αυτού.

Έβαλε τα δάχτυλα της μέσα στο μπωλ με το αίμα, που ήταν ακόμα ζεστό. Τα έπαιξε μέσα στο υγρό, σαν δεξιοτέχνης. Τα άφησε να ποτίσουν από εκείνον. Πόσο όμορφη ήταν αυτή η αίσθηση τώρα που είχε πλήρη επίγνωση. Σηκώθηκε έπειτα από ώρα. Έφτιαξε ένα ποτό και κάθισε στον καναπέ, χαμογελώντας. Για χρόνια νόμιζε πως όλο αυτό ήταν μια ταυτότητα, που ίσως η ίδια να ήθελε να αποδώσει στον εαυτό της. Τελικά ήταν η ίδια η ύπαρξη της, από την οποία όσο και αν ήθελε δεν μπορούσε να ξεφύγει. Μια ύπαρξη από την οποία δεν χρειαζόταν να ξεφύγει, αλλά την οποία χρειαζόταν να θρέψει. Τότε σηκώθηκε με το ποτήρι στο χέρι και κοιτώντας τον Χριστόφορο έκανε μια πρόποση.

"Μετά από χρόνια μπορώ να πω, πως με λένε Παπαστρουμφ και σκοτώνω για να "ταίσω" την ύπαρξη μου με όσους ηθελημένα ή μη έχουν την πρόθεση να δώσουν τη δική τους."

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Θα γίνει σεισμός- θα γίνει πανικός

Ο Άκης ήταν άνθρωπος από τη φύση του ήρεμος και γαλήνιος. Χαμένος στα βιβλία του και στις μουσικές του. Και στην πεποίθηση του ιδανικού σνυτρόφου, που τον κυνήγαγε από νεαρή ηλικία. Η πραγματικότητα βέβαια δεν τον είχε δικαιώσει στον συγκεκριμένο τομέα. Έπεφτε σε τύπισες που ή τους έδινε πολλά, αλλά εκείνες είχαν ξεχάσει να πάρουν ψιλά για να τα κουβαλήσουν με το καρότσι ή του έδιναν πολλά, σε μια υλική όμως διάσταση που δεν του επέτρεπε να πάρει το αερόστατο για τον έβδομο ουρανό.
Η Άννα από την άλλη ήταν φύση πληθωρική. Κοινωνική με πολλούς φίλους και άποψη για όλα. Κυρίως για το χρώμα που θα είχε το αερόστατο. Κι όμως δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Αντίθετα χρειάστηκαν πολλές ματιές και ακόμα περισσότερες ατάκες. Το αποτέλεσμα όμως ήταν πως το αερόστατο απογειώθηκε. Ο Άκης είχε πεισθεί με ποιόν ήθελε να κάνει την βόλτα. Η Άννα ξεκίνησε αρχικά για το ταξίδι. Παρόλη την έντονη προσωπικότητα της, στις σχέσεις της, ήθελε να αφήνει τον άλλο να την οδηγεί.
Για χρόνια το χρησιμοποιούσε σαν πείραμα, για να δει αν της κάνει ο άλλος, μετά κατάλαβε ότι αυτή ήταν και έπαψε να μπλέκει με τύπους που συνεχώς ρωτούσαν ποιο πόδι μπαίνει πρώτο στο χορό. Αν ήξεραν καλώς, αλλιώς τους έστελνε να μάθουν. "Και οι σχολές χορού, να πεινάσουν; Δεν γίνεται." έλεγε με νάζι στη φίλη της. Και ενώ με τον Άκη ήταν κάπως επιφυλακτική, τον έβλεπε να οδηγεί και άρχισε να γουστάρει.
Οι βόλτες τους και οι συζητήσεις τους πολλές και περιεκτικές. Έπρεπε όμως να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη.
Εκείνη τα είχε ετοιμάσει όλα. Φαγητό, κρασάκι ,κεριά, το μόνο που έλειπε η ανδρική παρέμβαση του Άκη, που θα αναλάμβανε το επιδόρπιο. Την ώρα που μάζευε τα πιάτα για το γλυκό, ήταν πεπεισμένη πως όλα πήγαιναν κατ' ευχήν. Η συνέχεια τη δικαίωσε. Άρχισαν να ανταλλάσσουν παθιασμένα φιλιά πάνω από τα αναμμένα κηροπήγια, δίπλα στα πιατάκια του γλυκού. Μα το γλυκό θα τρωγόταν στην κρεβατοκάμαρα.
Την οδήγησε εκεί με μικρές νωχελικές κινήσεις στην αρχή, ενώ με μια βίαιη την πέταξε επάνω στο κρεβάτι. Εκείνη προσπαθούσε να μην σκέφτεται τίποτα και να αφήσει τα αρχέγονα ένστικτα να την οδηγήσουν. Ένστικτα που μετά από λίγη ώρα την είχαν φέρει ξαπλωμένη με τα προκλητικά της εσώρουχα στο σιδερένιο κρεβάτι της να κοιτάζει με πάθος τον κάπως αμήχανο Άκη. Τον έβλεπε να γδύνεται και να την κοιτάει με ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις. Χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα άπλωσε τα χέρια της και έπιασε το σίδερο του κρεβατιού. Ήταν σίγουρη πως εκείνος είχε λάβει το μήνυμα.
"Μαααα...." ψέλλισε με χαμηλή φωνή. "Δεν γίνεται να σε δέσω. Και αν γίνει σεισμός; Πώς θα μας βρουν;" απάντησε ενώ την ίδια ώρα σκεφτόταν πως τελικά έπρεπε να είχε βάλει το τέλειο Calvin Klein κολλητό μποξεράκι του, που πάντα τον έβγαζε ασπροπρόσωπο σε τέτοιες καταστάσεις., που μπορούσε να επιτρέψει στον ανδρισμό του να μεταμφιεστεί σε ευρώ. Όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει τον ανδρισμό του σκόνη. Και ως γνωστόν η Άννα έβαζε σκούπα κάθε Σάββατο και ήταν ακόμα Τρίτη.
Το αποτέλεσμα, η Άννα να μην τον ξαναδεί από τότε. Για αρκετό καιρό μετά επέλεγε άντρες, ανάλογα με τη γραβάτα που φορούσαν. Όχι με βάση το πόσο τους πήγαινε, αλλά πόσο όμορφοι έδειχαν οι καρποί της τυλιγμένοι γύρω από αυτήν σε συνδυασμό με το σίδερο του κρεβατιού. Ήταν ο δικός της τρόπος να εξαγνιστεί για τον Άκη.
Ο Άκης πάλι δεν κατάφερε να εξαγνιστεί. Έκανε μια δυο εμφανίσεις με το Calvin Klein αλλά δεν του ήταν αρκετό. Η Άννα είχε γίνει απωθημένο. Σε μια προσπάθεια να το εξαγνίσει, έμπλεξε με μια τύπισα από εκείνες που δεν έπαιρναν ψιλά για το καρότσι. Τον έβαλε να βάλει το στρινγκ της και φοβούμενος μην γίνει ότι με την Άννα το έκανε. "Τι άλλο να πάει στραβά;" σκεφτόταν όταν λικνιζόταν μπροστά της.
Η Άννα τυχαία πήρε εφημερίδα εκείνο το πρωί. Η είδηση του σεισμού την είχε σοκάρει. Στην φωτογραφία στην πρώτη σελίδα έμεινε άφωνη. Πήγε στη σελίδα να διαβάσει το άρθρο. "Επίπονες προσπάθειες των διασωστών να σώσουν ένα νεαρό, που βρέθηκε ημίγυμνος ανάμεσα στα συντρίμια, φορώντας μόνο ένα στρινγκ." που συνοδευόταν από μια γελοία φωτογραφία του Άκη, ενώ αντιστεκόταν στη διάσωση. Έσκασε στα γέλια.
"Τι χαζός. Αν το μόνο που ήθελε ήταν να φοράει εκείνος το στρινγκ θα μπορούσε να μου το πει. Θα είχαμε περάσει τόσο ωραία." σκέφτηκε ενώ δίπλωνε την εφημερίδα και την έβαζε στην τσάντα της.
[Αφιερωμένο...ξέρει ποιός....σχόλιο του δημιουργού: πρώτη φορά ξαναδούλεψα κείμενο τόσο πολυ.....οπότε....δεν θέλω αηδίες!]

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2009

Κενό

Θα ονειρευτώ τίποτα

και κανέναν.

Θα κοιμηθώ με το κενό,

το ίδιο,

εκείνο που αντικρύζω όταν ξυπνάω.

Με τον καφέ μου σκούρο

και πικρό.

Στο διάβα του κόσμου

θα αλλάζω πρόσωπα,

και όχι προσωπεία

και θα καταθέτω τη γύμνια μου

στο χαλί της ζωής.

Και αυτές που θα ακούγονται

χωρίς να φαίνονται

θα είναι οι πατημασιές,

εκείνων,

που υπήρξαν φαντάσματα

τούτης της ψυχής.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

Όλα ή τίποτα


Τίποτα δεν μετράει


και όλα πονάνε σαν καρφιά.


Το όχι, που κανείς μας δεν λέει


μα δεν παραδέχεται το ναι


αφήνεται στο ίσως,


που γίνεται γρασίδι στην κοιλάδα του ποτέ.


Και απομένει το τότε


να θέλει να αγγίξει το πάντα,


μα επιστρέφει στη στιγμή που το γέννησε,


την μοναδική που το γέμισε,


εκείνη,


που δεν θέλησε τίποτα.




Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Νέα αρχή (?)

Ώρες ολόκληρες καθόταν ανάμεσα σε σκόρπια χαρτιά και τετράδια, μπροστά από τη βιβλιοθήκη του παρελθόντος, όπως έλεγε. Γράμματα από φίλους και εραστές, μάρτυρες μιας ζωής που είχε καιρό τώρα αφήσει πίσω της. Πρόσωπα και καταστάσεις από το παρελθόν. Για πόσους δεν είχε ιδέα τι είχαν απογίνει. Πόσων είχε χάσει τα ίχνη και για πόσους είχε αφήσει να χαθούν τα δικά της. Και πάντα η ίδια, γλυκιά νοσταλγία να την οδηγεί να τα θυμηθεί, να τα σκαλίσει. Νοσταλγία που γινόταν θρήνος όταν έφτανε στα δικά τους.
Του Μάνου τα διάβαζε όλα. Ήταν ο πρώτος που έφυγε και είχε φροντίσει να αφήνει πάντα κάποιο ίχνος, κάποιο σημάδι ζωής. Ώσπου ένα πρωινό, αποφάσισε να σβήσει μόνη της και το παραμικρό σημάδι της ύπαρξης του. Του Γιάννη δεν άντεχε. Κάπου στη μέση την έπνιγαν τα δάκρυα και έκλεινε το τετράδιο σαν τρελή. Έτρεχε στο δωμάτιο του Άρη, βεβαιωνόταν ότι κοιμόταν σκεπασμένος και τον αγκάλιαζε σαν να ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε. Πολλές φορές την έπαιρνε ο ύπνος εκεί και ξύπναγε με την ερώτηση του στα αυτιά της "Ρε μαμά, τι έπαθες πάλι;". Εκείνη τον κοίταζε βουβή και ευτυχισμένη, τον φιλούσε και σηκωνόταν να φτιάξει πρωινό.
Παρόλο που πλησίαζε τα 40, ποτέ δεν είχε σκεφτεί έτσι. Πάντα νοσταλγούσε αυτούς που έφυγαν, αλλά πάντα έβρισκε παρηγοριά στο γιό της. Το κειμείλιο ένος έρωτα όπως έλεγε. Τώρα όμως που είχε φύγει και αυτός-γιατί το παιδί ήθελε να σπουδάσει- ένιωθε αλλιώς. Το βάρος όλων αυτών που είχαν φύγει έμοιαζε αβάσταχτο. Η μοναξιά τώρα είχε άλλη μορφή, ακριβώς επειδή δεν είχε η ίδια επιλέξει. Τότε θυμήθηκε την Ελένη.
Πήρε το κουτί της. Γέλασε, επειδή το είχε στη βιβλιοθήκη με τα πρόσωπα του παρόντος, παρόλο που εκείνη την είχε διώξει, για χάρη του Άρη. Θυμήθηκε εκείνο, το τελευταίο βράδυ στο σπίτι της Ελένης, με μάτια υγρά, να της λέει, πως προέχει ο γιος της και πως δεν μπορεί να υποστηρίξει αυτό που γινόταν μεταξύ τους. Μετά να τρέχει σπίτι και να τον αγκαλιάζει και να νιώθει πως ο κόσμος σταματά εκεί, με το γιο της στην αγκαλιά της.
Μα ο κόσμος δεν σταμάτησε. Και βρισκόταν εκεί, με την αγκαλιά άδεια και την καρδιά κενή. Μέσα στα κλάματα, άπλωσε το χέρι και έπεσε σε έναν φάκελο. Είχε ένα γράμμα της Ελένης και ένα ζευγάρι κλειδιά. Δεν ήξερε αν θα την περίμενε, αν τα κλειδιά θα άνοιγαν την πόρτα. Ήξερε μόνο πως ήθελε να βρεθεί, εκεί δίπλα της, να ξαπλώσει, να ακουμπήσει το κεφάλι στον ώμο της και να νιώσει, ασφάλεια, πως δεν φεύγουν όλοι. Πως υπάρχουν άνθρωποι που μένουν, για τον πολύ απλό λόγο, επειδή αυτό είναι που θέλουν.
Δεν ήξερε αν το ζούσε, αλλά κοιμήθηκε με την αίσθηση της Ελένης δίπλα της. Μόνο το πρωί, που την ξύπνησε, κατάλαβε πως όλα ήταν αληθινά. Και το τηλέφωνο του Άρη, απλά μεγάλωσε την ευτυχία της και δεν την καθόρισε, αυτή τη φορά.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2008

Εναλλακτικά Χριστούγεννα 2

"Περπάτησε αρκετά μέσα στο κρύο. Δεν ήταν παρά λίγες μέρες στην πολή και δεν ήξερε ακόμα τα στέκια. Όχι ότι είχε και πολλά. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπορστά στην πόρτα από το μπαράκι. Δεν ήταν σίγουρη πως ήταν αυτό που της είχαν πει, ήταν όμως σίγουρη πως σε αυτό θα έμπαινε. Το κρύο δεν της επέτρεπε άλλες περιπλανήσεις. Μπήκε και κάθισε στη γωνία του μπαρ και περίμενε να παραγγείλει. Δεν είχε πολύ κόσμο, αλλά δεν της προξένησε εντύπωση. "Χριστούγεννα είναι, θα τα περάσουν με τους δικούς τους." σκέφτηκε, αλλά γρήγορα τη διέκοψε ο μπάρμαν, που ήρθε για παραγγελία. Δεν πήρε πόρτο αυτή τη φορά. Παρήγγειλε ένα ουίσκι με πάγο. Ο Μπάρμαν μάλλον κατάλαβε πως ήταν ξένη, αφού μόλις της έφερε το ποτό της είπε Καλά Χριστούγεννα.
Εκείνη απάντησε πως προτιμούσε το σκέτο χρόνια πολλά γιατί -για να τον προλάβει- ήταν τα γενεθλιά της. Χαμογέλασε σε αυτό. Πάντα χρησιμοποιούσε αυτή τη δικαιολογία, για όλες τις γιορτές που την έβρισκαν μόνη να τα πίνει σε κάποιο μπαρ. Εκείνος την κέρασε το δέυτερο και δεν έκανε άλλες ερωτήσεις. Ξαφνικά ένιωσε να κάθεται δίπλα της ένας τύπος που μέχρι εκείνη την στιγμή καθόταν στην άλλη μεριά του μαγαζιού. Ήταν έτοιμη για το τι θα έλεγε, όμως περίμενε να την ρωτήσει. Πράγματι τη ρώτησε τι έκανε εκεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως όλοι καταλάβαιναν αμέσως ότι ήταν ξένη. Της είχαν πει όμως, πως το Αβέιρο, όντας καθαρά βιομηχανική πολή δεν προσφέρεται για τουρισμό και πως ίσως τέτοιες μέρες να συναντούσε δυσκολίες από τους ντόπιους.
Η επιθυμία της όμως να πάει στην Πορτογαλία και μάλιστα σε αυτή την πόλη κοντά στην ακτή του ατλαντικού ωκεανού είχε υπερνικήσει όλες τις φοβίες. Αν και ο συγκεκριμένος ντόπιος δεν της έφερε καμία δυσκολία. Τα ήπιαν και τα είπαν σαν δυο καλά φιλαράκια. Του έκανε εντύπωση που, όπως του είπε είχε σηκωθεί ένα πρωί και είχε φύγει. Μέσα της το ετοίμαζε καιρό, αλλά όπως του είπε οι καλύτερες αποφάσεις είναι εκείνες που παίρνει η καρδιά στα ξαφνικά....."
Κάπου εκεί η Νεφέλη αποφάσισε πως η ιστορία έπαιρνε άλλη τροπή από αυτή που ήθελε να της δώσει και δεν κάθισε να την περιεργαστεί. Άφησε τα χαρτιά ανοιχτά στο γραφείο της και πήγε στην κουνιστή πολυθρόνα της. Μέσα της το πίστευε πλέον, αφού δεν είχε καταγράψει εγκαίρως όσα ήθελε να θυμάται τώρα ήταν αργά. Είχε φτάσει σχεδόν τα 90 και η μνήμη εξασθενούσε μέρα με τη μέρα. Η απόσταση που εκείνοι είχαν βάλει ανάμεσα τώρα γινόταν πραγματικότητα και για την ίδια. Παρόλο που πίστευε πως ειδικά εκείνη, την τελευταία μέρα, όχι απλά θα την θυμόταν, αλλά θα μπορούσε να την αποδώσει λεκτικά.
Δεν πτοήθηκε. Κατέληξε πως ήταν πιο σημαντικό να κρατάει μέσα της την ανάμνηση του το ότι για μία φορά, αλλά ουσιαστική, είχε αποφασίσει εκείνη να φύγει από αυτούς που αγαπούσε, αντί να περιμένει να την αφήσουν εκείνοι πρώτοι. Και ότι είχε περάσει σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής της με αυτό, της ήταν περισσότερο αν όχι αρκετό,από μια ίσως ανόητη και συναισθηματική ιστορία με όχι happy end, για μια ζωή, που η ίδια είχε επιλέξει να αφήσει πίσω της.
Γύρισε στο γραφείο κι έσκισε ό,τι είχε γράψει. "Αφού πλέον δεν υπάρχει ούτε στο μυαλό, καλύτερα να μην υπάρχει ούτε στο χαρτί. Μου φτάνει, που έζησα με αυτή την απόφαση και την υπερασπίστηκα ως το τέλος."
[Θα ήθελα πάρα πολύ να πω, πως φέτος αποφάσισα να κάνω γιορτές μακριά από αυτούς που αγαπώ.....μα υπάρχουν ενστάσεις στο αποφάσισα....αποφάσισα όμως, για λόγους που δεν μπορώ να αναφέρω, πως αποφάσισα να κάνω γιορτές με τον εαυτό μου, και αυτό είναι πιο σημαντικό και στην ουσία του, πιο ειλικρινές]
...Για σένα...που ξέρεις πως πάντα σε κουβαλάω όπου κι αν πάω όπου κι αν βρεθώ.

Εναλλακτικά Χριστούγενννα

Δεν ήταν σίγουρη τι της έφταιγε. Λίγο η μελαγχολία των γιορτών που πλησίαζαν, λίγο το δικό της μόνιμο σκοτάδι, ο συνδυασμός θανατηφόρος. Δεν το είχε προγραμματίσει. Απλά πίστευε πως τις γιορτές είναι καλό να της περνάς κοντά στους ανθρώπους που αγαπάς. Και εκείνη καθόταν προπαραμονή Χριστουγέννων μόνη της στο πάτωμα αγκαλιά με το ποτό και τα δάκρυα. "Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό. Πώς έγιναν όλα έτσι;" αναρωτήθηκε και σηκώθηκε απότομα και πήγε στον καθρέπτη.
Κοίταζε τη μορφή της, για την ακρίβεια την περιεργαζόταν με έναν τρόπο όπως ποτέ πριν. Δεν είχε καμία πρόσκληση για κανένα ρεβεγιόν, κανένας φίλος της δεν θα έμενε στην πόλη. Θα απόμενε μόνη και μάλιστα χωρίς αυτό να είναι δική της επιλογή. Της γύρισε το μάτι. "Τις γιορτές τις περνάμε με αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν....." τότε έλαμψε μέσα της η σκέψη, πως η ίδια μπορεί να αγαπούσε, αλλά τελικά ίσως να μην αγαπιόταν.
Έπεσε για ύπνο με το μυαλό θολό. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται τίποτα. Θα έλεγε τα κάλαντα όπως κάθε χρόνο για πλάκα στους φίλους της και θα προσποιούνταν πως όλα είναι κανονικά. Με αυτή τη σκέψη ξύπνησε. Έφτιαξε τον καφέ της, κάπνισε το τσιγάρο της και άρχισε να ετοιμάζεται. Κάθε χρόνο ένιωθε γελοία μετο κοστούμι του Άγιου Βασίλη, κάθε χρόνο το φορούσε. Όταν ετοιμάστηκε, κατέβηκε και μπήκε στο αυτοκίνητο. Θα ξεκινούσε από το σπίτι της Τίνας.
Πάντα ήταν η πρώτη της επιλογή σε όλα. Έφτασε και της χτύπησε το κουδούνι. Αν και ήταν πρωί δεν φοβήθηκε να μην την ξυπνήσει. Θα έφευγε ταξίδι οπότε θα ήταν ξύπνια. Η Τίνα της άνοιξε, μπήκε μέσα αντί να αρχίσει το τραγούδι από την πόρτα, όπως έκανε κάθε χρόνο. Φυσικά δεν της έδινε λεφτά μετά. Έπιναν το καφεδάκι τους και πήγαιναν μαζί στους υπόλοιπους. Μα φέτος θα έπρεπε να συνεχίσει μόνη της. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Ενώ χτυπούσε τη βέργα στο τρίγωνο και εκεινη την κοίταζε από τον καναπέ ενήργησε ενστικτωδώς. Την πλησίασε και αστραπιαία κάρφωσε τη βέργα στην αριστερή καρωτίδα της Τίνας. Η αιμοραγία θα την σκότωνε σύντομα.
Πήγε στην κουζίνα και έβαλε μια κούπα καφέ. Μέχρι να τον έπινε θα είχε πεθάνει. Όταν έπεσε νεκρή στο πάτωμα, τα είχε ήδη σκεφτεί όλα. Την ξάπλωσε στο πάτωμα. Πρόσεξε τα χέρια της. Πάντα λάτρευε τα χέρια της. "Με εσάς λοιπόν θα κάνω Χριστούγεννα." είπε στον εαυτό της ενώ της έκοβε το αριστερό χέρι. Το έβαλε σε συσκευασία δώρου και έφυγε για τον επόμενο.
Μέχρι αργά το μεσημέρι είχε πάει και είχε "πει τα κάλαντα" σε όλους τους φίλους της. Τους είχε σκοτώσει όλους και είχε κόψει και συσκευάσει το αγαπημένο της μέρος του σώματος τους. Γύρισε κουρασμένη στο σπίτι και έβαλε όλα τα δώρα κάτω από το δέντρο της. Πέρασε ήρεμα την υπόλοιπη μέρα της και το βράδυ ξάπλωσε νωρίς για να σηκωθεί επίσης νωρίς να γιορτάσει τα Χριστούγεννα.
Το πρωί ξύπνησε με μια απίστευτη γαλήνη. Ήταν Χριστούγεννα και θα τα περνούσε με όλους όσους αγαπούσε. 'Εφτιαξε τον καφέ της, άνοιξε το ράδιο, κάπνισε το πρώτο τσιγάρο και μετά αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να ανοίξει τα δώρα της. Το πρώτο κουτί περιείχε το χέρι της Τίνας. Το άνοιξε και το ακούμπησε δίπλα της. Το δέυτερο είχε το πόδι του Χρήστου, το άφησε και αυτό δίπλα της στο πάτωμα. Μετά άνοιξε τα κουτιά με τα μέλη των Άρη και Νίνας και τελευταίο είχε αφήσει το κουτί του Μάνου. Αυτό ήταν και το πιο μεγάλο, καθώς περιείχε το κεφάλι του.
Τα τοποθετησε όλα δίπλα της και σηκώθηκε., Είχε φτάσει μεσημέρι και έπρεπε να ετοιμάσει το τραπέζι. Σήμερα βέβαια θα έτρωγε στο πάτωμα. Έβαλε τα φαγητά δίπλα στα μέλη των φίλων της και γέμισε το ποτήρι της με κρασί. "Καλά Χριστούγεννα να έχουμε." είπε δυνατά, μα τώρα το πίστευε, καθώς είχε βρει τον τρόπο να περάσει τελικά αυτές τις γιορτές κοντά σε αυτούς που αγαπούσε.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Nερό

Βροχή ψιλή, αραιή
δεν μουσκεύει το χώμα,
χαϊδεύει τις μνήμες.
Βροχή κάθετη, πυκνή
υγραίνει το σώμα,
ξυπνάει τις θύμησες.
Βροχή διάγωνια, ορμητική
σαρώνει τα πάντα,
τις προκαλεί.
Με όσουςτρόπους κι αν πέφτει
παραμένει νερό....
όσους τρόπους κι αν έψαξα
ακόμα δεν ξέχασα.
[Δεν ξέρω αν φταίει η βροχή ή η μυρωδιά που παίρνει το χώμα...]