Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2007

Χωρίς τίτλο


Έμεινα ξάγρυπνος να κοιτώ

τα σώματα αγκαλιασμένα στο πάτωμα.

Έμεινα αμίλητος, μήπως και

φανταστώ τις σκέψεις τους.

Έμεινα ακίνητος, προσπαθώντας

να μετρήσω τις ανάσες τους.

Έμεινα,

με την ελπίδα πως ίσως καταλάβω.

Και κατέληξα εκεί,

που οι δυο τους δεν θα βρεθούν ποτέ.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2007

Όλα είναι θέμα εξάσκησης

Το κινητό της χτύπησε με έναν ήχο που είχε καιρό να ακούσει. Το σήκωσε και απάντησε."Έλα ρε. Πως και αυτό; Νόμιζα εξαφανίστηκες." είπε με την ήρεμη, αλλά σαρκαστική φωνή της.
"Δεν είμαι καλά Oresti. Αλήθεια. Όλα είναι μάταια." είπε φανερά απογοητευμένος.
"Αισιοδοξία δεν είπαμε; Θες να πάμε να γίνουμε λιώμα και να φτιάξουν όλα;"
"Όχι. Δεν θα φτιάξει τίποτα. Σε πήρα για να σε αποχαιρετίσω." είπε και έκλεισε το ακουστικό.
Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Φευγαλέα μόνο, της πέρασε η σκέψη, αν το εννοούσε ή όχι. Δεν πίστευε όμως ότι θα αυτοκτονούσε. Ο Apsoy της είχε μάθει την πίστη στη ζωή και την ελπίδα, όταν η ίδια την είχε νιώσει να χάνεται. Δεν τον θεωρούσε ικανό, να κάνει τέτοιο κακό, ειδικά στον εαυτό του. Λίγες μέρες μετά τρόμαξε. 'Και αν το εννοούσε; θα πάω από το σπίτι του θα δω τι γίνεται."
Αντέδρασε ενστικτωδώς. Μπήκε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπροστά και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του. Χτύπησε το κουδούνι αλλά δεν απάντησε κανείς. Το ενδεχόμενο απλά να ήταν εκτός, δεν την εμπόδισε να χρησιμοποιήσει το εφεδρικό κλειδί που της είχε δώσει. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο διαμέρισμα. Τον βρήκε αναίσθητο στο πάτωμα. Στο λαιμό του ήταν περασμένη μια θηλιά, το φωτιστικό και γύρω του σοβάδες. Ηρέμησε όταν βεβαιώθηκε πως ανέπνεε. "Το χαζούλη. Πήγε να κρεμαστεί και δεν άντεξε το φωτιστικό το βάρος του." σκέφτηκε και γέλασε.
Πήρε ένα ποτήρι νερό, του το έριξε στο πρόσωπο και είπε "Ξύπνα. Ζεις." Δεν αντέδρασε με τη μία. Αφού συνήλθε λίγο, άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε. "Τι κάνεις εδώ;" "Σε σώζω μάλλον." του είπε και τον φίλησε στο μάγουλο. Ο Apsoy όμως σηκώθηκε φανερά εκνευρισμένος. "Δεν θέλω να σωθώ. Θέλω να με αφήσεις ήσυχο. Να το κάνω όπως εγώ νομίζω." της απάντησε με νεύρο. "Τι λες ρε; Να είμαι η μόνη που ξέρει τι βλακείες σκέφτεσαι και να μείνω άπραγη; Να με κράζουν όλοι μετά που σε άφησα να πεθάνεις; Αποκλείεται."
Είπε και αυτό έπραξε. Μετακόμισε σπίτι του για να τον προσέχει. Μια βδομάδα μετά ένιωθε κουρασμένη από τις συνεχείς προσπάθειες του να δώσει τέλος στη ζωή του. Κλείστηκε στην αποθηκούλα και κάτι ετοίμαζε. Δεν τον άφηνε να μπει μέσα. "Θα δεις εν καιρώ." του έλεγε και κλείδωνε την πόρτα. Ένα απόγευμα γύρισε από την δουλειά και τον βρήκε πάλι αναίσθητο. Είχε πιει χάπια με αλκοόλ. Ευτυχώς τον πρόλαβε εγκαίρως. Τον ξάπλωσε και πήγε στην αποθήκη. Όλα ήταν έτοιμα. Έπειτα ξαναπήγε στην κρεβατοκάμαρα και έμεινε να τον κοιτάζει.
"Αυτό ήταν γλυκέ μου. Κουράστηκα. Να πεθάνεις δεν θέλεις; Ε, αντί να το κάνεις μόνος σου, θα το κάνω εγώ για σένα." είπε η Orestis, αλλά o Apsoy δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει. Έβγαλε από την αποθήκη την κατασκευή που ετοίμαζε και την έστησε στον τοίχο του δωματίου του. Ήταν ένας τεράστιος ξύλινος κύκλος, χρωματισμένος σαν στόχος. Τον σήκωσε από το κρεβάτι και τον έδεσε στον κύκλο. "Καλά ε, σαν τον βιτρούβιο άνθρωπο είσαι. Μεγαλεία λέμε." είπε γελώντας. Έψαξε την τσάντα της και έβγαλε από μέσα τα βελάκια. Πήγε στο δωμάτιο και στάθηκε απέναντι του σε απόσταση βολής.
"Δεν είμαι καλή στο στόχο, αλλά κάτι θα γίνει για σένα." είπε και άρχισε να του πετάει τα βελάκια. Ένα τον βρήκε στο μάτι και ο Apsoy άρχισε να σφαδάζει από τους πόνους. Θυμήθηκε τότε ότι ξέχασε να τον φιμώσει, πράγμα που έκανε αμέσως και συνέχισε με τα βελάκια. Κάποιες ώρες μετά η ίδια ήταν πτώμα, αλλά εκείνος ζούσε, μέσα στα αίματα και τις πληγές, αλλά ζούσε. "Τζίφος τα βελάκια. Ώρα για τα μεγάλα μέσα." σκέφτηκε καθώς πήγαινε στην κουζίνα.
Γυρίσε κραδαίνοντας το κουζινομάχαιρο. Αφού το περιέργαστηκε λίγο στα χέρια της, το έριξε με δύναμη πάνω του. Τον βρήκε στην καρδιά και τον σκότωσε σχεδόν ακαριαία. "Γιούπιιιι. Κέντρο." είπε και πλησίασε το άψυχο σώμα του Apsoy. Τον φίλησε στο μάγουλο και του ψιθύρισε στο αυτί. "Τελικά, όλα είναι θέμα εξάσκησης."

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2007

Γύρισα

Γύρισα πάλι πίσω και ας είχα να πάω αλλού. Γύρισα στα ίδια, με την ελπίδα πως θα γίνουν αλλιώς. Πως θα τα κάνω αλλιώς. Σκέφτομαι όσα θέλω να κάνω, μα καταλήγουν στο κενό. Και μοιάζουν οι μέρες μου ίδιες. Δίχως νόημα, δίχως σκοπό. Ψάχνω κάτι να πιαστώ και δεν βρίσκω τίποτα. Καμία διάθεση, καμία θέληση και για τίποτα. Ένα σώμα νεκρό και άπραγο, να ατενίζει το κενό. Ξαφνικά απλώνω τα χέρια μου και τα κοιτάζω. Είναι μαυρισμένα, μα δεν τράβηξε αυτό την προσοχή μου. Βλέπω τις φλέβες μου, πρησμένες, έτοιμες να πεταχτούν έξω. Το αίμα μου κυλάει και διαμαρτύρεται. Δεν είμαι το άψυχο σώμα, που θέλω να φαντάζομαι. Είμαι το αίμα, που τρέχει καυτό και ψάχνει διέξοδο. Και παίρνουν οι μέρες μου χρώμα και βρίσκουν σκοπό. Έχω αποκτήσει μια υποχρέωση, αυτή του να ζω.
[Μελαγχολία από το τέλος των διακοπών, από τις πυρκαγιές και από το χειμώνα που έρχεται.]

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2007

Έφυγα


Θυμάστε την ιστορία με τον ψαρά;

Ε λοπόν αύριο φεύγω προς αναζήτηση του.

Αν δεν γυρίσω ή θα ψαρεύω ή θα έχω χαθεί στα ανοιχτά.

Σε καμία περίπτωση μην ανησυχήσετε.

Θα είμαι σίγουρα πίσω με τα πρώτα κρύα.

Φιλάκια παιδιά

ΥΓ. Πάντα μπρατσάκια και όχι στα βαθιά.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2007

Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρες

"Θα πάμε ρε. Θα πάμε ακούς;" τσίριζε ο Ethan στο τηλέφωνο στον καλύτερο του φίλο. Το περίμενε καιρό αυτό το ταξίδι και δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του. Είχε αρχίσει να ετοιμάζει και τις λίστες με πράγματα που έπρεπε να πάρουν μαζί και πράγματα που έπρεπε να κάνουν στην διάρκεια του ταξιδιού τους. Πίστευε ότι θα περνούσαν την καλύτερη επέτειο τους.
Το σίγουρο είναι πως και οι δύο χρειάζονταν ένα ταξίδι και η σχέση τους μια ανανέωση. Η ιδέα του Wrong guy να κλείσει το πολυπόθητο γύρο της Ευρώπης με τρένο, που τόσο καιρό έλεγαν να κάνουν, ήρθε αστραπιαία μετά τον τελευταίο τους καυγά. Κανόνισε όλες τις λεπτομέρειες και φρόντισε η ημερομηνία της επετείου να τους βρει στην Ισπανία, που ο ίδιος λάτρευε και ο Ethan ήθελε να του την δείξει.
Έφτασε η μέρα της αναχώρησης και όλα έδειχναν ένα απίστευτο ταξίδι. Τακτοποιήθηκαν στο κουπέ τους, γνωρίστηκαν με τους γείτονες, κάτι φοιτητές που φάνηκαν πολύ χαρούμενοι και χαβαλέδες τύποι και ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν. Όλοι και όλα είχαν μπει στην τελική ευθεία. Ο Ethan ούτε που κατάλαβε τίποτα. Δεν άφησε βέβαια και ο Wrong περιθώρια να υποψιαστεί το οτιδήποτε. Θα περίμενε να γυρίσουν στην Ελλάδα και θα του έλεγε ότι το ταξίδι ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο του.
Η γνωριμία του όμως με τον υπεύθυνο του βαγονιού έφερε την ανατροπή. Ένα βράδυ που ο Ethan κοιμήθηκε νωρίς, τα πίνανε μέχρι το πρωί και κατέληξαν στη μία και μοναδική λύση που μπορούσαν να σκεφτούν. Ο Wrong γύρισε στο κουπέ, ξύπνησε τον Ethan και του είπε ότι πρέπει να μιλήσουν. Με το ζόρι τον τράβηξε έξω στο διάδρομο, κοντά στην πόρτα. Για να καπνίζουν και να μην μυρίζει μέσα ήταν η δικαιολογία του. Εκείνος προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν.
"Κοίτα Ethan. Είχα σκοπό να χωρίσουμε όταν θα γυρνούσαμε, αλλά άλλαξαν τα σχέδια. Ο Enrico, έκανε την ανατροπή. Θα μείνουμε μαζί στην Ισπανία." είπε ήρεμα."Ποιός είναι ο Enrico; Θα τον σκοτώσω." ούρλιαξε ο Ethan. Τότε εμφανίστηκε ο Enrico άνοιξε την πόρτα και φώναξε "Πέτα τον." στον Wrong. Καθώς ήταν και αγουροξυπνημένος ο Ethan δεν πρόβαλλε αντίσταση. Αν βρέθηκε ποτέ το πτώμα ή αν έζησε, ο Wrong δεν το έμαθε ποτέ.
Μετά την πτώση, γύρισαν στο κουπέ, έβαλαν ένα ποτάκι να πιούν και κανόνιζαν τι θα κάνουν. "Έπειτα ξάπλωσαν για ύπνο. "Θα σου αρέσει πολύ η Ισπανία θα δεις." είπε ο Enrico και έκλεισε το φως.

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2007

Σας φιλώ με αγάπη Ορέστης

Αγαπητά μου παιδιά,


σας αποχαιρετώ για λίγες μέρες, καθότι εναρμονίστηκαν τα άστρα, μπήκαν οι πλανήτες στη σωστή θέση και πρέπει να κάνουμε την τελετή, από την οποία δεν μπορώ να λείψω. Είμαι ο πρωταγωνιστής. Εμένα θα θυσιάσουμε στο βωμό. Ποιό βωμό δεν ξέρω, δεν μου είπαν.


ΥΓ. Πλάκα κάνω φυσικά. Δεν θα υπάρχει βωμός.χεχε. Τα λέμε από βδομάδα.


Φιλιά

Τρίτη, 7 Αυγούστου 2007

Ένας γάμος και μία κηδεία

"Ρε τι έγινε;" είπε η Οrestis.
"Ζούμε μάλλον. Αφού καταλαβαίνουμε και μιλάμε ε;" απόρησε η Veloz.
Το ότι επέζησαν την πτώση και την φωτιά του αυτοκινήτου, ήταν μάλλον καλή τύχη και όχι θαύμα. Παρόλο που και οι δυο τους πίστευαν σε αυτά. Τους έσωσε το γεγονός πως δεν τους είχαν δέσει τις ζώνες και έτσι εκτινάχτηκαν από το αυτοκίνητο κατά την πτώση του στον γκρεμό. Στο ότι δεν κάηκαν από τις φλόγες που τύλιξαν το αυτοκίνητο, βοήθησε το ότι ο γρεμός κατέληγε σε ένα κόλπο και βρέθηκαν μπρούμυτα στην αμμουδιά, σε απόσταση ασφαλείας από το φλεγόμενο όχημα.
Ζωντανές, αλλά βρεγμένες συνειδητοποίησαν τι είχε συμβεί. Δεν νευρίασαν όμως με τον Neverlandean και τον Gonzales, αντιθέτως άρχισαν να τσακώνονται άγρια μεταξύ τους. Η μία κατηγορούσε την άλλη, ότι εκείνη έφταιγε, που τα είχε βάλει μαζί τους και τον ώθησε να τις ρίξει από το γκρεμό. ¨Εσύ φταις. Όλο έξυπνες ιδέες. Κοίτα που μας έφεραν οι ιδέες σου." ούρλιαζε η Veloz." Είδαμε και σένα ρε. Δεν διαφωνούσες με τις ιδέες μου." απάντησε η Orestis.
Βέβαια, η Veloz είχε δίκιο. Και να ήθελε να συνέλθει, η άλλη δεν την άφηνε. Πάντα έβγαιναν ή πήγαιναν εκδρομές να ξεχαστούν, πάντα πιο κολλημένες γυρνούσαν. Πρωτοστατούσε η Orestis σε αυτό. Να άφηναν τα ψυχονευρωτικά τους στο σπίτι, δεν γινόταν. Έπρεπε να έχει πολύ κλάμα και μπόλικο μελό η κατάσταση για να νιώθει καλά.
Μάλλον κάπως έτσι το σκέφτηκε και η Veloz και όταν είχε γυρίσει την πλάτη της ψάχνοντας τρόπο να φύγουν από εκεί, την χτύπησε με ένα ξύλο, που βρήκε στην παραλία. Έσκαψε μια μεγάλη τρύπα στην άμμο και την έβαλε μέσα. Μόνο το κεφάλι της Orestis ήταν έξω. "Ρε, δεν θέλω αμμόλουτρο. Βγάλε με." φώναζε η Orestis. "Δεν σφάξανε. Άλλωστε δεν σε έθαψα για να κάνεις αμμόλουτρο. Ανόητη, που θα έλεγε και ο Neverάκος." ειρωνεύτηκε η Veloz.
Την άφησε να ουρλιάζει μόνη της και έφυγε να ψάξει νερό και κάτι φαγώσιμο. Νέρο δεν βρήκε, αλλά μια μπανανιά, την προστάτευσε από την πείνα. Κάθησε μετά γύρω από τη φωτιά, που είχε ανάψει για να βράσει νερό, έτρωγε την μπανάνα της και την κοιτούσε. "Ευτυχώς κάτι βρήκα και για να βράσω το νερό της θάλασσας και για να φάω. Αλλά για σένα δεν έχει." της είπε σκληρά.
Μετά από 2 μέρες, που την έβλεπε να αργοπεθαίνει από πείνα και δίψα, αποφάσισε να κάνει κάτι. Δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει, ούτε να της πάρει πολύ χρόνο. Ψάχνοντας στην παραλία, ανακάλυψε κάτι σκορπιούς. Πήρε μερικούς προσεχτικά και τους άφησε κοντά στο κεφάλι της Orestis. Η φάτσα της ήταν όλα τα λεφτά. Μετά αποσύρθηκε στην άλλη άκρη, να μην βλέπει και περίμενε. Θα γυρνούσε σε δυο μέρες να δει τα αποτελέσματα.
Όταν γύρισε το θέαμα την άφησε άφωνη. Ούτε η ίδια το πίστευε ότι μπορούσε να γίνει τόσο σκληρή. Την ξέθαψε και άφησε το άψυχο σώμα της στην άμμο. Μέτα άναψε την φωτιά, έγραψε ένα σήμα sos με κάτι ξύλα και περίμενε. Οι ιστιοπλόοι, που τις βρήκαν, λυπήθηκαν πολύ που η μία κοπέλα δεν τα κατάφερε. Ο ένας όμως, ο Ερρίκος, σκέφτηκε το καλύτερο για τη Veloz, που είχε επιζήσει και θρηνούσε τη φίλη της.
Πήγαν μαζί κρουαζιέρα, αλλά με το που γύρισαν έγινε ο γάμος, οπότε ξαναέφυγαν. Αγνοούνται κάπου στο Αιγαίο, να χαίρονται τον έρωτα τους.

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2007

Κακοκαιρινή φαντασίωση

"Καλά εσύ; Όχι εσύ;" είπε γελώντας η Βίκυ.
"Ναι εγώ. Γιατί γελάς; Εσύ δεν θα έρθεις καν." απάντησε ελαφρώς εκνευρισμένη η Αναστασία.
"Ε, απλά δεν μπορώ να σε φανταστώ να θελεις ήρεμες διακοπές και χαλάρωση. Είσαι συνώνυμο της διασκέδασης ρε παιδί μου. Τι δουλειά έχεις στο ψαροχώρι;" της είπε απορημένη η Βίκυ.
Δεν είχε άδκο. Η Αναστασία ήταν τρελό πάρτυ animal. Δεν της πήγαιναν τα ήρεμα πράγματα σε κανένα τομέα της ζωής της. Όλη της η ζωή μια συνεχής διασκέδαση. Όχι πως δεν έπαιρνε τα πράγματα σοβαρά, επέλεγε όμως να βλέπει τη θετική και αστεία πλευρά των πραγμάτων. Έτσι επιβίωνε. Τώρα όμως κάτι είχε αλλάξει. Δεν επουλωνόταν με την ίδια ευκολία όπως παλιά. Κάποιες πληγές είχαν μείνει. Ούτε τα μπαράκια, ούτε η διασκέδαση την κάλυπταν πια.
Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει κάπου να ηρεμήσει. Να κάνει τα μπανάκια της, να χαλαρώσει και να πίνει τα ουζάκια με τις φιλενάδες. Χωρίς σκέψεις, χωρίς δουλειές, χωρίς άντρες. Να είναι για την πάρτη τους. Βέβαια η Αναστασία ήθελε και να μην ξαναγυρίσει στην Αθήνα. Να μείνει εκεί. Αλλά οι άλλες νόμιζαν ότι της δουλεύει. "Εσύ μακριά από την Αθήνα, άντε κανά μήνα να αντέξεις." την πείραζαν.
Το 'ψαροχώρι" όπως έλεγε, την μάγεψε και την κέρδισε με τη μία. Το τοπίο, η θάλασσα, οι άνθρωποι, την έκαναν να νιώθει κάτι πολύ οικείο. Στη θάλασσα χαλάρωνε κάθε απόγευμα. Μόνη να γράφει και να σκέφτεται και όχι πάντα με αυτή τη σειρά. Ένα τέτοιο απόγευμα εισέβαλλε στη ζωή της. "Ο Στράτος, ο ψαράς", τον έλεγε, για να τον πειράξει. Μεγαλωμένος στο νησί, δεν είχε φύγει ποτέ, παρά μόνο για δουλειές. "Κορίτσι της πρωτεύουσας", την έλεγε και την τσάντιζε πολύ.
Σχεδόν εκβιαστικά γνωρίστηκαν. Την έβλεπε μόνη στην παραλία και είχε περιέργεια να την γνωρίσει. Δεν συμπάθησαν ο ένας τον άλλο, από την αρχή. Ότι ήθελε να ταράξει την ησυχία της νόμιζε εκείνη, ότι το έπαιζε δήθεν αυτός. Ένα μπουκάλι κρασί το βράδυ με φωτιά στην παραλία, τους έκανε να αλλάξουν γνώμη. Ριζικά. "Δεν κρατάνε ρε οι καλοκαιρινοί έρωτες. Ξεχνιούνται με την πρώτη βροχή." φώναζε στις φίλες της, που την ψιλοδούλευαν για το αίσθημα. Μα, δεν ήταν σίγουρη πως το πίστευε.
Πέρασαν οι μέρες, φούντωνε ο έρως, αλλά τέλειωναν οι διακοπές. Δεν είχαν πει τίποτα. Απλά το ζούσαν, ελεύθερα, αβίαστα. Την τελευταία νύχτα, κανείς τους δεν κρατήθηκε όμως. Ήθελαν να πουν κάτι. "Φεύγεις αύριο ε;" ξεκίνησε ο Στράτος." Ναι." είπε κοφτά η Αναστασία. "Μόνο ναι έχεις να πεις;" είπε και άναψε το τσιγάρο του. " Τι άλλο να πω; Τι άλλο μπορεί να γίνει;" απάντησε. "Εγώ δεν μπορώ να φύγω. Έχω τη θάλασσα μέσα μου. Εσύ όμως;" τη ρώτησε, κρατώντας της το χέρι. "Εγώ δεν έχω την πόλη μέσα μου. Μακριά μου τη θέλω."
[Αυτό είναι το 100στό ποστ αυτού του μπλογκ. Είναι ειδική αφιέρωση στον Ορέστη και την φαντασίωση του, για τις διακοπές του. Σε όσους αποτέλεσαν ηθελημένα και μη έμπνευση, σε όσους γέλασαν, δάκρυσαν και διασκέδασαν με τα κείμενα, ένα ευχαριστώ και μια ευχή...όχι να τα χιλιάσουμε, αλλά να γράφουμε όσο έχουμε κάτι να πούμε και όσο υπάρχουν κάποιοι να το ακούσουν.]

Σάββατο, 4 Αυγούστου 2007

Το σπιτάκι του κήπου

Η Άννυ και ο Σαμ, γεννήθηκαν με δυο μέρες διαφορά. Πάντα την αποκαλούσε μικρή, εξαιτίας των δύο αυτών ημερών. Καθώς μεγάλωναν όμως, άλλαξε γνώμη και την αποκαλούσε "αγάπη μου". Τους είχαν δέσει πολλά πράγματα. Η γειτονιά, τα διπλανά τους σπίτια και κυρίως το σπιτάκι του κήπου, όπως αποκαλούσαν μία παράγκα, στο ξέφωτο του δάσους που βρισκόταν κοντά στο χωριό.
Εκεί πήγαιναν να χαρούν τον έρωτα τους, μόνοι και ανενόχλητοι. Εκεί αντάλλαξαν τις τελευταίες τους λέξεις. "Γιατί φεύγεις;" σπάραζε εκείνη. "Πρέπει να σπουδάσω, να βγάλω χρήματα για να είμαστε μαζί. Μα θα γυρίσω, μην κλαις." προσπαθούσε να την ηρεμήσει εκείνος. Εκεί συνέχιζε να πηγαίνει η Άννυ και να τον περιμένει.
Στο χωριό νόμιζαν πως της είχε σαλέψει. Κάθε βράδυ, έτρεχε αλαφιασμένη στο δάσος, τα ρούχα της σκίζονταν από τα κλαδιά, τα πόδια της γέμιζαν πληγές και αίμα, μα εκείνη συνέχιζε να τρέχει. Η ανάσα της γινόταν βαριά, ο ιδρώτας πλημμύριζε το πρόσωπο της, οι παλμοί της ανέβαιναν, μα δεν σταματούσε. Μόνο λίγο πριν το ξέφωτο σταμάταγε, άπλωνε το χέρι της και ακουμπούσε σε ένα δέντρο, που είχαν χαράξει τα αρχικά τους. Έπαιρνε λίγες ανάσες και με αργά βήματα προχωρούσε στο ξέφωτο. Τον αναζητούσε με το βλέμμα της. Αλλά δεν ήταν ποτέ εκεί. Έπεφτε με τα γόνατα στο έδαφος και έκλαιγε με λυγμούς.
Χρόνια η ίδια ιστορία. Για να ξαναφτιάξει τη ζωή της ούτε λόγος. Υποστήριζε πως της έφταναν τα λουλούδια της, τα παιδιά της γειτονιάς, που τους διάβαζε παραμύθια στην αυλή και να πηγαίνει στο σπιτάκι να τον περιμένει. Έτσι ήρεμα κυλούσε η ζωή της και οι μέρες της. Οι νύχτες της όμως ήταν πάντα λαχανιασμένες. Ελπιδοφόρες, μα λαχανιασμένες. Και πέρασαν τα χρόνια. Μα δεν άλλαξαν πολλά.
Μόνο που δεν έτρεχε για να πάει στο ξέφωτο. Το περπάτημα της είχε γίνει αργό και δεν έφταιγαν μόνο τα χρόνια που την είχαν βαρύνει. Δεν ήλπιζε πια να τον βρει. Πήγαινε για να επιβεβαιώσει την απουσία του. Σταματούσε όμως ακόμα στο δέντρο με τα αρχικά, την μόνη απόδειξη που είχε μείνει, ότι κάποτε ήταν μαζί και αγαπημένοι. Ύστερα έμπαινε στο ξέφωτο χωρίς να τον ψάχνει με τα μάτια της. Στεκόταν όρθια, τα έκλεινε, άπλωνε τα χέρια της και μύριζε τον αέρα. Τότε ένιωσε ένα χέρι να την ακουμπάει στον ώμο και τρόμαξε. Άνοξε τα μάτια και τον είδε.
"Γιατί ήρθες;"
"Γιατί ποτέ δεν είναι αργά."
Πιασμένοι χέρι χέρι γύρισαν στο σπιτάκι του κήπου, μαζί.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2007

Στο κόκκινο

"Τι; Αλήθεια μου λες; Ναι, ξέρω που είναι. Μαρκούλη μου χαίρομαι πάρα πολύ. Ανυπομονώ να τα πούμε από κοντά." τσίριξε όταν έκλεισε το τηλέφωνο. Είχε μήνες να δει τον κολλητό της η Νάσια. Το ταξίδι του στο Λονδίνο ήταν δώρο γι' αυτήν. Δεν ήταν στα καλά της και είχε ανάγκη να τον δει και να τα πουν. Την ενόχλησε λίγο, το ότι θα έμενε σε ξενοδοχείο και όχι στο σπίτι της, αλλά ήξερε ότι πήγαινε για σεμινάριο και η ίδια άλλωστε είχε πολύ διάβασμα. Μάλλον ήταν καλύτερα έτσι και το ξενοδοχείο του, δεν ήταν μακριά από το σπίτι της.
Τον περίμενε στο αερόδρομιο όλο χαρά. Πήγανε στο ξενοδοχείο του, τακτοποιήθηκε και βγήκαν για ένα χαλαρό καφεδάκι. "Λοιπόν φιλενάδα πώς είσαι; Πες τα μου όλα." είπε γεμάτος υπονοούμενο ο Μάρκος. "Τι να σου πω ρε; Σκατά. Πολύ διάβασμα, με τον άλλο, όπως τα ξέρεις, πρόσθεσε και ότι θέλω να έρθω Ελλάδα, αλλά πριν το καλοκαίρι αδύνατο. Πολύ θέλει;" είπε, αναστέναξε και ρούφηξε μια γουλιά από το χυμό της. "Αμάν ρε Νάσια μου. Όλο κλάψα. Ζήσε και λίγο, ζήσε."
Πάντα αυτό της έλεγε. Ήταν υπέρμαχος του περνάμε καλά και ζούμε καλύτερα. Και πάντα αυτό έκανε. Στα κρυφά βέβαια, γιατί την προσωπική του ζωή, την είχε καλά κλειδωμένη. Ήταν πάντα η χαμογελαστή φάτσα στον καφέ και ο χορευταράς στα κλαμπάκια, αλλά τι έκανε στο κρεβάτι του, δεν το ήξερε κανείς. Χρόνια προσπαθούσε η Νάσια να τον κάνει να της ανοιχτεί, αλλά εις μάτην. Έμενε με τις υποψίες και το γλυκό του χαμόγελο, ότι τέτοιες λεπτομέρειες δεν μπορούν να μπουν ανάμεσα τους.
"Δεν φάνηκε ε; Έχετε κρατήσει όλα τα μηνύματα μου; Καλά σας ευχαριστώ. Θα ξανατηλεφωνήσω." έκλεισε το τηλέφωνο αναστατωμένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δυο μέρες τώρα, δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Και καλά να ήταν με γκόμενα ή με γκόμενο, δεν είχε σημασία, γιατί δεν της εστελνε ένα μήνυμα; Έστω να πει το γνωστό, "Περνάω καλά, μην ανσυχείς.", όπως έκανε πάντα. Η ρεσεψιονίστ θα την πέρασε για τρελή, κάθε τρεις και λίγο τηλέφωνα και μηνύματα και πήγαινε και η ίδια από εκεί να ρωτήσει. Σκέφτηκε να πάρει τη μάνα του, αλλά πως να την αναστατώσει και τι να της έλεγε. "Κυρία Ρούλα, χάθηκε ο γιος σας στο Λονδίνο;"
Μετά το μάθημα ξαναπήγε από το ξενοδοχείο. "Τι ήρθε; Είναι πάνω; Ανεβαίνω ευχαριστώ." είπε και έφυγε σαν σφαίρα. Χτύπησε την πόρτα. "Ποιός είναι;" απάντησε ήρεμα εκείνος. "Ανοίξε ρε μαλάκα. Τρελάθηκα από αγωνία." ούρλιαξε εκείνη." Δεν μπορώ τώρα, θα σου τηλεφωνήσω." αποκρίθηκε αυτός. "Άνοιξε ρε μαλακισμένο, μη γίνει χαμός." συνέχισε ουρλιάζοντας. Τι να κάνει. προκειμένου να τους ακούσει όλος ο όροφος άνοιξε. Φάνηκε μια ημίγυμνη μορφή δειλά στην πόρτα, την οποία κρατούσε για να μην μπει μέσα η Νάσια.
Προσπάθησε να μπει, αλλά αντιστάθηκε ο Μάρκος και όταν συνειδητοποίησε, πως φοράει μόνο ένα κόκκινο βρακί, υποχώρησε και στάθηκε στο διάδρομο. Ένιωσαν ένα αμοιβαίο κύμα ντροπής και μαζεύτηκαν. Ύστερα πήρε πάλι μπρος η Νάσια και άρχισε τα μπινελίκια. Χαμός έγινε. Το τι ελληνικό βρισίδι ακούστηκε σε όλο το ξενοδοχείο δεν περιγράφεται. Μαλλιά κουβάρια έγιναν. Έξαλλος έκλεισε την πόρτα, πυρ και μανία έφυγε η Νάσια για το σπίτι. Στο σπίτι όμως ηρέμησε.
Δεν μπορούσε όμως να το αφήσει έτσι. Του έστειλε μηνύματα, τον έπαιρνε τηλέφωνο. Καμία αντίδραση. Αποφάσισε να του στείλει ένα τελευταίο μήνυμα. "Καλά ρε Μάρκο. Να χαθούν τόσα χρόνια φιλίας για ένα ρημάδι κόκκινο βρακί;" αλλά απάντηση δεν έλαβε. Τότε κατάλαβε πως δεν έφταιγε το κόκκινο, ούτε αυτός που το φορούσε, αλλά αυτό που της κρατούσε κλειδωμένο τόσο καιρό και προφανώς ένιωσε άσχημα, που τον είχε δει. Είχε αντικρύσει τον αθέατο κόσμο του και πλέον, δεν μπορούσε να είναι μέρος ούτε του υπόλοιπου κόσμου του.
Ο ήχος του τηλεφώνου την έβγαλε από την μελαγχολία της. "Ναι.." είπε με τρεμάμενη φωνή.
"Καλά μωρή τι βλακείες λες; Λες να μην σου ξαναμίλαγα για ένα βρακί; Απλά με περίμενε το πρόσωπο μέσα. Αύριο καφέ και όλα αναλυτικά. Όλα όμως φιλενάδα." της είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Γέλασε. "Τι σου κάνει όμως ένα βρακί. Ανοίγει πόρτες που χρόνια φιλίας δεν μπορούσαν."

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2007

Αναμονή

Σε περίμενα. Νομίζω πως όλη τη ζωή μου, έτσι την πέρασα. Περιμένοντας σε. Και κυλούσε η ζωή και έτρεχε ο χρόνος. Μα εγώ φιγούρα ακίνητη, εκεί στη γωνιά μου, να σε περιμένω. Με τον καφέ πικρό και την ψυχή μου άδεια. Μα είχα μάτια ορθάνοιχτα, μήπως περάσεις και δεν σε δω. Είχα πείσει τον εαυτό μου, πως θα καταλάβαινα τον ερχομό σου. Είχαμε ένα περίεργο δέσιμο εμείς οι δύο. Ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα.
Και τις λίγες στιγμές, που δεν περίμενα, σ' αναζητούσα. Όλη μέρα, στους δρόμους, στα πρόσωπα που συναντούσα. Όμως δεν ήσουν εκεί. Και γύρναγα σπίτι. Έβαζα κάτι να πιω και σκεφτόμουν. Τον ερχομό σου. Και η νύχτα έπεφτε πάνω μου βαριά και αποκοιμιόμουν. Μ' ένα βάρος στο στήθος και μια απορία. "Που είσαι; Πότε θα έρθεις;" Μα ούτε εσύ, ούτε απάντηση ερχόταν.
Ένα βράδυ, ανάμεσα στα πολλά που πέρασαν, χωρίς εσένα και δίχως απαντήσεις, σε ένιωσα. Ήσουν στ' αλήθεια εσυ. Στεκόσουν στην πόρτα του σκοτεινού δωματίου μου και με κοίταζες. Τότε κατάλαβα. Πόσο ανόητος ήμουν. Δεν έπρεπε να ανοίξω τα μάτια μου, για να σε δω, Αγάπη, μα να ξεκλειδώσω την καρδιά μου. Και μόλις κατάλαβες πως είχα μάθει, χαμογέλασες και χάθηκες. Μα εγώ σε είχα βρει.
[Εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Κ. Ουράνη, "Της Αγάπης" και δοσμένο με μια αισιόδοξη νότα.]

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2007

Όνειρο

Ξάπλωσε κουρασμένη, όπως κάθε βράδυ. Η δουλειά της ήταν απαιτητική, τον τελευταίο καιρό όμως την είχε εξαντλήσει. Είχε ανάγκη από διακοπές. Αλλά μεγαλύτερη ανάγκη της, ήταν να τον δει. Είχε περάσει τόσος καιρός με άπειρες ώρες στο τηλέφωνο και τον υπολογιστή. Αμέτρητοι όρκοι αγάπης και πίστης και μια ελπίδα, ότι κάποτε θα ζήσουν τον έρωτα τους σε όλο του το μεγαλείο. Χωρίς υποχρεώσεις δουλειάς, που μεγάλωναν τις αποστάσεις, που ούτως ή άλλως υπήρχαν, μεταξύ τους.
Στην ελπίδα του μέλλοντος, έλεγαν κάθε βράδυ και έκλειναν το ακουστικό. Εκείνος κοιμόταν με τη εικόνα της να τον συντροφεύει και εκείνη αγκαλιά με το ακουστικό, γιατί νόμιζε πως έτσι κράταγε, τον απόηχο της φωνής του. Μα πάντα ξύπναγε με τον ήχο από το ξυπνητήρι και όχι της φωνής του. Και πάντα έκλαιγε όταν έπινε τον καφέ της και πάντα χαμόγελαγε όταν σκεφτόταν, πως τον πίνουν μαζί.
Κάποια στιγμή εκεί που κοιμόταν, ένιωσε τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπο της και τα άκρα της μουδιασμένα. Ένιωσε όμως και μια παρουσία στο δωμάτιο και ταράχτηκε. Πετάχτηκε έντρομη και άνοιξε τα μεγάλα μάτια, για να αντικρύσει το σκοτάδι γύρω της. Μα δεν είδε σκοτάδι, αλλά εκείνον, να στέκεται και να την κοιτάζει χαμογελόντας. Δεν μίλησε, δεν είπε τίποτα. Δεν αναρωτήθηκε καν, τι έκανε εκεί. Ανταπέδωσε το χαμόγελο, άπλωσε τα χέρια της και πήγε να τον αγγίξει. Μα η μορφή του εξανεμίστηκε και βρέθηκε μόνη, ιδρωμένη και μουδιασμένη να αναρωτιέται τι συνέβη.
" Όνειρο ήταν...." είπε, μα δεν ξανακοιμήθηκε. Πληκτρολόγησε τον αριθμό του. Ήθελε να βεβαιωθεί, πως υπήρχε. Απλά δεν ήταν εκεί.
[Αφιερώμενο σε όλους όσους είναι δίπλα, αλλά ποτέ κοντά.]