Παρασκευή, 27 Απριλίου 2007

Εκείνος

Με είχαν προειδοποιήσει οι γονείς μου. Όλοι δηλαδή με είχαν προετοιμάσει για την γνωριμία μου με "Εκείνον", αλλά δεν περίμενα να εξελιχθεί έτσι. Στην αρχή ήταν όμορφα. Κάτι καινούριο ξεκινούσε. Ανακαλύπταμε σιγά σιγά ο ένας τον άλλο. Τις επιθυμίες του, τις αδυναμίες του, τον εαυτό του. Ασκούσε μια περίεργη γοητεία πάνω μου. Με ωθούσε να κάνω πράγματα που ήθελα, που με γέμιζαν. Όμως "Εκείνος" ήταν πιο δυναμικός και πιο ισχυρός από εμένα. Σταδιακά η επιρροή του έγινε άρρωστη. Δεν με παρακινούσε για πράγματα που ήθελα, αλλά για πράγματα που "Εκείνος" ήθελε για μένα. Είχα μετατραπεί σε δούλο του, που ακολουθούσε ρητά τις εντολές του. Όμως τότε δεν το καταλάβαινα. Νόμιζα πως απλά "Εκείνος" ήταν ο άλλος μου εαυτός, που γνώριζε τις βαθύτερες επιθυμίες μου και τα θέλω μου. Γι' αυτό έκανα πάντα ότι μου ζητούσε χωρίς καν να το σκεφτώ. Με είχε πείσει πως το ήθελα εγώ και το διεκδικούσα για μένα. Πόσο άσχημο παιχνίδι μου είχε παίξει. Έχασα τους φίλους μου, τις επιθυμίες μου, τον εαυτό μου. Έφτασα σε ένα σημείο που δεν ήξερα ποιά είμαι, τι θέλω και τι μου γίνεται. Και πάλι "Εκείνος" είχε την απάντηση. Με έπεισε για άλλη μια φορά πως δεν χρειάζομαι κάνένα. Πως οι δυο μας είμαστε μια χαρά. Ανενόχλητοι δίχως τρίτους να μπλέκονται και να κοιτάνε περίεργα. Όταν έπαψε πια να έρχεται συχνά και έμενα πολύ μόνη μου, κατάλαβα πως αυτή η σχέση δεν πήγαινε άλλο. Έπρεπε να ξεφύγω και από "Εκείνον" και από όλα όσα είχε προγραμματίσει για μένα χωρίς εμένα. Δεν ήταν εύκολο. Τότε έγινε ένας από τους καλύτερους φίλους μου και αυτό του επέτρεψε να κρατήσει λίγη από την επιρροή του πάνω μου. Φυσικά δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε κι άλλο κι άλλο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ήθελε να είμαι υποχείριο του. Εγώ όμως δεν άντεχα άλλο. Έτσι γίναμε γνωστοί. Δύο άνθρωποι που συναντιούνται μια στο τόσο και λένε τα νέα τους και ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με τη ζωή και ενδεχομένως διάφορα άλλα θέματα. Είχε βέβαια μια εμμονή με τη ζωή, με τη ζωή των άλλων που ήθελε να εξουσιάζει. Δεν προσπάθησε να με μεταπείσει να γυρίσω κοντά του. Μου έκανε εντύπωση που "Εκείνος" το είχε δεχτεί τόσο καλά. Ήταν η πρώτη μας ήρεμη συνάντηση. Λες και ξαφνικά είχαμε βρει τις ισορροπίες που έλειπαν. Όταν ανέβηκα στη μηχανή μου γέλασα, γέλασα όπως ποτέ πριν. Συνειδητοποίησα πως ήμουν απλά ο συνεπιβάτης.
Ο οδηγός μου ήταν "Εκείνος"....ο "Εγωισμός" μου.

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2007

Δεν θέλω

Τα "θέλω μου" χτυπάνε το κουδούνι.
Δεν ανοίγω.
Προσποιούμαι πως δεν είμαι μέσα και
δεν ανοίγω.
Τότε αρχίζουν τα τηλέφωνα.
Μα εγώ δεν απαντώ.
Αυτά όμως είναι αποφασισμένα, βγαίνουν στους δρόμους και με ψάχνουν.
Με αναζητούν παντού.
Όταν δεν με βρίσκουν πουθενά, καταλαβαίνουν πως τα αγνόησα
και εκνευρίζονται.
Τότε γυρίζουν σπίτι και χτυπάνε ξανά το κουδούνι,
ξέρουν πως είμαι μέσα.
Εγώ κάνω πως κοιμάμαι.
Όταν επιμένουν πολύ τους λέω πως
"δεν θέλω" να τους ανοίξω.
Εκεί χάνω το παιχνίδι....
γιατί έχω εκφράσει κάποιο (έστω και δεν) "θέλω μου".

Τρίτη, 24 Απριλίου 2007

Οι δύο εαυτοί μου

Μέσα μου ζουν δύο εαυτοί.
Υπάρχουν δύο ζωές.
Η πραγματικότητα και το παραμύθι.
Και μια δική μου επιιλογή.
Το δικό μου παραμύθι.
Μαζί του μπορώ να ζω δίχως να υπάρχουν άλλοι άνθρωποι τριγύρω, μα με τον πραγματικό ειρήνη δεν έκανα ποτέ ούτε όταν βρισκόμουν ανάμεσα σε εκατομμύρια ανθρώπους.
Μαζί είμαστε ευτυχισμένοι.
Ζούμε τη ζωή που ο άλλος, ο αληθινός δεν θα έχει ποτέ, γιατί χάθηκε στο δρόμο για να βρει το παραμύθι!
Ποιόν όμως ενοχλούν τα παραμύθια;
Μήπως όλοι μας δεν αποκοιμηθήκαμε με κάποιο από αυτά κάποιο βράδυ όταν ήμασταν παιδιά;

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2007

Ο καλύτερος μου φίλος σκότωσε τη γυναίκα μου

Ήταν ένα ήσυχο πρωινό του Μαίου. Κάθησε στο συνηθισμένο του παγκάκι στον εθνικό κήπο και σκεφτόταν. Σκεφτόταν όπως έκανε κάθε δεύτερη Παρασκευή, στο ίδιο μέρος και την ίδια ώρα, εδώ και πολλά χρόνια. Στο μυαλό του γυρνούσαν όλα όσα είχαν γίνει με τον ίδιο, τον Μάνο, τον καλύτερο του φίλο και τη Ζιζέλ, τη γυναίκα του.
Όταν ο Λευτέρης κάθισε δίπλα του, ούτε που τον κατάλαβε.Είχε βυθιστεί για τα καλά στις σκέψεις του. Μόνο όταν του είπε "Καλημέρα. Ωραίος καιρός σήμερα ε;" γύρισε και τον κοίταξε με το μελαγχολικό του βλέμμα. "Ναι. Ωραία είναι. Αν μπορείς να την χαρείς. Γιατί εγώ πια δεν μπορώ." είπε και τα μάτια του βούρκωσαν. "Τι σου συμβαίνει; Αν δεν γίνομαι αδιάκριτος φυσικά. Α, Λευτέρης επί τη ευκαιρία." αποκρίθηκε. "Θα σου πω. Θα σου πω την ιστορία μου, αλλά δεν θέλω να σου πω το όνομα μου. Ας πούμε πως επιθυμώ να γίνω ο άγνωστος άντρας με τη θλιβερή ιστορία στα μάτια σου."
Ξεκίνησε να διηγείται αλλά έμοιαζε σαν να μην τον ενδιαφέρει αν κάποιος τον ακούει. Και επαναλάμβανε συνέχεια κατά τη διάρκεια της αφήγησης τη φράση "Δεν θα προλάβω να στα πω. Θα έρθουν εκείνοι. Δεν θα προλάβω.". Δεν του άρεσαν οι προλόγοι, οπότε μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Ο Μάνος, ο παιδικός του φίλος, είχε σκοτώσει τη γυναίκα του. Χωρίς λόγο, απλά επειδή την είδε να γυρνάει μέσα στο σπίτι. Ο Λευτέρης χλώμιασε. Απορούσε που το έλεγε με τέτοια ευκολία, αλλά υπέθεσε πως ήταν από το σοκ του γεγονότος και ένα τέτοιο γεγονός δεν το ξεπερνάς εύκολα. Η Ζιζέλ είχε μπει τυχαία από τη ζωή του, μια συννεφιασμένη μέρα μπήκε από το παράθυρο και έκτοτε δεν την άφησε να ξαναβγεί. Όχι ότι ήθελε να την κρατα φυλακισμένη, αλλά επειδή τους ένωνε η κοινή και βαθιά επιθυμία να απομονωθούν από τον υπόλοιπο κόσμο, να απομονωθούν για να ζήσουν τον έρωτα τους.
Δεν ήταν σαρκικό, το αντίθετο μάλιστα. Ήταν σαν να ένωσαν τις μοναξιές τους με μια απέραντη σιωπή. Δεν είχαν ανταλλάξει παρά ελάχιστες λέξεις, που και αυτές τις έλεγε εκείνος ενώ η Ζιζέλ περιοριζόταν να βγάζει ένα παρατεταμένο ζζζζ, σαν να έπαιζε μαζί του, χρησιμοποιούσε μόνο το συγκεκριμένο σύμφωνο. Μοιράστηκαν όμως πολλές σκέψεις και ακόμα περισσότερα αισθήματα. Πόσο όμορφα περνούσαν οι δυο τους. Η Ζιζέλ μπορεί να μην μιλούσε, αλλά ήταν παιχνιδιάρα. Συνεχώς τον πείραζε και τον γαργαλούσε. Το διασκέδασε που ασχολούταν σχεδόν όλη μέρα μαζί του.
Όταν ο Μάνος τον έχασε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανησύχησε. Κάποια στιγμή κανόνισαν να βρεθούν στον εθνικό κήπο. Ήταν η τελευταία τους συνάντηση πριν το φονικό και γι'αυτό εξακολουθούσε να πηγαίνει εκεί τόσα χρόνια μετά. Του θύμιζε ευτυχισμένες στιγμές. Στιγμές που μοιράστηκε τον έρωτα του για τη Ζιζέλ με τον Μάνο, τα δύο σημαντικότερα πρόσωπα στη ζωή του. Όταν αποκάλυψε τα πάντα για τη Ζιζέλ στον Μάνο, εκείνος πέθαινε από περιέργεια να τη γνωρίσει. Αλλά ήταν ανένδοτος. Δεν μπορούσε να γίνει. Τον φόβιζε να συναντηθούν οι δυο τους. Ήθελε εκείνη και τα αισθήματα του να μείνουν κρυμμένα από όλους τους υπόλοιπους. "Πόσο πολύ την αγάπησα. Καταλαβαίνεις το σοκ όταν τον είδα με το άψυχο σώμα της και τον ίδιο μέσα στα αίματα;" έλεγε προσπαθώντας να βρει κατανόηση στο πρόσωπο του συνομιλητή του.
Του ήταν δύσκολο βέβαια και μαρτυρικό να κρατάει τη γυναίκα του και τη ζωή του κρυφή, αλλά το μαρτύριο γλυκαίνει την καρδιά και κείνο που ζητάει τότε κανείς είναι, να τρέξει στο φως. Το μόνο σίγουρο κι αδιαίρετο σ' αυτόν τον θρυμματισμένο κόσμο, είναι το φως. Γι' αυτό άλλωστε η καημένη η Ζιζέλ, είχε τέτοια φωτοφιλία. Όπου έβλεπε φως, ορμούσε ασυλλόγιστα, αψηφώντας κι αυτόν το θάνατο...Τ' όνειρο της ήταν να καεί κάποτε, σε φλόγα κεριού, για να ενσωματωθεί μια για πάντα στο φως. Αυτή η αγάπη της για το φως ήταν ένας ακόμη λόγος που ερχόταν στο ίδιο μέρος αφότου πέθανε. Συνδύαζε το μέρος που συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον φίλο του, με το μέρος που το λούζει άπλετα ο ήλιος και το φως που τόσο της άρεσε.
Ξαφνικά ο λόγος του διάκοπηκε. Είχαν έρθει εκείνοι, πριν προλάβει να του τα πει όλα. Ο Λευτέρης είδε τους νοσοκόμους να έρχονται τρέχοντας και να τον παίρνουν. Του έκανε εντύπωση που δεν αντιστάθηκε. Δεν πρόβαλλε καμία αντίσταση. Τους ακολούθησε σαν πειθήνιο κουτάβι. Απλά κάποια στιγμή γύρισε προς τον Λευτέρη "Δεν πρόλαβα να στα πω όλα. Να θυμάσαι όμως πως την άγαπησα όσο τίποτα άλλο." του είπε και μπήκε στο ασθενοφόρο.
"Ρε παιδιά, γιατί τον πήρατε; Εντάξει δεν φαινόταν στα πολύ καλά του, αλλά και μένα αν μου είχε σκοτώσει τη γυναίκα ο καλύτερος μου φίλος, έτσι και χειρότερα θα ήμουν."
"Χαχα, έπεσες και συ στη λούμπα κύριε. Τα καταφέρνει και τους πείθει όλους ο άτιμος. Η Ζιζέλ, που αποκαλεί γυναίκα του, είναι μια μύγα και ο Μάνος, ο καλύτερος του φίλος, όντως ο καλύτερος φίλος, του ανθρώπου, ο σκύλος του, που κάποια μέρα έφαγε τη μύγα και ο καημένος τρελάθηκε. 5 χρόνια τώρα η ίδια ιστορία, τους προσωποποίησε και τους δύο, το σκάει κάθε Παρασκευή σχεδόν και έρχεται στον κήπο και λέει την ιστορία του στους περαστικούς. Μάλλον από ερωτική απογοήτευση θα το πάθε για καμιά γαλλίδα." είπε ο νοσοκόμος στον Λευτέρη που τον άκουγε αμίλητος.
"Και να σκεφτείς ότι βγήκα μια βόλτα για να μην τρελαθώ στο σπίτι από τη γυναίκα μου και τα παιδιά. Πόσο μου έλειψαν ξαφνικά. Θα πάρω λουλούδια και σοκολάτες και θα πάω να τους πω πόσο τους αγαπάω." σκεφτόταν ο Λευτέρης καθώς γυρνούσε στο σπίτι.
( Το κείμενο είναι εμπνευσμένο από το θεατρικό του Βασίλη Ζιώγα, "Η κωμωδία της μύγας" και το πράσινο κομμάτι αυτούσιο απόσπασμα από το έργο)

Βρώμικο sex

Πρώτη μέρα στη δουλειά και η Στεφανία είχε πολύ άγχος. Πόσο χρόνο θα της έπαιρνε να προσαρμοστεί, πως θα την αντιμετώπιζαν οι συνάδελφοι της ήταν κάποιοι από τους προβληματισμούς της. Η τύχη όμως ήταν με το μέρος της. Αυτό που δεν ήξερε, ήταν ότι δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Προικισμένη απλόχερα από τη μητέρα φύση( όταν την έπλασε ο θεός πρέπει να είχε έμπνευση που λέει και το άσμα) δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα, με ωραίο σώμα, υπέροχα μάτια, εκφραστικό πρόσωπο που, μάλλον χωρίς να το καταλαβαίνει, ασκούσε μια επικίνδυνη γοητεία στους γύρω της. Οι άντρες την ερωτεύονταν από την πρώτη ματιά και οι γυναίκες την συμπαθούσαν με την πρώτη φράση που θα έβγαινε από το στόμα της, το στόμα που πολλοί θα ήθελαν να φιλήσουν πριν καν τελειώσει την πρόταση της.
Η πρώτη εβδομάδα στη δουλειά κύλησε ήρεμα και με καλές προοπτικές για όλες τις υπόλοιπες. Έπιασε φιλίες με τις άλλες κοπέλες στο τμήμα marketing της πολυεθνικής εταιρίας, είχε αποκτήσει ήδη αρκετούς θαυμαστές και είχε βρει και η ίδια ένα αντικείμενο πόθου να την απασχολεί τις ώρες που δεν εργαζόταν, τον Ηλία. Αλλά ως ένα βαθμό και τις ώρες που εργαζόταν. Το μόνο της πρόβλημα είναι ότι δεν είχε πει τίποτα σε κανένα, δεν είχε αποκτήσει τέτοια οικειότητα βέβαια ακόμη, αλλά δεν το είχε πει ούτε στην Αλεξάνδρα που είχαν δέσει πολύ καλά από την αρχή. Της είχε προσφέρει με μεγάλη χαρά τη βοήθεια της , κυρίως στο κομμάτι της προσαρμογής και ίσως γι'αυτό η Στεφανία να είχε νιώσει γρήγορα μέρος του συνόλου.
Ο Ηλίας ήταν το παιδί που έφερνε την αλληλογραφία και επειδή δεν του έπαιρνε πολύ χρόνο αυτό, ήταν υπεύθυνος γενικών καθηκόντων, παιδί για όλες τις δουλειές με λίγα λόγια(καφέδες, φωτοτυπίες κτλ). Όμορφο δεν τον έλεγες, αρρενωπό ούτε κατά διάνοια. Είχε όμως τρομερό στυλάκι. Ψηλός, μελαχροινός με μακρύ μαλλί ράστα (βράστα τον πείραζαν στην εταιρία), φαρδιά παντελόνια και t-shirts με έξυπνα λογότυπα. Κανείς δεν περίμενε ότι ειδικά η Στεφανία θα κοίταζε ποτέ κάποιον τύπο σαν τον Ηλία, την στιγμή μάλιστα που την περιτρυγύριζαν πολλοί κοστουμάτοι χαρτογιακάδες, που στις άλλες στο γραφείο έτρεχαν τα σάλια, αλλά η Στέφι ούτε να τους φτύσει. Ανέκαθεν τους θεωρούσε δήθεν και την ενδιέφεραν πιο "αληθινά" άτομα.
Με τον Ηλία είχαν αναπτύξει κάποια οικειότητα. Μιλούσαν αρκετά κάθε φορά που της πήγαινε τα γράμματα της. Κάποια στιγμή, στο διάλειμμα για φαγητό, ενώ μιλούσαν για τους άντρες της εταιρίας, εξέφρασε την άποψη της "Ο Ηλίας, ωραίο παιδί και με τρομερό στυλ.". Η απάντηση που πήρε την προβλημάτισε. Περίεργα γελάκια και φράσεις του τύπου "Ναι...σίγουρα. Ώραίο και καλό παιδί." σχόλια εμποτισμένα με τόνους από άρωμα ειρωνίας. Μετά από μέρες δεν άντεξε το εκμυστηρεύτηκε στην Αλεξάνδρα και ζήτησε τη γνώμη της. "Καλό παιδί βρε Στέφι μου, αλλά δεν κάνει για σένα. Άστο καλύτερα." σχολίασε λακωνικότατα εκείνη. "Μα γιατί; Τι έχει; Επειδή το στυλάκι του δεν είναι συνηθισμένο;", δεν μπορούσε να καταλάβει τον αρνητισμό της Αλεξάνδρας. "Ε αφού θέλεις να μάθεις σώνει και καλά. Ο Ηλίας είναι γνωστός στην εταιρία ως γκόμενος γιατί κάνει βρώμικο sex."
"Εντάξει ρε Αλεξάνδρα και γιατί είναι απαραίτητα κακό αυτό; Όλοι έχουμε τα γούστα μας και τα βίτσια μας." είπε ανακουφισμένη η Στεφανία. ΄Δεν μπορούσε φυσικά να κατανοήσει πλήρως την έννοια του "βρώμικου", αλλά πόσο βιτσιόζος να ήταν πια; Πίστευε πως θα μπορούσε να το διαχειριστεί και πήρε την απόφαση να ανταποκριθεί στο φλερτ του.
Μετά από δύο μήνες στενού μαρκαρίσματος ( τον γούσταρε, αλλά δεν θα έπεφτε τόσα εύκολα) αποφάσισε να βγει το πρώτο ραντεβού μαζί του. "Αφού άντεξε τόσο καιρό και δεν σταμάτησε να μου το ζητάει, κάτι σημαίνει. Τουλάχιστον δεν με έχει θεωρήσει χαζογκόμενα.", όχι ότι ήταν, αλλά η ανασφάλεια της την έκανε να σκέφτεται τέρατα. Πήγαν σε ένα πολύ όμορφο και ζεστό μπαράκι με άκρως ερωτική ατμόσφαιρα διάχυτη στον αέρα. Ήρθαν και τα 3 ποτάκια και οι αντιστάσεις έπεσαν. Μετά το "ζέσταμα" στο μπαρ, ο Ηλίας της πρότεινε να πάνε σπίτι του. Αντίσταση; Ποιά αντίσταση; Έτσι βρέθηκαν στον καναπέ του. Όταν γδύθηκαν τελείως και οι δύο και αφού η επιδράση από τα ποτά είχε περάσει, τη μύτη της Στεφανίας ενόχλησε μια άσχημη και ταυτόχρονα γνώριμη μυρωδιά. Ιδρώτας και απλυσιά , όπως μύριζε όταν έφευγε από το γυμναστήριο, αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό. Λες και αυτός ο άνθρωπος είχε να πλυθεί χρόνια. "Καλά από πότε έχεις να κάνεις μπάνιο άνθρωπε μου;" ρώτησε στριγκλίζοντας τον Ηλία.
"Δυο μήνες γλυκειά μου. Όσο χρειάστηκε για να σε ρίξω. Αλλά πως κάνεις έτσι. Δεν στο είχαν πει ότι μου αρέσει το βρώμικο sex;"

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

Σία - Συνωμοσία

Η Λίνα και ο Τάσος ήταν ζευγάρι από το γυμνάσιο. Πέρασαν με επιτυχία το τεστ της πρώτης φοράς στην πενταήμερη στη Ρόδο, που το ακολούθησαν πολλές και εξίσου επιτυχημένες βραδιές. Πέρασαν μαζί το άγχος των πανελλαδικών εξετάσεων. Τη χαρά της επιτυχίας στη σχολή της προτίμησης τους και στην πόλη της επιλογής τους. Όλα αυτά ένα σημείο τα χαρακτήριζε, το μαζί. Όχι όμως απλά μαζί, αλλά μαζί και ευτυχισμένοι. Όλοι στο χωριό τους έβλεπαν και τους χαίρονταν.
Ο ερχομός τους στην Αθήνα, πέρα από το πολύ διάβασμα και τις νέες παρέες, δεν άλλαξε κάτι στη ζωή τους. Μόνο το γεγονός ότι η Λίνα είχε αποκτήσει μια κάπως περίεργη συμπεριφορά. Ο Τάσος όμως το έβρισκε λογικό. Ποτέ δεν της άρεσε το χωριό. "Να φύγουμε αγάπη μου, να φύγουμε μακριά κάποια στιγμή και να μην γυρίσουμε." έλεγε στον Τάσο που δεν συμμεριζόταν την άποψη της. "Εδώ είναι ο τόπος μου. Τόση ομορφιά. Δες. Εδώ θέλω να αφήσω τα κοκκαλάκια μου." βροντοφώναζε εκείνος. Εξάλλου το ότι η Λίνα περνούσε πολλές ώρες με την Σία, την καθηγήτρια της σκηνογραφίας, δεν ήταν κακό, ούτε περίεργο, απλά δεν ήταν συνηθισμένο. Οι άλλοι στην παρέα δεν το έβλεπαν με καλό μάτι το "κολλητιλίκι" όπως έλεγαν. Ο ίδιος το θεωρούσε υγιές, αφού η Λίνα δεν είχε άλλη φίλη αφότου η Κλαίρη έφυγε από το χωριό. Για την ακριβεία εξαφανίστηκε, αφήνοντας απλά ένα γράμμα που έλεγε ότι φεύγει και να μην την ψάξει κανείς. Η καινούρια φίλη της λίνας άλλωστε δεν επηρέαζε τη δική τους σχέση.
Επηρέασε όμως τον ίδιο. Κάποια στιγμή, στο πέρασμα του χρόνου και των σπουδών, η Λίνα τα παράτησε και αφοσιώθηκε αποκλειστικά και μόνο στον Τάσο. Έγινε η κυρία του κυρίου. Ο κύριος, ειδικά αφού η Λίνα με το περίσσιο ταλέντο (που πάντα τον υποσκίαζε) είχε φύγει από το προσκήνιο, μεταλλάχτηκε στο νέο αστέρι της σχολής. Με ενδεχόμενο για λαμπρή καριέρα μπροστά του. Φυσικό ήταν λοιπόν το ενδιαφέρον της Σίας να στραφεί πάνω του. Μόνο που δεν περιορίστηκε στη σχολή αλλά έγινε και πιο προσωπικό. Είχε έρθει η ώρα να γίνει εκείνος ο κύριος της κυρίας.
Ιδέα για το κέρατο δεν πρέπει να πήρε η Λίνα. Ήταν απασχολημένη να μαθαίνει συνταγές και να ψάχνει νυφικό για το γάμο (θα γινόταν όταν τελείωνε ο Τάσος και με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις). Φρόντισε όμως ο Τασούλης να της κάνει πλήρη ενημέρωση.
"Το καταλαβαίνω Τάσο μου. Προηγείται η καριέρα σου. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται." ήταν τα μοναδικά λόγια που του είπε το βράδυ που αποφάσισε να της αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Στήλη άλατος έμεινε από την ψύχραιμη και ακατανόητη συμπεριφορά της Λίνας. Αποσβολωμένος μπήκε στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε στο σπίτι της Σίας.
Το τροχαίο ήταν μοιραίο και ο θάνατος του ακαριαίος. Έκλαψε η Λίνα πολύ. Βρήκε όμως το θάρρος και κανόνισε τα της κηδείας. Της περίεργης κηδείας για την ακρίβεια.
Όταν γύρισε στο χωριό με την τέφρα του Τάσου, βγήκε για την καθιερωμένη βόλτα, που έκαναν και μαζί. Σκορπούσε τις στάχτες λέγοντας: "Εδώ δεν ήθελες να αφήσεις τα κοκκαλάκια σου; Διαταγή εξετελέσθη.". Έκτοτε δεν την ξαναείδαν στο χωριό.
Γυρνώντας στην πόλη, πήγε στο σπίτι και άρχισε να πακετάρει τα πραγματά της. Δεκάδες μηνύματα από φίλους και γνωστούς είχαν επιτεθεί στον τηλεφωνητή της και την δυσκόλευαν να αποφασίσει τι θα έπαιρνε μαζί της. Λογικό όμως καθώς τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τόνιζαν την τραγική της φιγούρα. "Χαχα. Ματωμένος γάμος παιδί μου, τι να πεις." σκεφτόταν όταν έκλεινε την τελευταία βαλίτσα. Τότε χτύπησε το κουδούνι. "Κιόλας; Απίστευτος συγχρονισμός." σκέφτηκε, έκλεισε τα φώτα και κατέβηκε.
Το αυτοκίνητο της Σίας ήταν παρκαρισμένο στη γωνία, για να μην δώσει στόχο (κατάλοιπο επαρχίας). Έβαλε τις βαλίτσες στο πορτ παγκαζ και μπήκε μέσα. Έβαλε τη ζώνη της και έδωσε ένα ρουφηχτό φιλί στη Σία. "Όλα εντάξει; Πάμε; της είπε. "Όλα οκ μωρό μου. Στο είπα ότι θα τα καταφέρναμε. Κανείς δεν θα καταλάβει ότι τα φρένα του ήταν πειραγμένα. Αλλά και να το καταλάβουν θα είμαστε μακριά.America here we come." , είπε και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο.
"Αλήθεια Λίνα, μόνο εσύ ξέρεις το πραγματικό μου όνομα. Σία, από το συνωμοσία." έλεγε καθώς το αυτοκίνητο χανόταν στο σκοτάδι.
Μετά από αρκετούς μήνες στην Αμερική η Λίνα αποφάσισε πως είχε έρθει ο καιρός να απαλλαγεί από την παρουσία της Σίας. Την ευγνωμονούσε για την πολύτιμη βοήθεια της να ξεφορτωθεί τον Τάσο και τη ζωή που είχε, της κυρίας του κυρίου, αλλά τώρα έπρεπε να σταθεί μόνη της. Έλα όμως που η Σία δεν έφευγε. 6 μήνες πάλευε με τον ψυχαναλυτή της και στο τέλος τα κατάφερε. Η Σία μπήκε στην ντουλάπα και δεν ξαναβγήκε ποτέ. Είχε αποκτήσει πια ΜΙΑ και άρτια(;)προσωπικότητα."


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2007

Η Άναμπελ

"Πρέπει να χάσεις κάτι για να το εκτιμήσεις." αυτό σκεφτόταν ο Τρέη καθώς πήγαινε στο εργαστήριο. Αλλά και όλα όσα τον οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα.
Είχε κοπιάσει πολύ για να πάρει το διδακτορικό του. Το εθελοντικό εργαστήριο ήταν απλά το κερασάκι στην τούρτα. Τώρα όμως όλα ήταν οκ. Το UCL τον είχε δεχτεί και είχε πάρει μάλιστα και υποτροφία για το διδακτορικό. Όταν θα το τελείωνε θα ήταν πλέον dr Τρέη, στον τομέα της γενετικής. Παρόλο που γκρίνιαζε συνεχώς, η αλήθεια είναι πως απολάμβανε και τη γενετική και την έρευνα και τα εργαστήρια και την Αγγλία γενικά. Του άρεσε που έτρεχε πανικόβλητος να τα προλάβει όλα. Μέσα σε όλο αυτό το χάος έκανε και μαθήματα ελληνικών για να βγάζει κάποια από τα έξοδά του. Ως πότε πια θα πλήρωνε η κυρία Ελένη;
Το μόνο μελανό σημείο στην χαρά του, ήταν η στιγμή που θα έπρεπε(αναγκαστικά άλλωστε) να το ανακοινώσει στην Άναμπελ. Πώς θα της έλεγε ότι δεν γυρνάει Ελλάδα; Το ήθελαν και το περίμεναν και οι δυο τους να είναι ξανά μαζί στην ίδια πόλη μετά από αρκετό καιρό. Πώς θα γκρέμιζε τα όνειρα της; Έπρεπε όμως να το κάνει. Το μέλλον του, όσο σκληρό και αν φαίνεται, είναι η επιστήμη του, δεν μπορεί να την θυσιάσει για έναν έρωτα και ας πρόκειται και για τη γυναίκα της ζωής του. Αυτό λοιπόν έκανε, αλλά το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε την επιλογή του. Όχι πως η Άναμπελ δεν θα τον περίμενε.Αυτό άλλωστε που έκανε τη σχέση τους διαρκείας ήταν το γεγονός πως ήταν πάντα (κακώς βέβαια) υποχωρητική. Και η μόνη που θα μπορούσε να ανεχτεί έναν τόσο δύσκολο άνθρωπο όπως ήταν ο Τρέη. Το μόνο που ζήτησε η καημένη ήταν μια υπόσχεση από εκείνον (χωρίς γονείς και τυπικότητες) ότι η σχέση τους είχε κάποια προοπτική και το γεγονός ότι θα τον περίμενε θα είχε σημασία. Ο Τρέη όμως κόλλησε. Φοβήθηκε το νεαρό της ηλικίας του, το ότι δεν είχε ακόμα μόνιμη δουλειά και κυρίως, πράγμα που ποτέ δεν αποκάλυψε σε εκείνη, ότι ήθελε και άλλες εμπειρίες στη ζωή του. Αυτά τους οδήγησαν στο χωρισμό.
Είχε φτάσει ήδη όμως στο πανεπιστήμιο, οπότε η σκέψη του διακόπηκε. Το βράδυ που επέστρεφε στο σπίτι, τον είχε πιάσει το ποιητικό του. "Η αγάπη θα νικήσει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς." έλεγε στον εαυτό του. Τα πάντα ήταν πια ξεκάθαρα στο μυαλό του. Την Άναμπελ ήθελε και μόνο. Δεν ήξερε αν ήταν η γυναίκα της ζωής του, ήξερε πως μόνο εκείνη σκεφτόταν και ήθελε να είναι και πάλι μαζί. Η λύση ήταν απλή. Έπρεπε να διεκδικήσει το ρόλο του κυνηγού. Αυτό έκανε, όπως και κάθε ερωτοχτυπημένος στη θέση του. Υπήρχαν δυσκολίες όμως, εκτός του ότι τα χιλιόμετρα που τους χώριζαν πολλά, δεν ήθελε να το ζητήσει ευθέως. Επιθυμούσε ένα πιο ρομαντικό τρόπο να της δείξει πως την ήθελε ξανά. Την βρήκε όμως την άκρη. Κανόνισε ο αθεόφοβος κάθε μέρα στις 12 το μεσημέρι (ώρα Ελλάδας) η Άναμπελ να βρίσκει στην πόρτα της ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Χωρίς όνομα αποστολέα. Το μυστήριο εξυπηρετούσε άλλωστε το σκοπό του. Αν τον ήθελε ακόμα, θα καταλάβαινε πως ήταν εκείνος και θα αντιδρούσε. Με κάποιο τρόπο θα αντιδρούσε και η αγάπη θα νικούσε. Για μέρες τα έστελνε τα λουλούδια και για μέρες δεν είχε δει καμία αντίδραση από τη μεριά της. "Κάτι θα πήγε στραβά. Δεν γίνεται αλλιώς."΄προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του.
Στην Ελλάδα εν τω μεταξύ τα πράγματα κυλούσαν με διαφορετικούς ρυθμούς. Η Άναμπελ προσπαθώντας να τον ξεχάσει, το είχε ρίξει στο διάβασμα για το μεταπτυχιακό της. Της πήγαινε καλά. Γνωριμίες με τα άλλα παιδιά, συναντήσεις, βόλτες, επιτέλους απέκτησε μια ζωή που δεν περιελάμβανε τον Τρέη, αλλά ήταν εξίσου ωραία. Την γέμιζε η καθημερινότητα της. Προσπαθούσε να κάνει μια νέα αρχή και ήταν σε πολύ καλό δρόμο. Η μονή στιγμή που διατάρασσε την ηρεμία της ήταν η στιγμή της παράδοσης, "της παράδοσης της ψυχής της" στον ήχο του κουδουνιού. Αυτό το κουδούνι. Στην άρχη κολακεύτηκε, αλλά μετά... "Πάλι ο ανθοπώλης; Μα τι θέλει; Δεν αντέχω άλλο. Κάθε μέρα το ίδιο βιολί. Μόλις πάει 12 η ώρα ντρινννν. Έχετε παράδοση μου λέει. Ναι, της ψυχής μου. Άστα, Κατερινάκι. Δεν το βάζει κάτω με τίποτα σου λέω." έτσι έλεγε στη φίλη της στο τηλέφωνο. Η απάντηση που έπαιρνε βέβαια..."΄Άλλες θα παρακαλούσαν να είναι στη θέση σου βρε χαζή" ούρλιαζε η Κατερίνα στην άλλη άκρη της γραμμής. "Άλλες μπορεί. Εγώ όχι. Εγώ θέλω ο άλλος να έχει τα κότσια και να παραδεχτεί ότι με αγαπάει. Έτσι στα κρυφά χαίρω πολύ. Και γω έτσι αγαπώ όλο τον κόσμο. Εγώ θέλω να έρθει και να μου πει, σε θέλω. Στα μούτρα μου. Να βλέπω την έκφρασή του όταν το λέει." βροντοφώναζε η Άναμπελ. Πόσο της είχε λέιψει η χρήση του εγώ όσο ήταν με τον Τρέη. Τόσο που πλέον το έλεγε συνεχώς, σαν αντιλάλος ακουγόταν εγώ, εγώ, εγώ, εγώ. Δεν την ένοιαζε αν θα την θεωρούσαν εγωκεντρική, την ενδιέφερε που τώρα μπορούσε να το λέει ελεύθερα, αβίαστα και χωρίς ενοχές, σαν φωτεινή επιγραφή με μεγάλα γράμματα ΕΓΩ.
Ο Τρέη δεν άντεξε άλλη σιωπή και με την πρώτη ευκαιρία έφυγε για Ελλάδα. Ήταν αποφασισμένος να ανακαλύψει τι είχε συμβεί και η Άναμπελ δεν έδειξε ουδεμία αντίδραση τόσο καιρό (μήνες το λελουδικό, κόκκινο η πιστωτική). Πλέον ήταν σίγουρος. Ήταν η γυναίκα που ήθελε να έχει δίπλα του. "Μόνο η Άναμπελ με καταλαβαίνει." έλεγε και ξανάλεγε στους φίλους του. Η πλήρης αλήθεια θα ήτο βεβαίως βεβαίως "μόνο η Άναμπελ μπορεί να με ανεχτεί.", αλλά σε τέτοιο βαθμό δεν είχε πέσει ακόμα ο εγωισμός του.
Όταν πλησίαζε στο σπίτι της, η καρδιά του κόντευε να του βγει από το στόμα. "Πώς θα χτυπήσω το κουδούνι; Τι θα της πω;" σκεφτόταν τα απιστεύτα μέχρι να φτάσει στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μοίρα όμως τον γλύτωσε από όλες τις σκέψεις που πέρασαν από το μυαλό του. Ειδικά όταν την είδε να βγαίνει αγκαλιά με έναν όμορφο νεαρό, δεν είχε καν λέξεις να ψελλίσει. Η μοναδική πρόταση που κατάφερε να αρθρώσει ήταν "Νόμιζα πως η αγάπη θα νικήσει." που ήταν και το σημείωμα που συνόδευε το τελευταίο λουλούδι που της έστειλε πριν να έρθει ο ίδιος.
" Μα η αγάπη νίκησε. Η αγάπη που με έδεσε με τον Ιάσονα. Βλέπεις, τώρα πια υπάρχω και εγώ. Και ο Ιάσονας μπορεί να δει και κάποιον πέρα από τον εαύτό του." αυτές ήταν οι μόνες λέξεις που αντάλλαξαν οι δυο τους. Μετά από αυτό ο Τρέη δεν είχε τίποτα να πει. Ο εγωισμός του ήταν που έκανε τον Ιάσονα τόσο όμορφα διαφορετικό στα μάτια της Άναμπελ. Το γιατί (που ποτέ δεν αναρωτήθηκε ο Τρέη, καθώς την απάντηση την ήξερε) απλό, υπολόγιζε κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό του σε μια σχέση, τον άμεσα ενδιαφερόμενο.
Ο Τρέη όμως αποδείχτηκε σωστός σε αυτό που πίστευε εξαρχής. Η ΑΓΑΠΗ ΝΙΚΑΕΙ. Η αγάπη που ένιωσαν ο Ιάσονας και η Άναμπελ είχε νικήσει.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2007

Για όσα χάθηκαν

Για όσα χάθηκαν

και δεν θα επιστρέψουν.

Για όσα χάθηκαν

και πονάνε ακόμα.

Για όσα χάθηκαν

μα η θύμηση τους

σχημάτιζει ακόμα χαμόγελα στα πρόσωπα μας.

Για όσα τελικά

δεν χάθηκαν

γιατί υπάρχουν στη σκέψη.

Για όλους εκείνους

που τα χιλιόμετρα

τους νοσταλγούν.

Για όλους εκείνους

που αν και μίλια μακριά

ήταν, είναι και θα είναι

πάντα εδώ.


Αφιερωμένο στη "μικρή" που μου έμαθε να γελάω με τα αστέρια

[ Η απόσταση χωρίζει, η σκέψη ενώνει. Και από τη σκέψη μου δεν έφυγες ποτέ]

Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

Δεν έτρωγε το αλάτι

Η Λουκία ήταν όμορφη κοπέλα. Ψηλή, ξανθιά με πλούσιο μπούστο και ωραίο σώμα. Το μεγάλο ατού της όμως ήταν ότι ο πατέρας ήταν από τους πιο επιτυχημένους εμπόρους της μικρής επαρχιακής πόλης που έμενε και άρα είχε λεφτά, πολλά λεφτά.
Όταν γύρισε η Λουκία από τις σπουδές της στην Αθήνα, τις οποίες ολοκλήρωσε με επιτυχία σε ιδιωτικό κολέγιο φυσικά, ήταν από τις πιο περιζήτητες νύφες της πόλης. Ευτυχώς δηλαδή γιατί θα πέθαινε η μάνα της από το άγχος της. Σε όλους τους φίλους και συγγενείς εξέφραζε το φόβο της "Δεν μου τον έφερε (τον γαμπρό) όσο σπούδαζε και ήταν ελεύθερη να κάνει ό,τι ήθελε, τώρα που να τον βρει; Μικρή η πόλη μας." Ήξερε όμως καλά η κυρία Κούλα ότι κορίτσια σαν την κόρη της με λεφτά αισθήματα δεν πήγαιναν χαμένα. Θα τον έκανε τον "καλό" γάμο που τόσο επιθυμούσε. Οι υποψήφιοι πολλοί. Βέβαια μόνο γάμος δεν θα ήταν, πιο πολύ εμπορική συμφωνία μεταξύ "τσιφλικάδων", αλλά όπως και να'χε τα παιδιά θα γνωρίζονταν πρώτα για να δώσουν την έγκριση τους. Η Λουκία στο θέμα αυτό ήταν μάλλον απαθέστατη. Δεν έλεγε όχι στις διάφορες γνωριμίες που τις έκαναν κατά καιρούς, αλλά για γάμο κανείς δεν της έκανε.
Όταν κύριος Μάνος πρότεινε στην κυρία Κούλα το γιο του, εκείνη πήδηξε μέχριτο ταβάνι. Καλό παιδί ο Στέφανος. Μορφωμένος, όμορφος και επίσης με λεφτά αισθήματα. Άλλωστε αυτός ήταν ο λόγος που ο πατέρας του πλησίασε την οικογένεια της Λουκίας. Για τα πρακτικά βέβαια ήταν και παιδικοί φίλοι με τον κύριο Λευτέρη, πατέρα της Λουκίας.
Έγινε λοιπόν η γνωριμία ένα χειμωνιάτικο απόγευμα. Κούκλα η δικιά μας, κοκέτα, αλλά και ο Στέφανος σκέτος "γαμπρός". Αμοιβαία συμπάθεια των 2 νέων, που σήμαινε για την Κούλα κλείνω εκκλησία για του χρόνου. Έβγαιναν και ξανάβγαιναν. Έφτασε και η πολυπόθητη στιγμή που η Λουκία αποφάσισε να κάνει το βήμα παραπέρα. Ανακοίνωσε στη μάνα της ότι ο Στέφανος εγκρίνεται και για γάμο. Πάρτυ έκαναν εκείνη την μέρα. "Σπάμε το ράφι.", φώναζε η Κούλα περιχαρής.
Το μόνο που έμενε να γίνει ήταν και η επίσημη πρόταση του Στέφανου στην Λουκία. Αλλά έλα που αυτή δεν ερχόταν. Η καημένη η Λουκία δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τη φλέρταρε, της ζητούσε να βγαίνουν συνέχεια, αλλά ούτε το χέρι δεν της είχε πιάσει. Όταν πέρασε ένα χρονικό διάστημα αρκετό για να πιστέψει πως κάτι δεν πήγαινε καλά, αποφάσισε πως αν τον ήθελε έπρεπε να δράσει. Έτσι και έγινε. Ένα βράδυ που δεν θα έβγαιναν γιατί ο τύπος δήλωσε κουρασμένος, πήγε από το σπίτι του, εννοείται χωρίς να τον ενημέρωσει. Όταν άνοιξε την πόρτα και την είδε χλώμιασε. "Ωχ, να δεις που υπάρχει άλλη.", σκέφτηκε το Λουκάκι. Μετά ανάκτησε την ψυχραιμία του και την κάλεσε μέσα. Της έβαλε ένα ποτάκι και άρχισαν να χαζοκουβεντιάζουν. "Λουκία, κάτι θέλω να σου εμπιστευτώ εδώ και καιρό.", είπε ο Στέφανος. Ύφος χήρας πήρε η Λουκία. Έντεχνα το απέφυγε η μουσίτσα λέγοντας "Έχουμε καιρό. Δεν μου δείχνεις το σπίτι; Έχω περιέργια να δω το χώρο σας.". Το σπίτι δεδομένου ότι έμεναν 2 εργένηδες (ο Στέφανος συγκατοικούσε με τον παιδικό του φίλο, τον Γιώργο) ήταν αρκετά περιποιημένο. Ωραίο σαλόνι, απίστευτο δωμάτιο-γραφείο, καθαρή κουζίνα, μεγάλο μπάνιο και μια υπέροχη κρεβατοκάμαρα. Μόνο μία όμως. Το σοκ ήταν μεγάλο. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσει η φουκαριάρα "νύφη". Ήταν προφανές πως δεν υπήρχε άλλη κρεβατοκάμαρα, γιατί εκτός του πρακτικού μέρους (είχε ανοίξει ήδη όλες τις κλειστές πόρτες του διαμερίσματος), υπήρχε και το θεωρητικό, ο Γιώργος και ο Στέφανος ήταν ζευγάρι, πολλά χρόνια τώρα. Η συγκατοίκηση ήταν κάλυψη για τα μάτια του κόσμου. Γι' αυτό ποτέ δεν την είχε καλέσει σπίτι του.
Στην επιστροφή στο σπίτι της σκεφτόταν πολλά. Το καλό ήταν ότι ξεκαθάρισε το τοπίο. Το κακό ότι αφού υποσχέθηκε στο Στέφανο να μην τον προδώσει, έπρεπε να βρει μια δικαιολογία να πει στους γονείς της που μόνο εκκλησία δεν είχαν κλείσει. Όταν μπήκε μέσα ήταν αμίλητη. Η μάνα της την κατάλαβε αμέσως. Φυσικό επακόλουθο να τη ρωτήσει τι έγινε. "Μίλα. Τι συμβαίνει; Δεν θα γίνει ο γάμος ε; Το ξέρα ότι κάτι δεν πάει καλά. Το καθυστερήσαμε πολύ. Αλλά γιατί; Τι πήγε στραβά; Μια χαρα παιδί, γιατί;"
Οπλίστηκε με δύναμη η Λουκία, και δεν ήταν εύκολο μετά τον καταιγισμό από τις ερωτήσεις της Κούλας και είπε "Μαμά, δεν τρώει το αλάτι. Μόνο μέλι στην τηγανίτα."

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2007

Η επιστροφή

Ήταν ξημερώματα όταν μπήκε στο αεροπλάνο. Είχε επιχειρήσει να γυρίσει με τρένο, αλλά κάπου στην διαδρομή κουράστηκε, άρχισε να ξεμένει και από λεφτά και αποφάσισε να κάνει μία τελευταία ανάληψη από το λογαριασμό για έκτακτες περιστάσεις. Κάπως έτσι βρέθηκε στην τουριστική θέση της πτήσης για Ελλάδα. Πάντα της άρεσαν τα ταξίδια. Όχι τόσο ο προορισμός όσο η διαδρομή. Της άρεσε που της έδινε χρόνο να σκεφτεί, για όλους και για όλα.
Όταν ξεκίνησε πριν από ένα περίπου μήνα από Ελλάδα δεν σκέφτηκε και πολλά. Ή μάλλον ήταν τόσα πολλά αυτά που έπρεπε να σκεφτεί που προτίμησε να μην το κάνει. Τώρα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά, επέστρφε στον τόπο του εγκλήματος και είχε αρκετά να σκεφτεί. Δεν άφησε και λίγες εκκρεμότητες η αλήθεια. Γέλασε, γιατί σκέφτηκε ότι έφυγε σαν τον κλέφτη. Και ήταν κλέφτης. Είχε κλέψει την καρδιά του Τάσου, την κράτησε 4 χρόνια και τώρα δεν ήξερε αν θα την κρατούσε ή αν την έδινε στα σκυλιά. "Λες να την έτρωγε η Δάφνη;" σκέφτηκε καθώς θυμήθηκε το σκύλο τους. Ήξερε καλά όμως ότι ο σκύλος δεν ήταν (δεν έπρεπε να είναι) προτεραιότητα αυτή τη στιγμή. Ένιωσε ένα μικρό πανικό όταν θυμήθηκε τους λογαριασμούς που κατά πάσα πιθάνοτητα θα ήταν απλήρωτοι. Ο Τάσος όταν απόφασισαν (μαλακίες, εκείνη το αποφάσισε όπως έκανε πάντα) να μείνουν λίγο καιρό σε διάσταση για να σκεφτούν αν θέλουν να είναι μαζί, έφυγε από το σπίτι και άλλη όρεξη δεν θα είχε από το να πληρώνει τους λογαριασμούς της Μαίρης. Ευχήθηκε όμως μέσα στον πανικό της να μην της είχαν κόψει το ρεύμα. Για το νερό δεν την πολυ ένοιαζε. Τι ζεστό, τι κρύο, τρεχούμενο να είναι μόνο. Η δεύτερη κρίση πανικού ήρθε μαζί με την προσγείωση. Ήταν οι συγγενείς και οι φίλοι, που θα έπρεπε να τους δώσει μια ικανοποιητική απάντηση για το που και πως εξάφανίστηκε τόσο καιρό. " Ο Τάσος. Περιμένει και αυτός μια απάντηση για το αν θα μείνουμε μαζί ή όχι. Γαμώτο. Είναι τόσα πολλά", η φωνή στο μυαλό της ψυθίριζε όλα όσα έντεχνα απέφευγε τόσο καιρό. " Να δεις που έχω ξεχάσει και άλλα πιο σημαντικά. Και νόμιζα η ηλίθια ότι είχα διευθετήσει κάποια πριν φύγω", η φωνούλα έκανε πάρτυ στον εγκέφαλό της. Όσο περίμενε τις αποσκευές δεν είχε άλλη αντοχή. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει σπίτι ή τουλάχιστον σε ό,τι είχε απομείνει από αυτό που αποκαλούσε σπίτι.
Όταν έβαλε το κλειδί στην πόρτα χαλάρωσε. Όταν μπήκε μέσα και πάτησε το διακόπτη και ΑΝΑΨΕ το φως σχεδόν ούρλιαξε από χαρά. "Τέλεια. 'Αδικα αγχώθηκα τόσο πολύ", είπε μέσα της καθώς είχε πια ηρεμήσει η πανικόβλητη φωνή. Άνοιξε την κάβα, έβαλε ένα ποτό κατά το έθιμο (όταν έφευγε ή όταν γυρνούσε σπίτι πάντα έπινε κάτι) και άραξε στον καναπέ. Είχε χαλαρώσει πλήρως όταν απόφασισε να δει την αλληλογραφία της. Εκει ήταν που τα προβλήματα έκαναν την πρώτη τους έμφάνιση. Αυτή με μαγιώ, γιατί θα ακολουθούσε και δεύτερη με τουαλέτες. Χιλιάδες γράμματα, τόσα δεν έπαιρνε ούτε όταν ήταν εκεί. Χάρηκε η καημένη. Δεν ήξερε γι' αυτό. Εκτός από κάποιους πολύ καλούς φίλους που αφού δεν την έβρισκαν πουθενά είχαν αποφασίσει να την κράξουν γραπτώς, τίποτα το τραγικό δεν είχε ανοίξει. Ώσπου βρήκε ένα γράμμα από τη δουλειά. Τα μισά που έγραφε δεν τα κατάλαβε, κατάλαβε όμως σίγουρα μία λέξη από όλο το περιεχόμενο, "ΑΠΟΛΥΕΣΤΕ". Άφωνη έμεινε και το γιατί δεν το κατάλαβε. (τα email που της έστελναν όσο έλειπε ότι την χρειάζονται και γι' αυτό προσέλαβαν άλλη αφού δεν απάντησε δεν είχε κάνει καν τον κόπο να τα διαβάσει). Κάποια στιγμή ξέμπλεξε το νήμα και τα είδε όλα ξεκάθαρα. Σε κατάθλιψη ήταν έτοιμη να πέσει. Αφού προηγήθηκαν εκατοντάδες τηλεφωνήματα σε φίλους, οι οποίοι έπαψαν απλά να την ψάχνουν και να την περιμένουν. "Ευτυχώς έχω ή καλύτερα μπορώ να έχω ακόμη τον Τάσο" σκέφτηκε και το ηθικό της αναπτερώθηκε. Σχημάτισε τον αριθμό του και περίμενε. Το κινητό κλειστό και το σταθερό δεν απαντόυσε. Δεν ανησύχησε όμως καθόλου. "Ευκαιρία να διαβάσω και κανένα γράμμα ακόμα όσο περιμένω να τον βρω". Για καλ(κ)ή της τύχη το επόμενο γράμμα ήταν του Τάσου. "Το μωρό μου, δεν άντεξε και μου έγραψε μέχρι και γράμμα για να μου πει ότι με αγαπάει και θέλει να είμαστε μαζί", σκέφτηκε η αφελής. Όταν τελείωσε το γράμμα, άλλαξε γνώμη φυσικά. Η προθεσμία που είχαν (μαλακίες, είχε γιατί πάντα εκείνη τα κανόνιζε όλα) θέσει για να απαντήσουν(η Μαίρη δηλαδή) είχε παρέλθει, προ πολλού κιόλας. Τότε τη χτύπησε σαν αστραπή η αλήθεια που αρνούνταν πεισματικά να θυμηθεί. Με τον Τάσο είχαν ψιλοχωρίσει περίπου ένα μήνα πριν το ταξίδι της στην Ευρώπη και είχαν αποφασίσει (είχε αποφασίσει μην λέμε τα ίδια) να του απαντήσει πριν φύγει ή μια εβδομάδα μετά. Νόμιζε η δύστυχη ότι σε περίπτωση που τον χώριζε θα ήταν καλύτερα να είναι μακριά για να μην υπάρξουν δακρύβρεχτα τετ α τετ. Την είχε πατήσει κανονικά. Ο Τασούλης όχι μόνο δεν την περίμενε αλλά τα έφτιαξε και με εκείνη την συνάδελφό του που του έκανε στενό μαρκάρισμα ακόμα και όταν η Μαίρη ήταν παρόυσα. Σαν τρελή διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα. Αλλά δεν άλλαζε κάτι. Στο υστερόγραφο περίμενε κάτι σχετικό με αυτήν αλλά εις μάτην. Η μόνη αναφορά που έκανε ο Τάσος στο πρόσωπο της Μαίρης ήταν στο κομμάτι που έλεγε ότι κρατάει το σκύλο.Ούτως η άλλως αυτός την φρόντιζε τη Δάφνη τόσο καιρό.
Τα ποτά διαδέχονταν το ένα το άλλο. Οι φίλοι παλεύονταν, δουλειά κάπου θα έβρισκε, το γράμμα του πρώην γκόμενου που ουσιαστικά ήταν μια προσωπική εξομόλογηση για τη ζωή του χωρίς καμία αναφορά σε αυτήν θα το ξεπερνούσε με το πρώτο τεκνό, αλλά η Δάφνη την πείραξε πολύ.
Μετά από άπειρα ποτά και πολύ κλάμα, απόφασισε πως έπρεπε να απαντήσει, να αφήσει το στίγμα της σε αυτό το καρναβάλι.
Έψαξε στα συρτάρια, μετά πήρε το κινητό της και έγραψε τα εξής: "Τασούλη, για να ξεχάσω να σου πω αν χωρίσαμε ή όχι, μάλλον δεν με ενδιέφερε και πολύ. Η άλλη εκδοχή είναι ότι περνούσα τέλεια μακριά σου, οπότε και πάλι δεν με ενδιέφερε. Χαίρομαι για σένα και τη Βάσω Άλλωστε πάντα σε ενδιέφεραν τα ευτελή αντικείμενα. Όσον αφορά τη Δάφνη, κράτα τη. Πάντα ήθελες μια σκύλα να σε εξουσίαζει, οπότε αφού εγώ δεν δύναμαι ας το κάνει εκείνη. Αααα. Ξέχασες το βιβλιάριο για τα εμβολιά της. Το επαναληπτικό είναι τον Αύγουστο μην το ξεχάσεις."
Πίστευε μέσα της ότι έβλεπε εφιάλτη και όλα αύριο θα είναι κανονικά.
Ξαπλώνοντας να κοιμηθεί σκέφτηκε:"'Οχι γαμώτο. Δεν γίνεται. Δεν συμβαίνει αυτό. Είμαι ηλίθια.Το εμβόλιο της Δαφνης είναι τον Ιούλιο."

Δεν έχω έμνευση

Οι μέρες που έχω να γράψω πολλές, η έμπνευση λίγη.


Το κλίμα των ημερών δεν βοηθάει η αλήθεια.


Τέτοιες άγιες μέρες δεν έχω διαθέση να διακωμωδήσω τίποτα.


Προσπαθώ τότε να έρθω σε επαφή με την ποιητική-ρομαντική μου πλευρά, αλλά μου βγαίνει κάτι του τύπου "να ζήσουμε όλοι την προσωπική μας ανάσταση", οπότε μου φαίνομαι γραφική και το παρατάω.


Οπότε χώνομαι στο πάπλωμα, διαβάζω, βλέπω ταινίες και ελπίζω ότι μετά από τον καταιγισμό πληροφοριών και εικόνων... μαζί με την ανάσταση θα μου έρθει και μένα η έμπνευση.


ΥΓ. 1.Τα παραπάνω ήταν μάλλον ένα statement, είμαι ακόμα εδώ.


ΥΓ.2. Πέφτω σε λήθαργο. Ξυπνήστε με όταν γίνει το αρνί. Γιατί νηστικό αρκούδι δεν γράφει.