Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2008

Βραδυνό μπανάκι

Μερόνυχτα είχε να κοιμηθεί. Προσπαθούσε να αποφύγει το τέλος που ερχόταν γοργά. Αν και εκείνος, δεν έκανε καμία προσπάθεια να το αρνηθεί. Μέσα στη γλύκα η Παπαστρουμφ, ψυχρός ο Λίο. Δεν την πείραζε πολύ. Το ήξερε ότι κάπου είχε χαθεί η μαγεία, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφταιγε. Το μόνο σίγουρο είναι πως έριχνε την ευθύνη και στους δυο τους. Εκείνη ήθελε όμως να το παλέψει.
Τον έβλεπε όμως αδιάφορο και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Σκεφτόταν όσα είχαν πει και είχαν κάνει και δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Και οι μέρες περνούσαν και διαισθανόταν πως το τέλος πλησίαζε. Δεν το άντεχε να τον χάσει. Μετά όμως και τον τελευταίο τους καυγά και τη δήλωση θα έρθω να μιλήσουμε, άρχισε να ακούει τα καμπανάκια του κινδύνου. Στο μυαλό της δεν το παίδεψε πολύ, εν αντιθέσει με εκείνον, που με δυσκολία δέχτηκε την αναβολή της συνάντησης τους. Ευτυχώς τελικά τον έπεισε.
"Μία τελευταία προσπάθεια και ό,τι γίνει." έτσι είχε πει στον εαυτό της. Και ένιωθε αρκετά σίγουρη γι' αυτό. Την ημέρα της συνάντησης, πήγε νωρίς στο σπίτι. Άρχισε τις ετοιμασίες, έκανε ένα ζεστό μπάνιο και τον περίμενε. Όταν μπήκε ο Λίο έμεινε έκπληκτος να την κοιτάζει. Εκείνη και το τραπέζι που ήταν όμορφα στρωμένο για δύο. Δεν σχολίασε τίποτα όμως, παρά μονάχα όταν τον κοίταξε ήρεμη και του είπε "Σου έχω έτοιμο και το μπάνιο για να χαλαρώσεις." πράγμα που τον έκανε έξαλλο. "Δεν ήρθα για να φάμε, αλλά για να μιλήσουμε." είπε με έντονο ύφος.
Η Παπαστρουμφ διατήρησε την ψυχραιμία της και κατάφερε να τον πείσει να μείνει ένα τελευταίο βράδυ σε ανάμνηση των όσων είχαν μοιραστεί μαζί. Έφαγαν και όσο εκείνη τελείωνε το κρασί της, ο Λίο πήγε να κάνει ένα αφρόλουτρο να χαλαρώσει. Λίγα λεπτά αφότου είχε μπει στην μπανιέρα, η Παπαστρουμφ τον ακολούθησε. Έκλεισε το καπάκι της λεκάνης, κάθισε, άφησε το ποτήρι της στον νιπτήρα, πήρε ένα μπουκάλακι που είχε ακουμπισμένο εκεί και του είπε "Άλατα. Ξέχασες να ρίξεις τα άλατα καλέ μου." ρίχνοντας το περιεχόμενο στην μπανιέρα με το ζεστό νερό.
Έπειτα πήρε το ποτήρι της και συνέχισε το κρασί της ενώ τον κοίταζε να απολαμβάνει το νερό. Σε λιγά λεπτά όμως το βιτρίολι άρχισε να επιδρά και ο Λίο να ουρλιάζει, καθώς ένιωθε τη σάρκα του να καίγεται. Σηκώθηκε και επιχείρησε να βγει από την μπανιέρα, εκείνη όμως άρπαξε το τηλέφωνο του ντους και τον χτύπησε ρίχνοντας τον αναίσθητο πίσω στο νερό. Το θέαμα της άρεσε, το διασκέδαζε να τον βλέπει να υποφέρει και ας μην ένιωθε τίποτα ο ίδιος πια. Κάποια στιγμή συνήλθε και από τις κινήσεις του κορμιού του, η Παπαστουμφ κατάλαβε πως ένιωθε φριχτούς πόνους.
Θα τον άφηνε για λίγη ώρα ακόμα σε αυτή την κατάσταση και μετά θα του έδινε το τελειωτικό χτύπημα. Ο Λίο είχε γείρει το κεφάλι του πίσω και την κοίταζε, ανήμπορος να κάνει πλέον το οτιδήποτε. Μόνο όταν την είδε να σηκώνεται, να παίρνει το ξυράφι και να κάθεται δίπλα του στην άκρη της μπανιέρας, κατάφερε να ψελλίσει "Γιατί;". "Μου είχες πει πως για έναν έρωτα θα έκανες τα πάντα, αλλά διάλεξες το τίποτα." απάντησε ενώ του έκοβε το λαιμό με το ξυράφι.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

Το σπιτάκι


Η Βίκη προχώρησε με βήμα αργό, που έμοιαζε σίγουρο, ευχόμενη να ίσχυε το ίδιο και για τον εαυτό της. Δεν ήξερε τι την είχε σπρώξει να πάει. Απλά βρέθηκε να προχωράει προς το μέρος του. Όταν τον έφτασε, στάθηκε από πάνω και τον κοίταζε. Και όπως πάντα άρχισε να θυμάται. Μα αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να διώξει τις μνήμες. Αυτή τη φορά τις έκανε εικόνες και άρχισε να του τις διηγείται.
"Θυμάσαι; Το σπιτάκι στην παραλία; Πόσο καιρό μου έλεγες για αυτό το σπιτάκι. Πως το αγόρασες, πως το έφτιαξες και πόσο πολύ ήθελες να μείνεις εκεί για πάντα, να στέκεσαι στην πόρτα και να ατενίζεις τη θάλασσα. Σε ηρεμούσε η θέα της θάλασσας. Εκείνο το γαλάζιο που όμοιο του δεν υπάρχει. Ύστερα εκείνα τα σχέδια για τα παιχνίδια στην άμμο και στα κύματα, που συνοδεύονταν από χαμόγελα.
Θυμάσαι; Εγώ θυμάμαι το πρόσωπο σου. Πως φωτιζόταν όταν μιλούσες γι' αυτό το σπιτάκι. Και ας μην πρόλαβα να το δω, αφού ποτέ δεν με πήγες. Δεν με ένοιαζε. Μόνο τη λάμψη από το βλέμμα σου, εκείνη που δεν ξανάδα, εκείνη με πείραξε. Και αυτό το γαλάζιο, που σε πήρε μακριά. Μακριά μου, αφήνοντας μόνο τις μνήμες.
Μα τώρα άλλαξαν όλα. Γι' αυτό ήρθα. Πήγα μονάχη στο σπιτάκι. Όλα ήταν όπως μου τα είχες πει. Όλα, εκτός από σένα...."
Δεν μπόρεσε να τελείωσε την αφήγηση της. Την έπνιξαν τα δάκρυα. Ακούμπησε το λουλούδι στο μάρμαρο, δίπλα στη φωτογραφία του, κάτω από το όνομα και την ημερομηνία. Την κοίταξε για λίγο και ύστερα έφυγε. Μα δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά στο σπιτάκι. Δεν θα τον έβρισκε ποτέ ξανά να στέκεται στην πόρτα και να ατενίζει τη θάλασσα.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2008

Ένα παιχνίδι ακόμα


Ο φίλος μου ο Μορφέας με προσκάλεσε σε ένα παιχνίδι και μου δίνει έτσι την ευκαιρία να αφήσω για λίγο τον μπαλτά μου και να πιάσω την πένα (όχι τη δική μου, αλλά αγαπημένων ποιητών)
.

Κιθάρες- Καρυωτάκης

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,

στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει

στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,

στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,

μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,

χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.

Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις

είναι το καταφύγιο που φθονούμε.


Μοναξιά- Ουράνης

Σα νύχτα αγρύπνιας πένθιμη και ατέλειωτη, σα νύχτα

γεμάτη από μυστήριο και σιωπή η ζωή μου.

Αμίλητοι και σκεφτικοί στην τρομερή ησυχία,

τι, που δεν έρχεται, να' ρθει προσμένουμε, ψυχή μου;

Περνάν βαριές από κενό και προσδοκία οι ώρες,

στ' αυτιά μου, που αφογκράζουνται, καμιά ηχώ δε σβήνει

και μόνο, σα σε κάμαρα νεκρού ένα ρολόγι,

χτυπάει η καρδιά μου ηχερά στην παγερή γαλήνη.

Στους διαδρόμους του καιρού κανένα πλέον βήμα

δεν αντηχεί και μοιάζουμε σα ζωντανοί σε μνήμα,

που γύρω τους η ανθρώπινη ζωή αποτραβιέται....

Χαρές, αγάπες, χίμαιρες, πόσο μακρυά είστε τώρα!

Στη νύχτα την απέραντη το πόσο είμαι μόνος!

Όλα μας απαράτησαν, ψυχή μου, ως κι ο πόνος.


Μadame M- Madame M

Tι κάνετε, γλυκά μου;

Είμαι η Μαντάμ Μ

της φρίκης αφέντρα

που χάος προκαλεί.



Δεν ικανοποιούμαι εύκολα

σαν κάθε κακομοίρα

κάποιοι με λεν μυστήρια

και κάποιοι μαύρη χήρα.


Τις μολυσμένες σκέψεις μου

συνήθως καταγράφω

μ' ένα μελάνι σκοτεινό

που στάζει από τάφο


Γνέθω τις ιστορίες μου

μ' ιστό από αράχνη

και κάθε μία από αυτές

τον ύπνο σας αδράχνει.

Τα νανουρίσματα αυτά

έχουνε βίους τεράτων

και ιστορίες τρομαχτικές

δαιμονικών πλασμάτων.

Σας εφιστώ την προσοχη

όσο κι αν φοβηθείτε

το τρομερό βιβλίο μου

δε θ' αποχωριστείτε.


Με ψυχραιμία πάρτε το

τίποτα δε σας μένει

από τις μαύρες λέξεις μου

είστε πια μαγεμένοι!

[Αυτό με χιουμοριστική διάθεση και για να μην ξεχνάμε τίνος το μπλογκ διαβάζουμε....]


Θα ήθελα να δώσω την μπάλα στους : Black rose, Koykos, Wrong guy και Apsoy.




Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2008

Βεντούζες

Η πτήση είχε πολύωρη καθυστέρηση και η Παπαστρουμφ βρέθηκε καθισμένη στην αίθουσα αναμονής να σκέφτεται το τριήμερο που μόλις είχε περάσει. Το συνέδριο ήταν μια αποτυχία, αλλά τουλάχιστον είχε την ευκαιρία να βρεθεί με την Orestis και να μιλήσουν αναλυτικά για όλα όσα είχαν συμβεί το διάστημα που έκαναν να συναντηθούν. "Ανταλλαγή σημειώσεων πάνω στο blogging και τους bloggers." το ειχε αποκαλέσει η Orestis και η Παπαστρουμφ είχε συμφωνήσει.
Από τη συζήτηση της δημιουργήθηκε η περιέργεια να γνωρίσει τον Revqueer, καθώς η Orestis δεν τον ήξερε και δεν μπόρεσε να της δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες. Aπλά της αύξησε την επιθυμία να τον γνωρίσει. "Σε βάθος, όχι επιφανειακά." σκεφτόταν όταν άκουσε την αναγγελία της πτήσης της. Είχε άλλες τρεις ώρες μπροστά της να επεξεργαστεί πλήρως την όλη διαδικασία της συνάντησης τους.
Όταν επιτέλους έφτασε σπίτι της, τα είχε οργανώσει όλα. Άφησε ένα σχόλιο, έστειλε ένα email και φρόντισε να ορίσει την ημερομηνία που την βόλευε. Πάντα της άρεσε ο μεσημεριανός καφές της Κυριακής. Έπειτα γύριζε νωρίς σπίτι, χαλάρωνε και σκεφτόταν το πρόγραμμα της βδομάδας. Ο συγκεκριμένος καφές με τον Revqueer ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένος. Αμοιβαία συμπάθεια και κοινά ενδιαφέροντα που τροφοδοτούσαν τη συζήτηση για ώρες. Μόνο που αυτό δεν ήταν στο σχέδιο.
"Δεν έπρεπε να τον συμπαθήσω. Τώρα πρέπει να βιαστώ και να επισπεύσω το δείπνο." σκέφτηκε και έπεσε για ύπνο. Την επόμενη θα έπρεπε να αρχίσει τις προετοιμασίες. Έψαξε και βρήκε τα τσίγκινα ποτήρια που έψαχνε και γεμάτη χαρά γύρισε σπίτι να τα ετοιμάσει. Κλείστηκε στο πίσω δωμάτιο, που είχε μετατρέψει σε εργαστήριο και άρχισε να τα κόβει. Τα πρώτα δεν της βγήκαν καλά, γιατί της ξέφευγε ο κόπτης και δεν τους έδινε το σχήμα που είχε αρχικά σχεδιάσει. Όταν όμως συνήθισε το χέρι της, το αποτέλεσμα ήταν εξαίσιο. Τώρα απλά περίμενε το πότε θα μπορούσε ο Revqueer για να ορίσει την ημερομηνία για το πολυπόθητο δείπνο.
Το έκλεισαν για Παρασκευή βράδυ. Μέρα αρκετά βολική και για τους δυο τους. Τον περίμενε κατά τις 8 και όπως πάντα είχε ήδη ανοίξει το κρασί και απολάμβανε το πρώτο ποτήρι. Ο Revqueer ήρθε στην ώρα του και έτσι είχαν τη δυνατότητα να πιούν ένα ποτήρι μαζί πριν το φαγητό. Η Παπαστρουμφ σέρβιρε το γλυκό όταν ο Revqueer παρατήρησε τα περίεργα τσίγκινα ποτήρια με την πριονωτή άκρη. "Τι είναι αυτά;" τη ρώτησε. "Είναι τα ποτήρια που χρησιμοποιώ για τις βεντούζες." απάντησε ήρεμα εκείνη. Το πρόσωπο του δεν πρόλαβε να πάρει τρομαγμένη όψη, τον χτύπησε με την πιατέλα του γλυκού και έπεσε ξερός στο τραπέζι.
Τον μετέφερε στο πίσω δωμάτιο και τον ξάπλωσε μπρούμυτα στο πάτωμα. Τον έγδυσε, τον έδεσε, τον φίμωσε, έφερε τα ποτήρια και ήταν πανέτοιμη να αρχίσει τις βεντούζες. Όταν έμπηξε το πρώτο ποτήρι στην πλάτη του Revqueer το αίμα έτρεξε κόκκινο και καυτό. Όταν είχε βάλει γύρω στα δέκα ποτήρια το θέαμα ήταν φριχτό. Η πλάτη του είχε σχεδόν παραμορφωθεί και ήταν γεμάτη αίματα. Όμως εκείνος ζούσε ακόμη. Τότε αποφάσισε να του δώσει τη χαριστική βολή. Τον γύρισε ανάσκελα και κάρφωνε τα ποτήρια στον θώρακα του. Το πρόσωπο του δεν ήθελε να το πειράξει. Ένα το έβαλε κοντά στην καρδιά και καθώς το βύθιζε στην σάρκα του, μάλλον χτύπησε κάποια αρτηρία, γιατί πετάχτηκε πολύ αίμα και το σώμα του άρχισε να έχει σπασμούς.
Όταν το τράβηξε έξω, συνάντησε κάποια αντίσταση και παρατήρησε ότι είχαν κολλήσει πάνω κάποιες ίνες. "Μάλλον πέτυχα το μυοκάρδιο." φώναξε δυνατά, αλλά δεν είχε μεγάλη σημασία. Ήδη αιμορραγούσε αρκετή ώρα και όλα ήταν ζήτημα ωρών. Τον άφησε να κείτεται αιμόφερτος και πήγε να τελειώσει το δείπνο της. Έφαγε το γλυκό, λεμονόπιτα, που τόσο της άρεσε και άναψε ένα τσιγάρο για τη χώνεψη. "Λες να ήθελε και ο Revqueer να καπνίσει;" αναρωτήθηκε και ξαναπήγε στο δωμάτιο που τον είχε.
Τον κοίταζε μέχρι να βεβαιωθεί ότι δεν ανέπνεε. Έπειτα πήγε, γονάτισε δίπλα του, τον έπιασε από το πηγούνι και του ειπε, "Εντάξει, ήταν λίγο δραστική η λύση μου για το κρυολόγημα, αλλά πιστεύω πως τώρα πια, αποκλείεται να αρρωστήσεις ξανά."

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2008

Εκδρομή


Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε στο χωριό. Άφησε το αυτοκίνητο στο parking του ξενοδοχείου, βεβαιώθηκε ότι το πορτ παγκαζ ήταν κλειδωμένο και κατευθύνθηκε προς τη ρεσεψιόν. Έδωσε το όνομα, υπέγραψε στο βιβλίο, πήρε το κλειδί και ανέβηκε στο δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα, αλλά όχι το φως και μπήκε μέσα. Ακούμπησε το σακ βουαγιαζ στο πάτωμα, προχώρησε ελάχιστα βήματα και άναψε το πορτατιφ. Έπειτα τράβηξε την κουρτίνα για να βλέπει έξω, έβαλε κάτι να πιει για να ζεσταθεί και κάθισε στην πολυθρόνα. Έβγαλε από την τσάντα της ένα πακέτο τσιγάρα και το μαγνητοφωνάκι. Το άφησε στο κομοδίνο, πάτησε το record και ξεκίνησε να μιλάει.

"Κανονικά δε θα έπρεπε να θέλω να υπάρχουν αποδείξεις αυτής της ιστορίας, αλλά νιώθω πως πρέπει να πω την δική μου εκδοχή της υπόθεσης. Ούτως ή άλλως αύριο η κασέτα θα πάψει να υπάρχει. Θα χαθεί μαζί τους. Ας πάρω όμως τα πράγματα από την αρχη. Όταν μετά από αρκετούς μήνες, απέκτησα το δικό μου διαμέρισμα, ήθελα να το μοιραστώ μαζί του. Πάντα τον ένιωθα περίεργα κοντά. Με έναν τρόπο ανεξήγητο μοιάζαμε άρρηκτα δεμένοι. Γι' αυτό προσκάλεσα τον Equilibrium στο Λονδίνο. Δεν άντεχα την ιδέα ότι ήταν μέχρι τότε απλός ακροατής της ζωής μου, ήθελα να γίνει έστω για λίγο, ενεργό τμήμα της.
Ακόμα τον θυμάμαι να μου λέει όλο χαρά, "Βεβαίως Orestis. Με μεγάλη μου χαρά να έρθω στο καινούριο καταφύγιο σου." και εμένα να νιώθω απέραντη ευχαριστήση που θα ερχόταν επιτέλους κάποιος τόσο δικός μου άνθρωπος. Θυμάμαι όμως και πόσο εύκολα γκρεμίστηκαν όλα. Το πρόσωπο μου που σκοτείνιασε όταν τον αντίκρυσα στο αεροδρόμιο και δεν ήταν μόνος. "Από' δω ο φίλος μου ο Mad. Είπαμε να έρθουμε παρεούλα." είπε τόσο απλά, που σχεδόν με ξάφνιασε.
Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ξέρω αν τον συμπάθησα ποτέ. Τον είδα εξαρχής σαν ένα εμπόδιο ανάμεσα μας. Κάτι που υπερασπίστηκε και ο ίδιος με ευκολία. Πρέπει να είχαν γύρω στις 5 μέρες στο Λονδίνο, όταν συνηδειτοποίησα πως δεν είχα δει καθόλου τον Equilibrium μόνο του. Δεν είχαμε μιλήσει οι δυο μας. Έγινα έξαλλη. Είχα θολώσει από τη ζήλια μου, το παραδέχομαι. Αλλά όταν περνάς τόσο καιρό μόνος σε ενα τόπο ξένο μάλιστα, γίνεσαι υπερβολικά κτητικός με τους δικούς σου ανθρώπους. Δεν δικαιολογούμαι όμως. Τη συνέχεια τη διάλεξα μόνη μου και την έστησα με μεγάλη επιμέλεια.
Δεν με ένοιαζε τι θα γίνει, ήθελα απλά να τον κάνω να πονέσει όπως εγώ. Να καταλάβει πως αισθάνθηκα. Τελικά δεν αντέδρασα ενστικτωδώς όπως περίμενα. Το οργάνωσα με κάθε προσοχή και λεπτομέρεια. Τους είχα υποσχεθεί να τους μαγειρέψω ένα βράδυ. Εντελώς τυχαία ξέχασα να πάρω το κρασί και στείλαμε τον Mad να φέρει από το μπακάλικο της γειτονιάς. Όταν γύρισε, ανοίξαμε το μπουκάλι και του γέμισα το ποτήρι. Στη δεύτερη γουλιά ρώτησε που ήταν ο Equilibrium. Τον κοίταξα με ειρωνία και απλά χαμογέλασα.
Όταν γύρισε την πλάτη για να ανέβει στο δωμάτιο, τον χτύπησα με τη σίτα που έχω μπροστά στο τζάκι. Έπεσε στο πάτωμα. Τον έσυρα και τον έδεσα στην καρέκλα. Μετά έφερα τον Equilibrium , τον οποίο είχα αφήσει αναίσθητο στην κουζίνα και τον άφησα δεμένο στον καναπέ. Όταν συνήλθε και αντίκρυσε τον Mad αιμόφερτο, γεγονός που συνέβη κατά λάθος, δεν ήθελα να τον ματώσω ακόμα, δεμένο στην καρέκλα, χλώμιασε. Δοκίμασε να ουρλιάξει, αλλά τον είχα φιμώσει. Δεν είχα χρόνο να του εξηγήσω. Του είπα απλά, πως ήταν ο μόνος τρόπος για να με καταλάβει και πως ήθελα να το κάνω όσο πιο απλά μπορούσα.
Αλλά ταυτόχρονα με τέτοιο τρόπο, που να φαίνεται η γυναικεία μου πλευρά, που ήταν άλλωστε υπεύθυνη για το έγκλημα, η ζήλια. Άνοιξα το συρτάρι και έβγαλα τη γόβα στιλέτο. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Πιστεύω πως νόμιζε ότι θα του την κάρφωνα στο μέτωπο. Ατύχησε όμως. Την κράτησα στο αριστερό μου χέρι και την κόλλησα με δύναμη στην καρωτίδα του. Το αίμα άρχισε να τρέχει ποτάμι. Πλημμύρισε σχεδόν τα πάντα. Τότε τον έλυσα και τον άφησα να πέσει στο πάτωμα. Ο Equilibrium είχε βουρκώσει. Γονάτισα δίπλα του, έκλεισα το χέρι του σφιχτά μέσα στην παλάμη μου και μείναμε να τον κοιτάζουμε μέχρι να ξεψυχήσει.
Τον Equilibrium δεν ήθελα να τον σκοτώσω. Αναγκάστηκα, γιατί ήξερα πως δεν θα με συγχωρούσε ποτέ. Αλλά δεν ήθελα να τον παιδέψω. Πήρα το όπλο,(είχα ξεκινήσει μαθήματα σκοποβολής και είχα βγάλει άδεια οπλοχρησίας, γεγονός που εκείνος αγνοούσε) τοποθέτησα τον σιγαστήρα και τον σημάδεψα στο κεφάλι. Με τρόμαζε λίγο η σκέψη του μυαλών να χύνονται παντού, αλλά γνώριζα πως έτσι θα ξεμπέρδευε αμέσως. Δευτερόλεπτα μετά βρέθηκα μέσα στα αίματα. Καθάρισα πρώτα τα πτώματα και μετά εμένα. Το σπίτι θα το έφτιαχνα όταν θα γυρίζαμε από την εκδορμή στο κοντινό χωριό.
Τους έβαλα στο πορτ παγκαζ και ξεκίνησα. Ή μαλλον τελείωσα. Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα. Η μόνη διαφορά είναι, πως ώρες μετά, δεν αναρωτιέμαι για το πως έγιναν, αλλά γιατί. Ίσως ήμουν άδικη. Ίσως εγώ άφησα τον Mad να μπει τόσο ενεργά ανάμεσα μας. Ίσως εγώ άφησα τον Equilibrium να τον βάλει στη ζωή μας. Πολλά ίσως, που πια δεν έχουν νόημα, μα ελπίζω να βρουν απάντηση. Αύριο θα εξαφανιστεί και η τελευταία απόδειξη του ερχομού τους εδώ."
Σταμάτησε την ηχογράφηση και έπεσε για ύπνο. Είχε να σηκωθεί χαράματα. Όταν ξύπνησε, δεν ήπιε ούτε καφέ. Δεν ήθελε να χάσει χρόνο. Πήρε το αυτοκίνητο και άρχισε να ανεβαίνει το βουνό. Όταν έφτασε σε ένα απομονωμένο σημείο αρκετά ψηλά, σταμάτησε και κατέβηκε. Άνοιξε το πορτ παγκαζ και έβγαλε τα πτώματα. Τα ξάπλωσε μπρούμυτα και έδεσε τα χέρια τους από τους καρπούς με ένα σκοινί, που το είχε βάψει κόκκινο.
Έπειτα τους έσπρωξε από το γκρεμό και τους κοίταζε καθώς έπεφταν. "Κόκκινο, το χρώμα του μαζί." σκέφτηκε και χαμογέλασε. Είχε την απάντηση της. Τελικά δεν έφταιγε ούτε ο Mad που μπήκε στη μέση, ούτε ο Equilibrium που τον άφησε. Έφταιγε εκείνη, που παραδέχτηκε με την πράξη της το δικό τους μαζί και όχι το δικό της.

Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2008

Τα διαμάντια είναι ο καλύτερος φίλος της Παπαστρουμφ

"Άντε, που είσαι; Αργείς;" ακούστηκε ανυπόμονη η φωνή της Παπαστρουμφ στο τηλέφωνο. "Έρχομαι γλυκιά μου. Υπομονή." απάντησε σε ήρεμο τόνο το Xipaki. Η κοινή τους μανία για τα κοσμήματα, τους είχε ενώσει με ένα περίεργο τρόπο, παρόλο που ήταν αρκετά διαφορετικοί σαν άνθρωποι. Η Παπαστρουμφ είχε ένα πάθος με τα κοσμήματα, τα θεωρούσε απαραίτητο συμπλήρωμα της προσωπικότητας της. Το Xipaki είχε αναλάβει το ρόλο του στυλίστα.
Εκείνη η μέρα όμως ήταν διαφορετική. Είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα, πως το αμόρε της Παπαστρουμφ, θα έκανε την πολυπόθητη πρόταση και έπρεπε να είναι προετοιμασμένη, για το τι ακριβώς θα στόλιζε το αριστερό της χέρι. πράγμα που σήμαινε ψάξιμο και καφέ. Το Xipaki ήθελε κάτι πιο εφετζίδικο, ενώ η Παπαστρουμφ κάτι πιο απλό. Ακολούθησαν φυσικά τη γνώμη του στυλίστα.
Έφτασε σπίτι κατάκοπη, αλλά δεν προλάβαινε να ξεκουραστεί. Το επίμαχο δείπνο αναμενόταν και ήθελε να είναι πανέτοιμη. Όταν το αμόρε χτύπησε την πόρτα, όλα ήταν έτοιμα. Το δείπνο ακολούθησε κρασάκι μπροστά στο τζάκι και η ατμόσφαιρα μύριζε έρωτα. Τον έρωτα επισφράγισε η γνωστή ερώτηση "Θέλεις να μοιραστείς το υπόλοιπο της ζωής σου μαζί μου;" και ένα τρανταχτό ναι. Έλειπε το κόσμημα, αλλά είχαν αποφασίσει να το διαλέξουν από κοινού.
Η Παπαστρουμφ δεν δυσκολεύτηκε στην επιλογή, καθώς πρότεινε εκείνο, που είχαν διαλέξει μετά από πολυώρο ψάξιμο με το στυλίστα. Θεωρητικά, όλα πήγαιναν κατευχήν και το Xipaki περίμενε το τηλέφωνη μας. Όταν χτύπησε το κινητό του, το σήκωσε όλο χαρά. Δεν πρόλαβε όμως να μιλήσει. "Θα σε σκοτώσω ρε. έγινε χαμός. Τσακώθηκαμε και όλα διαλύθηκαν. Σε μία ώρα σπίτι μου για την ανάλυση." είπε έξαλλη η Παπαστρουμφ. Το άμοιρο το Xipaki δεν πολυκατάλαβε, αλλά ήξερε πως έπρεπε να πάει.
Την βρήκε στον κανάπε να κατεβάζει ένα κόκκινο μπουκάλι Χατζημιχάλη. "Τι έγινε παιδί μου;" ρώτησε συγκρατημένα. "Χαμός. Διαφωνήσαμε αρχικά για το δαχτυλίδι και μετά έγινε άλλος άνθρωπος. διαφέρουμε είπε πολύ και θα ήταν λάθος να γίνει ο γάμος." απάντησε κλαίγοντας. Το Xipaki δεν ήξερε πως να αντιδράσει, αλλά ήθελε να της συμπαρασταθεί. Εκείνη αμίλητη του γέμισε το ποτήρι. "Άσπρο πάτο." είπε τον οποίο ακολούθηαν πολλοί ακόμη. Το Xipaki έπεσε αναίσθητο από το πολύ αλκοόλ και η Παπαστρουμφ δεν έχασε ευκαιρία. Τον μετέφερε στο πίσω σαλόνι και τον ξάπλωσε στο πάτωμα. Τον έγδυσε και πήγε να φέρει τα εργαλεία. γύρισε κρατώντας το γκαζάκι και το δαχτυλίδι στο χέρι. "Εξαιτίας του έγιναν όλα και κάποιος πρέπει να πληρώσει." είπε ενώ του άνοιγε το στόμα και του περναγε το δαχτυλίδι στη γλώσσα. "Μόνο μην το καταπιείς."είπε γελώντας.
Αφού τον έδεσε χειροπόδαρα, άνοιξε μία κοσμηματοθήκη που είχε ακουμπησμένη στο πάτωμα. Άναψε το γκαζάκι και έβαλε ένα βραχιόλι να ζεσταίνεται και αφού το έκαψε αρκετά, το κόλλησε στη γυμνή του σάρκα. Του έκανε αρκετά σημάδια έτσι, αλλά δεν την ικανοποίησε το απότελεσμα. "΄Πρέπει να βάλω σε εφαρμογή τις γνώσεις μου και να σε πεταλώσω κανονικά." φώναξε.
Πήγε στο δωμάτιο και γύρισε κρατώντας τα καρφιά, τα πέταλα και το σφυρί. Άρχισε με τα χέρια, συνέχισε με τα πόδια και μετά έμεινε να τον κοιτάζει. Ήξερε πως έκανε ερασιτεχνική δουλειά, απόδειξη πως είχε γεμίσει αίματα, αλλά δεν την πείραζε, απλά αναρωτιόταν, τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Δεν χρειάστηκε πολύ σκέψη. Κράτησε προσεχτικά το πέταλο πάνω από το γκαζάκι και όταν ζεστάθηκε αρκετά του το κάρφωσε στην καρδιά. Το Xipaki είχε αρχίσει να συνέρχεται και να κοπανιέται από τους πόνους. Όταν καταλάγιασε η μανία της και σταμάτησε, το θέαμα ήταν φριχτό. Το σώμα του ήταν γεμάτο εγκαύματα και αίματα. Δεν θα έβγαζε το βράδυ ήταν σίγουρο.
Έβγαλε τα γάντια, κάθισε στον καναπέ, γέμισε το ποτήρι της και σκεφτόταν. Τη σκέψη της διέκοψε ο ήχος του τηλεφώνου. Ήταν το αμόρε, ήθελε να της πει πως ήταν υπερβολική η αντίδραση του και πως ήταν πρόθυμος να δεχτεί φορέσει το δαχτυλίδι που η ίδια επιθυμούσε. Ακούμπησε το κεφάλι της στη ράχη του καναπέ έχοντας μια γαλήνια έκφραση. Τότε έντρομη πέταξε το ποτήρι από το χέρι της και έτρεξε στο πίσω σαλόνι μονολογώντας. "Μόνο μην το κατάπιες. Αλοίμονο σου κακομοίρη μου."
[καλή αρχή να έχουμε. Σας ενημερώνω πως το κοντερ μηδένισε, πράγμα που σημαίνει, πως θεωρείστε όλοι ζωντανοί για το 2008....μέχρι να ξαναπέσετε στα χέρια μου.]

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2008

Timecapsule 2007 ή Η εξομολόγηση μιας κυρίας


2007 : περίεργο έτος. Η αρχή του με βρήκε με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας της μητέρας μου και με έφερε αντίμετωπη με έναν φόβο, που δεν είχα ποτέ μέχρι τότε σκεφτεί, την απώλεια ενός πολύ αγαπημένου προσώπου. Παλέψαμε και παλεύουμε, εμείς και πολλοί άλλοι άνθρωποι, που έχουμε συναντήσει στις βόλτες μας στις κλινικές. Ένα συναίσθημα μου προκαλούν, θαυμασμό, για το γεγονός ότι όλη τους η καθημερίνοτητα είναι μια μάχη για τη ζωή. Τη ζωή, που εμείς οι υπόλοιποι συχνα τη θεωρούμε δεδομένη.
Το να βρω ισορροπίες μου ήταν δύσκολο και κατέφυγα στην καλύτερη και πιο χρόνια φίλη που είχα ποτέ, τη μοναχικότητα. Φλέρταρα και λίγο με τη μελαγχολία, ξέροντας πως ήταν απλά θέμα χρόνου να αναζητήσω άλλη διέξοδο. Έτσι γεννήθηκε η Orestis. Και όλα όσα σκεφτόμουν, με προβλημάτιζαν, με στεναχώρουσαν ή με έκαναν να γελάω, άρχισαν να γίνονται λέξεις, προτάσεις και ιστορίες. Και μέσω της κοινωνικοποίησης της Orestis άρχισα να βγαίνω και εγώ από το καβούκι. Σε όλους όσους παραμέλησα ή στεναχώρησα, αλλά έμειναν δίπλα μου σε αυτή τη δύσκολη φάση, να' στε καλά. Σε όσους έφυγαν, καλό δρόμο.
Στο σημείο αυτό, μια ιδιαιτέρη μνεία για τους καινούριους ανθρώπους που γνώρισα, τους φίλους συμbloggers. Με κάποιους δέσαμε παραπάνω, το σημαντικό όμως είναι, πως με όλους είχαμε κάτι να πούμε και να πιούμε.
Έρωτας.....δεν ξέρω αν αυτό που έζησα το 2007 ήταν τελικά έρωτας ή αν απλά η βαθιά μου επιθυμία να τον νιώσω, με έκανε να εκβιάσω πράγματα και καταστάσεις. Ό,τι και να ήταν, πάει πέρασε και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Οι κατακτήσεις βέβαια ήσαν αρκετές. Άρα αφού περνάει η μπογιά μου, μπορώ να γυρίσω στην ήρεμη συζυγική μου ζωή (ατάκα ετών αυτή).
Φιλία.....αν αρχίσω να γράφω δεν θα τελείωσω ποτέ. Τα φιλαράκια μου είναι το πιο σημαντικό πράγμα, μετά την οικογένεια. Ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στην Ιζόλδη, για το υπέροχο διάλειμμα, που μου χαρίζει τις δύσκολες μέρες της κλινικής. Στη Μουσίτσα, που είναι και φέτος μαζί μας. Στο λουκουμάκι, που είναι και φέτος μακριά. Στον Παπαστρουμφ, που υπήρξε άξια αντικαταστάτρια στις μπλογκοφονίες και φυσικά στα κόριτσια ή τα επονομαζόμενα στρουμφάκια για τις αξέχαστες στιγμές που ζησαμε το καλοκαίρι. Και για όσους ακόμα αναρωτιούνται, εμείς είμασταν η γυναικοπαρέα της Μήλου.
Και κάπως έτσι το 2007 έφτασε στο τέλος του, αλλά εκεί ήταν τελικά η ανατροπή, με την έκδοση της ιστορίας και πολλές ακόμη όμορφες στιγμές με άπλυτο(και όχι άπλετο) γέλιο.
Κάπως αλλιώς το είχα στο κεφάλι μου να βγει, κάπως αλλιώς βγήκε, αλλά δεν πειράζει. Το ότι για πρώτη φορά γράφω κάτι τόσο προσωπικό, χωρίς να το ντύσω ιστορία ή ποιήματακι, είναι για μένα η υπέρβαση και ζητώ την κατανόηση σας. Αν σας φάνηκε δακρύβρεχτο, θυμηθείτε τις θανατηφόρες ατάκες και τη φάτσα μου και βγάλτε συμπέρασμα. Ό,τι και αν κάνω, όπως και αν νιώθω, το χιουμόρ μου είναι πάντα σωστική λέμβος.
Καλή χρονιά σε όλους.