Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Συνέβη φέτος τα Χριστούγεννα

Αγαπητό κοινό εκδοθήκαμε, με την καλή έννοια. Η κίνηση που ξέκινησε από τον Αrt bomber, με τη συμμετοχή 25 bloggers, έγινε βιβλίο με τίτλο: "Bloggers, ιστορίες του διαδικτύου" και κυκλοφορεί ελεύθερο ανάμεσα μας, από τις εκδόσεις Σόκολη-Κουλεδάκη. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί στο ίδρυμα "Αναπηρία Τώρα".
Ο Orestis είναι νομίζω στη σελίδα 21 και έτσι για να σπάσει το κατεστημένο, δεν έδωσε δολοφονία....
ΥΓ. Μάλλον επειδή "έφτυσα" το είδος, που με ανέδειξε (το καλάμι μου το πήραν δώρο τα χριστούγεννα), με εκδικήθηκε ο δαίμων του τυπογραφείου και τυπώσαν το Orestis της διεύθυνσης με ένα s. Εγώ φταίω, που έδωσα τη διεύθυνση ως υπογραφή...έπρεπε να υπογράψω αιματηρά να μην υπάρξει καμία σύγχυση.
Καλή χρονιά να έχουμε.....μας το χρωστάνε άλλωστε όλες οι προηγούμενες.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Η Υβόννη μπήκε στο βιβλιοπωλείο βιαστική. Προχώρησε στο σταντ με τις καινούριες κυκλοφορίες και άπλωσε σχεδόν μηχανικά το χέρι της στο τελευταίο ράφι. Δεν πρόλαβε όμως να αγγίξει τη ράχη του βιβλίου. Τα ακροδάχτυλα της συνάντησαν τα δικά του και ένα κύμα ηλεκτρισμού διαπέρασε το κορμί της. Το βιβλίο βρέθηκε στο πάτωμα, σκισμένο στα δύο. Αποφάσισαν να το πάρουν, να διαβάσει ο καθένας το μισό του και έπειτα να συναντηθούν για να ανταλλάξουν μέρη και να ολοκληρώσουν την ιστορία.
Επεισοδιακή υπήρξε η γνωριμία τους, ταραχώδης ήταν η σχέση τους. Παραδόθηκαν ανευ όρων και χάθηκαν στη μαγική δύνη των συναισθημάτων τους. Μα δεν θα μπορούσαν να μείνουν έτσι για πάντα. Η Υβόννη ήθελε όπως πάντα, να καταγράψει αυτά που ένιωθε, να τους δώσει μορφή στο χαρτί. Ο Στέφανος απλά προτιμούσε να το απολαμβάνει και για καιρό τα έβρσκαν έτσι. Εκείνη να γράφει σκόρπιες λέξεις και εκείνος να τη χαζεύει.
Θέλησε όμως, κάποια στιγμή, να μπει στο χώρο της και να διαβάσει αυτά που έγραφε. Η Υβόννη όμως δεν ήθελε κανείς, ούτε καν ο Στέφανος να γίνει θεατής των σκέψεων της. "Όταν ολοκληρωθεί θα είσαι ο πρώτος που θα το διαβάσει." του έλεγε. Δεν ήταν αρκετό και ένα πρωί που ξύπνησε εκείνος είχε φύγει. Τόσο απλά, τόσο αθόρυβα. Μέρες τον έψαχνε, μήνες τον περίμενε, μα εκείνος πουθενά. Απόμεινε μόνη, με τις σκέψεις της, που προσπαθούσε να της κάνει λέξεις, προτάσεις. Πέρασαν χρόνια, άλλαξαν μέσα της πολλά, μα η καρδιά της παρέμεινε ίδια. Να τον περιμένει και να φαντάζεται την επιστροφή του μέσα από τις ηρωίδες της στα γραπτά της.
Δεν έβγαινε πια από το σπίτι, πάρα μόνο μια φορά το μήνα και πήγαινε στο βιβλιοπωλείο τους. Στεκόταν στο σταντ και περίμενε, περίμενε μήπως φανεί. Αλλά εκείνος ήταν άφαντος. Γύρναγε σπίτι, καθόταν στο γραφείο της και έγραφε, το διαφορετικό τέλος που θα ήθελε να είχε αυτή η μέρα, αυτή η ίδια μέρα του κάθε μήνα. Και αποκοιμιόταν , με την ελπίδα πως θα έρθει η στιγμή, που δεν χρειαστει ούτε να το φανταστεί, ούτε να το γράψει, γιατί θα το ζήσει.
Το ιδανικότερο τέλος της είχε μεγάλη επιτυχία και κυκλοφόρησε. Ένιωσε μια μικρή ικανοποιήση, πως και κάποιοι άλλοι ζούσαν μέσα από τη γραφή της. Ντύθηκε ζεστά και βγήκε στο δρόμο. Σήμερα είχε αποφασίσει πως θα περπατούσε μέχρι το βιβιοπωλείο. Πλησίασε το σταντ, είδε το βιβλίο της και άπλωσε το χέρι της να το πιάσει. Το κρατούσε, όταν ένιωσε ένα χέρι να πλησίαζει το δικό της. Το κύκλωσε και άνοιξε το βιβλίο στην πρώτη σελίδα. Το δάκρυ της που κύλησε, πότισε την αφιέρωση, "Για τον Στέφανο....".

[Στην Ιζόλδη, που της το είχα υποσχεθεί. Και μην ξεγελιέστε. Δολοφονία είναι και αυτή.... Καλά Χριστούγεννα, για όλους αυτούς, που μας κάνουν ακόμα να πιστεύουμε, πως ναι....είναι ΚΑΛΑ.]

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2007

Mάθημα σολφέζ


Τυχαία γνώρισε η Παπαστρουμφ τον Λίο. Τυχαίος και ο έρωτας. Αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε απλά να το ζήσει. Σε όλο του το φάσμα και με όλη του τη δύναμη. Να νιώσει πως υπήρχε ο άνθρωπος, που θα την έκανε να ξεχάσει όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Και αυτό έκανε. Όσο και όπως μπορούσε. Ήταν βράδυ αργά όταν πήρε τηλέφωνο. "Ποιός είναι;"ακούστηκε η φωνή της Orestis. " Εγώ. Aπλά ήθελα να σου πω πως είμαι ερωτευμένη." ακούστηκε η φωνή της Παπαστρουμφ. " Και έπρεπε να με πάρεις μέσα στην άγρια νύχτα;" απολογήθηκε η Orestis. "Φαντάζομαι πως δεν μπορούσα να περίμενω." απολογήθηκε.
Αλλά μέσα της ήξερε. Και αν ήξερε και η ίδια θα καταλάβαινε. Αγνοούσε όμως και αυτο έδινε στην Οrestis το τέλειο άλλοθι. Όμως η Παπαστρουμφ έκανε αυτό που ήξερε και αυτό που ένιωθε. Αγάπαγε και είχε για πρώτη φορά τη δυνατότητα να σκοτώσει κάποιον που αγαπούσε. Και δεν υπήρχε περίπτωση να το χαραμίσει. Τα είχε σχεδιάσει όλα, όπως πάντα. Και εκείνος δεν πρόλαβε αντίσταση. Την κάλεσε σπίτι του. Ήταν μια ευκαιρία, που δεν μπορούσε να αφήσει να πάει χαμένη. Το ίδιο βράδυ ήταν σπίτι του.
"Είσα έτοιμη; Το να μάθεις κιθάρα, δεν είναι εύκολο." είπε με χαμόγελο ο Λίο. "Το ξέρω, αλλά μ' αρέσουν τα δύσκολα." χαμογέλασε η Παπαστρουμφ. Έπαιζε μουσική και εκείνη χανόταν. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε τι έπρεπε να κάνει και κουμπώθηκε. Του ζήτησε την κιθάρα για να δοκιμάσει. "Τώρα εσύ, πρέπει να κοιμηθείς." είπε, ενώ η κιθάρα έβρισκε το όμορφο πρόσωπο του. Η κκιθάρα διαλύθηκε, οι χορδές πετάχτηκαν και το κεφάλι του γέμισε αίματα.
Είχε έρθει ώρα να λάβει δράση.
Τον κουβάλησε στο μπάνιο, τον έβαλε στην μπανιέρα και τον έγδυσε. Έβαλε τα γάντια στο χέρι της και κράτησε τη χορδή. Την πέρασε ανάμεσα στους καρπούς του και τον κρέμασε στο ντους. Το γυμνό του σώμα παλλόταν. Δεν ήθελε να τελειώσει τόσο σύντομα. Πήρε ένα μαχαίρι και χαράκωσε τα πλευρά του. Έπειτα διάλεξε μία χορδή και άρχισε τα ράμματα. Περνούσε η χορδή τη σάρκα του, αλλά δεν την ένωνε, απλά τη διασπούσε περισσότερο.
Οι χορδές όμως δεν ήταν πολλές. Έπρεπε να κάνει σωστή χρήση. Πήρε μία και την κοιτούσε. Έπειτα τον κοίταξε και γέλασε. Τύλιξε τη χορδή γύρω από το λαιμό του και άρχισε να τη τραβάει. Τραβούσε για αρκετή ώρα, ώσπου κάποια στιγμή το κεφάλι του, βρέθηκε στον πάτο της μπανιέρας.
Αίμα πλημμύρισε τον χώρο. το κορμί του κουνιόταν και ήταν ζήτημα λεπτών να ξεψυχήσει. Αλλά το διασκέδαζε. "Μινόρε της αυγής. Αυτό είσαι μωρό μου. Μινόρε για την τελευταία σου αυγή."

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

Για τη μαμά μου

Πέμπτες,

κλάμα για σένα,

για μένα,

μα κυρίως για κείνη.

Αγκαλιαζόμαστε,

πονάμε,

μα πάντα ελπίζουμε.

Εκείνο δεν ήρθε,

είναι μακριά,

άραγε εμείς θα το γράψουμε;

εκείνο...το τέλος.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Ένα μπουκέτο για τη μουσίτσα

Έβαλε ένα cd με διάφορες έντεχνες επιλογές να παίζει, άναψε τα κεριά, ετοίμασε τα ποτήρια και περίμενε. Φοβήθηκε μήπως η ατμόσφαιρα παραήταν ρομαντική, αλλά πίστευε πως ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία της και έτσι θα περνούσε απαρατήρητη. Το κρασί, κόκκινο όπως πάντα, περίμενε στο ψυγείο. Έριξε μια τελευταία ματιά στο χώρο για να εντοπίσει τυχόν ατέλειες. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.
Όταν άνοιξε η πόρτα, την είδε χαρούμενη να της χαμογελά. "Δεν άργησα ε;" είπε η Μουσίτσα. "Όχι, καθόλου." απάντησε η Παπαστρουμφ. Κάθισε στον καναπέ και για αρκετή ώρα η Μουσίτσα, την ευχαριστούσε που κανόνισαν τελικά το ραντεβού σπίτι της και όχι κάπου έξω. "Η ευχαρίστηση θα είναι όλη δική μου." σκεφτόταν καθώς πήγαινε στην κουζίνα να φέρει το μπουκάλι. Το έβγαλε από το ψυγείο και καθώς το κρατούσε, κοίταξε το τραπέζι της κουζίνας. Χαμογέλασε σκεφτική, τελικά άνοιξε το συρτάρι και πήρε το ανοιχτήρι.
Η Μουσίτσα την περίμενε στον καναπέ. Όταν την είδε να έρχεται της είπε, "Πιστευώ πως δεν θα μας πάρει πολλή ώρα να περάσουμε τους κωδικούς και να αλλάξουμε το φόντο. Σε έχει απορροφήσει το μπλογκ τελευταία ε;", ενώ είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με τον υπολογιστή. "Ναι μου αρέσει πολύ. Θα σου βάλω ε;" ρώτησε η Παπαστρουμφ δείχνοντας το μπουκάλι με το κρασί. Η διαδικασία είχε τελειώσει, το ίδιο και το μπουκάλι. "Όλο το ήπιαμε ε; Να δω πως θα πάω σπίτι." ρώτησε η Μουσίτσα. "Δεν θα χρειαστεί γλυκιά μου." απάντησε η Παπαστρουμφ και την χτύπησε με το άδειο μπουκάλι στο κεφάλι.
Έπεσε αναίσθητη στον καναπέ. Η Παπαστρουμφ την ξάπλωσε ανάσκελα στο πάτωμα την έδεσε και την φίμωσε. Πήγε στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας το ανοιχτήρι και ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα. Γονάτισε δίπλα στη Μουσίτσα την κοίταξε και της είπε, "Είχα σκεφτεί να το κάνω με το Black & Decker, αλλά και το ανοίχτηρι δεν είναι κακή ιδέα.", και έσκασε στα γέλια. Την έγδυσε και κοιτούσε το σώμα της. Δεν ήξερε από που να αρχίσει, αλλά δεν το σκέφτηκε πολύ. Άνοιξε το ανοιχτήρι και το τοποθέτησε στον θώρακα της Μουσίτσας. Άρχισε να το γυρνάει, αλλά δυσκολεύτηκε αρκετά να τον τρυπήσει. Όσο πιο βαθιά έμπαινε το ανοιχτήρι, τόσο περισσότερο αίμα πεταγόταν. Κυλούσε στο σώμα της και γέμιζε το πάτωμα και τα γόνατα της Παπαστρουμφ. Όταν έφτασε στο επιθυμητό βάθος σταμάτησε, πήρε ένα λουλούδι και το έβαλε στην τρύπα. ΄
Κάποια στιγμή, βαρέθηκε να ανοίγει τρύπες με το ανοιχτήρι και επιχείρησε να το κάνει απευθείας με το λουλούδι. Ήταν καταστροφικό. Τα αγκάθια πλήγιαζαν το κορμί της Μουσίτσας και το τριαντάφυλλο χωνόταν άτσαλα, πετάγωντας σάρκα και αίμα πάντου. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται και δεν άντεχε άλλο. Κοίταξε το ρολόι, δεν ήταν ακόμα ώρα κοινής ησυχίας, οπότε μπορούσε να βάλει σε εφαρμογή το αρχικό της σχέδιο. Πήγε και πήρε το τρυπάνι, δυνάμωσε τη μουσική και το έβαλε στην πρίζα. "Τώρα μάλιστα." μονολόγησε και έκανε ένα μικρό διάλειμμα. Το κορμί της Μουσίτσας ήταν σχεδόν ολόκληρο, καλυμένο με λουλούδια. Είχε και κάποιους σπασμούς στην αρχή, αλλά μετά λιποθύμησε από τους πόνους.
Θα μπορούσε να την αφήσει να πεθάνει από αιμοραγία, αλλά δεν ήθελε. Πήγε στην κουζίνα και πήρε μια ορχιδέα από το βάζο. "Στο βάζο του σαλονιού θα πηγαίνεις καλύτερα." σκέφτηκε επιστρέφοντας στο σαλόνι.
Άνοιξε το τρυπάνι, το έφερε κοντά στην καρδιά της Μουσίτσας και άρχισε να ανοίγει τη σάρκα. Βγήκε περισσότερο αίμα απ' ότι υπολόγιζε. Πλημμύρισαν τα πάντα. Δεν ανησύχησε όμως. Έβαλε την ορχιδέα στην καρδιά, σηκώθηκε και έμεινε ακίνητη για λίγο, κοιτώντας το χαμό που είχε προκαλέσει. Όλα ήταν κόκκινα. Ξαφνικά παρατήρησε το πρόσωπο της Μουσίτσας. Ήθελε να το αφήσει ανέπαφο, αλλά όχι άδειο. Άνοιξε το στόμα της και έριξε μέσα λίγα ροδοπέταλα. "Αν στο νερό τα τριαντάφυλλα, κρατάνε κανά δυο μέρες, στο αίμα πόσο να αντέχουν;" σκέφτηκε, αλλά ήξερε ότι όσο και να της άρεσε αυτό το θέαμα στο σαλόνι, έπρεπε ξεφορτωθεί το πτώμα.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2007

Γη

Σε κράταγα πίσω

με κράταγες στη γη.

Ήθελα να πετάξεις

μου άφησες το χέρι.

Γύρισες πίσω

κοίταγα τη γη.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Έχω μια δίψα

Γύρισε από τη δουλειά και έβαλε ένα κρασάκι. Θα τη ζάλιζε, αλλά όλη μέρα αυτή τη ζάλη περίμενε. Ήθελε να χαθεί στο ποτήρι με το κόκκινο υγρό. Ήταν το εισιτήριο της για άλλους κόσμους, δικούς της. Άναψε και το τσιγάρο, που ώρα περίμενε στο στόμα της, και ξάπλωσε στον καναπέ. Άκουγε Μπαχ, που τόσο την χαλάρωνε. Ξαφινκά σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει με το ποτήρι γύρω από το τραπεζάκι του σαλονιού. Το τσιγάρο κόντευε να τελειώσει. Το έσβησε σε μία από τις φωτογραφίες, που κείτονταν στο τραπέζι. Χαμογέλασε. Είχε βρει τον επόμενο.
Δεν της άρεσε η ιδέα, αλλά ήξερε πως έτσι έπρεπε να δράσει. Αν και καινούρια στο χώρο του blogging, γρήγορα δικτυώθηκε. Ήταν και καλή, αυτό δεν το αμφισβητούσε κανένας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε γνωριστεί ή είχε μιλήσει με αρκετούς. Γεγονός που την καθιστούσε ιδιαίτερα χαρούμενη και τυχερή. "Θα σε κάνω περήφανο." μονολόγησε καθώς τυλιγόταν στα σκεπάσματα.
Όλη μέρα είχε άγχος. Για πολλούς λόγους. Είχε δουλειά στο γραφείο και θα γνώριζε τον Άμμος στα μαλλιά μου. Το ότι το κατάφυγιο της μπορεί να ήταν υπό παρακολούθηση προτιμούσε να μην το σκέφτεται. Ήθελε να είναι λαμπερή. Στις 17:30 άρχισε να ετοιμαζέται. Στις 18:30 ήταν η μεγάλη συνάντηση. Όταν βρέθηκαν ένιωσε μια απίστευτη οικειότητα. "Πόσο δίκιο είχες." σκέφτηκε και απλά χαμογέλασε. Ήπιαν τον καφέ τους, τα είπαν και ήξερε ότι έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση.
"Λοιπόν, θες να δεις το θρυλικό σπίτι;" τον ρώτησε. "Θρυλικό λέγοντας; Εκτός αν εννοείς της Orestis, που εννοείται πεθαίνω να το δω." απάντησε ο Άμμος. "Μα, αυτό φυσικά. Έχω τα κλειδιά." είπε η Παπαστρουμφ και την ώρα που το έλεγε, αναθεματούσε που είχε διαλέξει αυτό το nick. Eκείνη την ώρα, ήθελε ένα πιο μυστηριώδες. Δεν πτοήθηκε όμως. Είχε στα χέρια της τα κλειδιά, από ένα σπίτι, που αποτελούσε παγίδα για όλους. Όλοι ήθελαν να δουν το καταφύγιο της, ειδικά από τη στιγμή που έφυγε χωρίς να αφήσει ίχνη.
Μπήκαν στο αμάξι της και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Όταν βρέθηκαν στην πόρτα, ένιωσε ένα δέος συνοδευόμενο από ένα τρόμο. Αλλά ήθελε να μπει, να δει και να νιώσει τον χώρο της. Πράγμα που έκανε, αν και κανείς δεν τον είχε ενημερώσει για τις συνέπειες. Βρέθηκε καθισμένος στον καναπέ της. "Έγραφε από δω ε;" ρώτησε αμήχανα. "Έγραφε για αυτό." απάντησε και πήγε στην κουζίνα. Άνοιξε το κρασί και πήγε δίπλα του. "Δεν τα φανταζόταν καλέ μου. Τα ζούσε. Αλλά ήταν λάθος." του είπε με μυστήριο ύφος. "Τι εννοείς λάθος;" έκανε με φωνή που έτρεμε από αμηχανία.
"Αγάπη. Αυτό ήταν το λάθος της. Τα έκανε από αγάπη. Ενώ έπρεπε να το κάνει από ευχαρίστηση. Αυτή είναι η διαφορά μας." έλεγε, ενώ του έφερνε το μπουκάλι στο κεφάλι. "Αν δεν νιώσεις τον πόνο, δεν έχει ενδιαφέρον." φώναξε καθώς τον έσερνε στην κουζίνα. Τον ξάπλωσε στα πλακάκια μπροστά από τον νεροχύτη και τον κοίταζε. "Θα περίμενε φαντασία από μένα, αλλά το κρατάω για μετά." του είπε γελώντας.
Τον έδεσε, πήρε το χασαπομάχαιρο και περίμενε να ανακτήσει πλήρως τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, τον φίμωσε και έβαλε και άλλο κρασί στο ποτήρι της. Του έδειξε το μαχαίρι. Στη θέα του χλώμιασε. Εκείνη απλά ικανοποιήθηκε. Το ήπιε μονορούφι και γονάτισε δίπλα στα πόδια του. Άρχισε να κόβει τα δάχτυλα. Ένα ένα με προσοχή, λες και έκοβε αγγούρι για τη σαλάτα. Δεν πεταγόταν πολύ αίμα, αλλά σπαρταρούσε από τον πόνο. Τα κομμάτια τα έβαζε σε μια σακούλα σκουπιδιών που είχε δίπλα της. Δεν ήξερε πως να τεμαχίζει με ακρίβεια, αλλά δεν την ένοιαζε. "Κανείς δεν γεννήθηκε τέλειος. Με την εξάσκηση θα μάθω." μονολογούσε.
Είχε τεμαχίσει τα πόδια, μα όταν έφτασε στη βουβονική περιοχή σταμάτησε. Τεμάχισε και τα χέρια και έμεινε να κοιτάζει ένα σώμα, δίχως άκρα, που ανοιγόταν μπροστά της. Αποφάσισε να κόψει και το κεφάλι, πράγμα που έκανε άγαρμπα, σκορπώντας αίματα παντού, αλλά πίστευε ότι με ένα βιβλίο ανατομίας και λίγο ψάξιμο στο ίντερνετ θα γινόταν ξεφτέρι. Της είχε μείνει όμως το υπόλοιπο. Πήγε στην ντουλάπα του μπαλκονιού και πήρε το σφυρί. Άρχισε να χτυπάει τον θώρακα και τα γεννητικά του όργανα, μέχρι που έγιναν πολτός.
Στάθηκε πάνω από τη μάζα, με τους μύες, τις ίνες και τη σάρκα και σκεφτόταν. "Πόσο ευάλωτοι είναι οι άνθρωποι τελικά. Ένας σωρός από σάρκα και αίμα. Και η ψυχή;" αλλά αυτή θα την ανακάλυπτε αργότερα. Πήρε το μαχαίρι και το έγλειψε. "Αδύναμη η σάρκα, δυνατή η γεύση της." σκέφτηκε, καθώς πήγαινε προς το κεφάλι. Το περιεργάστηκε λίγο και ύστερα πήγε στο μπάνιο. Γύρισε κρατώντας το κατσαβίδι. Το έβαλε στην αριστερή πλευρά και το έβγαλε από τη δεξιά. Τα μυαλά του ξεχύθηκαν στο πάτωμα.
Δεν ενθουσιάστηκε. Προτιμούσε το μυαλό όταν δούλευε, παρά όταν χυνόταν. Έβαζε τα κομμάτια σε σακούλες, ενώ σκεφτόταν ότι κάτι θα υπήρχε στους ανθρώπους, που να άξιζε να παρατηρήσει. Να ασχοληθεί και τελικά να το κρατήσει. Απλά θα έπρεπε να σταματήσει να χτυπά η καρδιά αρκετών από αυτούς για να βρει την απάντηση της. Γύρισε σπίτι κατάκοπη, αλλά πριν κοιμηθεί σχημάτισε τον αριθμό και πάτησε κλήση. Η φωνή στην άλλη άκρη απάντησε κοιμισμένη, "Ναι;" που με το ζόρι ακούστηκε. "Έλα Ορεστάκο. Ήθελα να δω τι κάνεις." απάντησε. "Παπαστρουμφ...Καλά είμαι. Κοιμάμαι. Να σε πάρω αύριο;" και έκλεισε το τηλέφωνο.

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Για εκείνον...τον πόνο


Ήταν ένα απόγευμα. Το ψιλόβροχο δεν με απέτρεψε από το να βγω. Ούτε η δυνατή βροχή που έπιασε ελάχιστη ώρα από την στιγμή, που έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Βγήκα στο δρόμο και απλά ήθελα να περπατήσω. Μακριά από όλα και όλους, με την φαντασίωση πως δεν ξαναγυνάω. Δεν είχα σκεφτεί καν, πως ετούτη θα ήταν η μέρα. Όχι που θα συναντιόμασταν, αλλά που εγώ θα ήθελα να συναντηθούμε. Στην κατηφόρα τον ένιωσα να έρχεται πίσω μου. Επιτάχυνα ενστικτωδώς το βήμα μου. Άρχισε να τρέχει για να με προλάβει. Χαλάρωσα το ρυθμό μου. Ανόητε, τόσο καιρό δεν κατάλαβες τίποτα. Πάντα ήθελα να είμαι μαζί σου, ποτέ δεν θέλησα να σου ξεφύγω. Η ύπαρξη μου ήταν πάντα συνυφασμένη με τη δική σου.

Προχωρούσα αργά. Ένιωσα τη σκιά του να κυκλώνει. Τον άφησα να με πλησιάσει. Άφησα το σώμα μου να πέσει πίσω και χάθηκα στην αγκαλιά του. Δεν ήταν όμορφα, αλλά ήταν οικεία. Ήμουν εκεί που ήθελα και ας έπρεπε να είμαι αλλού. Ποιός το καθορίζει άλλωστε; Είχα κάνει την επιλογή μου. Τον είχα διαλέξει, μέχρι να αποφάσιζε εκείνος να με αφήσει. Ακούμπησε το χέρι στην καρδιά μου και μου σκούπισε τα μάτια. Δεν χρειαζόμουν πια τα δάκρυα. Είχε αφήσει το στίγμα του βαθιά μέσα μου. Είχε σκορπίσει το άρωμα του παντού. Τι και αν λεγόταν οδύνη;