Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2007

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007

Μάσκες

Για να' μαι ευχάριστος σε όλους,

- κι ακόμα και στον εαυτό μου-

έκρυψα πάντοτες με μάσκες

που αρέσουνε το πρόσωπο μου


κι άλλαξα τόσες στη ζωή μου,

που τώρα πια να μη μπορώ

τ' αληθινό το πρόσωπο μου

να πω ποιό είναι μητ' εγώ!


Έτσι, ο θάνατος σα θα' ρθει,

δε θα' ναι η στέρηση μεγάλη:

θα αφήσω μιαν ανυπαρξία

για να περάσω σε μιαν άλλη....


Κώστας Ουράνης

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007

Horis esena - Efstathia

Μέσα στον κόσμο

Μέσα στον κόσμο, κι όπου κι αν πάω,

είμαι ως να ζω σ' εξορία,

τη χαρά της ζωής εγώ τη νιώθω

όχι σαν πόθο- μα σαν νοσταλγία.



Λες κάποτες πως είχα μια παρτίδα

και τους δρόμους που παν έχω ξεχάσει,

λες κι έζησα- σε ποιά τάχατε χρονιά;-

μιαν ευτυχία που πια την έχω χάσει....


Κώστας Ουράνης

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2007

Επίλογος

Η Μελίνα ήταν αποφασισμένη. Θα χρησιμοποιούσε τα δεύτερα κλειδιά, που της είχε δώσει για ώρα ανάγκης. Δεν πήγαινε άλο αυτή η κατάσταση. Υπομονή, υπομονή, είχε όμως και τα όρια της. Οδηγούσε νευρικά, μάλλον βιαζόταν να φτάσει. Έφτασε, αλλά κοντοστάθηκε λίγο στην πόρτα. Σκεφτόταν μήπως τελικά δεν ήταν καλή ιδέα. Δεν άφησε τους ενδοιασμούς της να την μπλοκάρουν. Έβαλε το κλειδί στην πόρτα, το γύρισε και μπήκε μέσα. "Ευτυχώς που ήρθα." είπε στον εαυτό της. Μπήκε μέσα και είδε τη γνώριμη φιγούρα στον καναπέ.
"Τι κάνεις εδώ; Πως μπήκες; Φύγε." της είπε, αλλά δεν πτοήθηκε εκείνη. "Χρησιμοποίησα τα κλειδιά για ώρα ανάγκης. Αν δεν είναι αυτή μια ώρα ανάγκης, αναρωτιέμαι ποια θα ήταν." απάντησε απότομα. Δεν είχε και άδικο, το σπίτι θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο και μύριζε και καμένο. Εκείνη βέβαια, ήταν στην ίδια φάση αποσύνθεσης, που την είχε αφήσει την τελευταία φορά, αλλά της έμοιαζε περισσότερο χαμένη στον κόσμο της, από κάθε άλλη φορά.
"Λοιπόν, κοριτσάκι, φτάνει πια. Εντάξει έκλαψες, χτυπήθηκες, έβρασες στο ζουμί σου, βουτήχτηκες στην ενοχή, είπα θα συνέλθεις. Εσύ όμως κόντεψες να καταστρέψεις και το σπίτι. Τι έγινε εδώ μέσα ε;"
"Τίποτα δεν έγινε. Απλά εξιλεώνομαι." αποκρίθηκε απαθέστατα η Τέτη.
"Μην με νευριάζεις άλλο. Ήρθα αποφασισμένη να σε συνεφέρω σήμερα. Κόψε τις μπούρδες που ετοιμάζεσαι να πεις και πες μου τι έκανες." η Μελίνα είχε πάρει ανάποδες.
"Ωχ, πάλι τα ίδια. Τίποτα. Η γραφή μου με κατέστρεψε και έπρεπε να κάνω κάτι. Οπότε αποφάσισα να την τιμωρήσω για να εξιλεωθώ."
Η Μελίνα θεωρούσε ότι έλεγε φιλοσοφομπούρδες, αλλά σημασία είχε ότι τα πίστευε, απόδειξη ότι το σπίτι ήταν χάλια. Είχε καταστρέψει όλα τα της τα έγγραφα, ακόμα και τα τετράδια του σχολείου, που φύλαγε για να θυμάται τα παιδικά χρόνια. Κάποια τα είχε σκίσει και όταν κουράστηκε, τα έβαλε σε ένα κουβά και τους έβαλε φωτιά. Γι' αυτό στη Μελίνα είχε μυρίσει καμένο όταν μπήκε.
"Έχεις τρελαθεί παιδάκι μου; Τι βλακείες λες και το κυριότερο τι βλακείες κάνεις; Δηλαδή δεν θα ξαναγράψεις ποτέ;"
"Μπορεί. Αλλά ό,τι κι άν γράψω θα το κρατήσω κλειδωμένο στο συρτάρι, αθέατο και ανίκανο να προκάλεσει κακό σε κανένα."
"Βρε καλό μου, (καλό της την έλεγε πάντα) γιατί καταστρέφεις έτσι τον εαυτό σου; Γιατί δεν κοιτάς να συνέλθεις;" είχε μαλακώσει η Μελίνα, δεν της άρεσε να την βλέπει έτσι.
"Θα είμαι καλά, μην ανησυχείς, Τώρα θα είμαι καλά. Τώρα δεν θα κάνω κακό σε κανένα. Τώρα δεν θα γράφω."

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2007

Φόρος τιμής

Καθόταν κουλουριασμένη στην πολυθρόνα. Η τηλεόραση ανοιχτή, το ράδιο έπαιζε, τα βιβλία μπροστά της, αλλά εκείνη σαν να μην ήταν εκεί, σαν να μην υπήρχε. Είχε μια περίεργη υπερένταση και μην μπορώντας να τη διοχετεύσει, αποφάσισε να μείνει άπραγη ατενίζοντας το χώρο. Την είχαν κουράσει και οι άλλοι. "Το ξέρω ρε παιδιά, φάση είναι θα περάσει, αλλά τώρα έτσι θέλω να είμαι." τους έλεγε. Δεν ήταν σίγουρη όμως, ότι το πίστευε, αυτό το θα περάσει. Ήταν σίγουρη ότι κάτι έπρεπε να κάνει. "Δεν γίνεται αυτό. Αποκλείεται να με ξέγραψε, τόσο απλά." σκέφτηκε και την ίδια στιγμή μάλωσε τον εαυτό της, "Όχι κουκλίτσα μου, όχι. Δεν σου πάνε οι καταθλίψεις καλοκαιριάτικα."
Αυτό ήταν. Σηκώθηκε. Είχε έρθει η ώρα για την ιεροτελεστία της. Όταν ένιωθε χάλια, πάντα το ίδιο έκανε, πάντα της έφτιαχνε το κέφι. Γιατί να το αλλάξει τώρα; Πήγε στο γραφείο, έσκυψε και έβγαλε όλα τα κουτιά, που είχε στοιβαγμένα από κάτω. Ήταν έτοιμη να αρχίσει την αναδρομή στο παρελθόν. Θα κοίταζε φωτογραφίες, θα διάβαζε γράμματα, θα έβρισκε ότι χαζό είχε κρατήσει για να θυμάται πρόσωπα και καταστάσεις. Θα έφτανε όμως και στο δικό του κουτί. Πάντα τον θυμόταν, όταν έμενε μόνη, πάντα διάβαζε το γράμμα του, πάντα έπειθε τον εαυτό της ότι δεν μπορούσε να τον αντικαταστήσει κανείς.
Αυτό δεν το είχε σκεφτεί. Αλλά δεν ήταν και πρόβλημα, τώρα ήταν διαφορετικά. Είχαν περάσει τόσα χρόνια, που πια δεν τον είχε στην κορυφή, απλά σε μια ιδιαίτερη θέση. "Δε βαριέσαι. Θα το ανοίξω. Ούτως ή άλλως δεν μπορεί να με πληγώσει τώρα πια. Πόσα χρόνια πάνε; 7 που τον ξέρω και 6 που χωρίσαμε." είπε και άνοιξε το γράμμα.Πρέπει να είχε καιρό να το διαβάσει, γιατί δεν θυμόταν το περιέχομενο, μόνο το υστερόγραφο στο τέλος. Τι ειρωνία αυτό το υστερόγραφο. Στις άλλες δεν θα το έλεγε. Θα το έπαιρναν στραβά. Ότι πισωγυρίζει και θα της έλεγαν το γνωστό άσμα, "ο έρωτας με έρωτα περνάει", αλλά εννοώντας με κάποιο καινούριο, όχι με τον παλιό.
Συγκινήθηκε. Στάθηκε στο σημείο που έγραφε " Με ενδιαφέρει μόνο το ότι υπάρχεις και είσαι δίπλα μου. Σημασία έχει μόνο η παρουσία σου..." και γέλασε, με την ειρωνία της ζωής. Τώρα δεν υπάρχει για κάποιον και αυτός τότε, πίστευε ότι μόνο η παρουσία της μετρούσε. Τότε, όμως. Στο υστερογράφο ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. "Όταν το διαβάσεις στο μέλλον-αν τύχει- ελπίζω να με θυμηθείς." και σκέφτηκε, " Μα ποτέ δεν ξεχνώ." Διάβασε και την αφιέρωση : "Τώρα μπορώ να σου πω όταν θα σε δω, πως μεσ' τα μάτια σου εγώ ψάχνω χαρά, λίγο απ' το φως, λίγο απ' το παραμύθι και λίγο αγάπη να με βγάλει από τη λήθη. Γι' αυτό βάλε όλα τα άστρα του ουρανού για νυφικό και έλα μαζί μου να σου πω πως απλά σ' αγαπώ."
Τότε σκέφτηκε, πως δεν έχει σημασία αν το πίστευε τότε, αν το πιστεύει ακόμα, αν υπήρχε κάποτε γι' αυτόν, αν δεν υπάρχει τώρα για κάποιον άλλο. Σημασία έχει να το πιστέψει η ίδια. Και αυτό έπρεπε να κάνει.

Μίζερο φως

Σου έδειξα τα σκοτάδια μου,

γιατί πίστευα πως ΕΣΥ θα έβλεπες το φως.

ΕΣΥ όμως έψαξες το διακόπτη.



[Όποιο φως δεν δίνει λάμψη, δεν μπορεί παρά να είναι μίζερο φως. Είναι μονόδρομος. Ακούστε λοιπόν και το ομώνυμο τραγούδι από τα Διάφανα Κρίνα.]

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007

Εκείνη

Είναι αργά. Αλλά όμορφο το καλοκαίρι, πώς να κοιμηθείς; Βγαίνω στη βεράντα μου. Μ' αρέσει η βεράντα μου. Κάθομαι στη συνηθισμένη μου θέση, στην πολυθρόνα μου. Με ενοχλούν τα βλέμματα των απέναντι. Με βλέπουν μόνη, αναρωτιέμαι τι να σκέφτονται. Στο αριστερό το τσιγάρο, στο δεξί χέρι το ποτήρι. Να σκέφτονται άραγε τι πίνω; Δεν με νοιάζει. Πού είναι; Όταν βγαίνω στη βεράντα, πάντα έρχεται. Όταν πάω να απλώσω ή να μαζέψω τα ρούχα, είναι εκεί.Τι έπαθε τώρα; Μετά από λίγο βγαίνει.
Εγώ αγναντεύω το τοπίο, τους απέναντι, τα αυτοκίνητα που περνάνε. Δεν είναι πολλά. Ήσυχη είναι η γειτονιά μας. Δεν πλησιάζει. Γιατί; Πάντα έρχεται κοντά μου. Πολλές φορές μάλιστα πιέζεται να καθίσει, δίπλα μου, στην πολυθρόνα και ας μην χωράμε. Τι να τρέχει; Απλά στέκεται στην πόρτα της μπαλκονόπορτας και κοιτάζει. Κάνω νοήματα με το χέρι, αλλά τίποτα. Δεν έρχεται.
Φυσάει σήμερα. Ωραία βραδιά. Κάτι τέτοια βράδια, σκέφτομαι, στην βεράντα. Πολλά. Τη ζωή που πέρασε, πως ήταν, πως είναι, πως μπορεί να είναι. Πάντα με διακόπτει. Λες και ξέρει ότι σκέφτομαι κάτι μελό. Προσπαθεί να με κάνει να μην σκέφτομαι. Όμως σήμερα κάτι έχει. Σαν να μην θέλει να σπάσει, αυτή τη σιωπή.
Σιωπή. Όμορφα που είναι. Ελάχιστοι οι θόρυβοι. Συνήθως ενοχλείται με το παραμικρό, μα όχι σήμερα. Μάλλον τίποτα δεν βρήκε ενδιαφέρον. Ακόμα και η σκέψη μου δεν ακουγέται. Η σιωπή θα φταίει, αφού την απολαμβάνει και η σκέψη μου.
Βλέπω ένα κύριο. Κίτρινο μπλουζάκι, σορτσάκι και μια σακούλα σούπερ μάρκετ στα χέρια. Εκνευριστικός ο θόρυβος. Με ενοχλεί. Κοιτάω προς τα εκεί. Έχει ενοχληθεί το βλέπω. Τον καρφώνει με το βλέμμα, σηκώνει τα αυτιά και γαυγίζει. Όχι πολύ. Τρέχει μέσα. Γελάω. Νυστάζει γι' αυτό, δεν ήρθε. Θέλει να πάμε για ύπνο. Γι' αυτό μπήκε πάλι μέσα.
Μετά από λίγο έρχεται τρέχοντας δίπλα μου. Μου χτυπάει το μπούτι με το πόδι. Βρε χαζούλα, της λέω, θα πάμε για ύπνο, ναι αγάπη μου, μόνες, όπως τόσες φορές. Την παίρνω αγκαλιά και πάμε μέσα. Ξαπλώνουμε. Την χαϊδεύω και προσπαθούμε να βολευτούμε στο κρεβάτι. Το τρίχωμα της με ζεσταίνει, την ενοχλεί το σώμα μου.
Δεν μένουμε πολύ έτσι. Φεύγει, δεν μπορεί να βολευτεί. Εγώ παίρνω τη θέση μου, κανονικά στο κρεβάτι. Εκείνη ξαπλώνει στο πάτωμα, δίπλα μου, όπως πάντα. Γυρνάω μπρούμυτα και απλώνω το χέρι. Την ψάχνω. Όταν την βρίσκω, της χαϊδεύω τη μουσούδα. Ναι αγάπη μου, της λέω, μόνες, όπως τόσες φορές. Μόνο που γέρασες ρε Τερέζα. Και γω όμως. Πόσες θα είναι οι φορές;
Αποκοιμιόμαστε.

Ερωτηματολόγιο

ΒΟΗΘΕΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ, ΑΘΕΟΙ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΝ:

1) Έχω καλύτερα πράγματα να κάνω από το ανεβάζω 3 ποστ τη μέρα (Χριστέ μου).

2) Απλά είχα έμπνευση.

3) Νομίζω τσάτισα το σύμπαν και εδώ θέλω τη βοήθεια σας.

4) Να αλλάξω τον τίτλο του μπλογκ, να φτιάξω και τρίτο ή να κάνω πως δεν ξέρω το σύμπαν στην αυριανή σύσκεψη της εταιρίας;

Οι καλύτερες απαντήσεις θα λάβουν μέρος στην κλήρωση με δώρο.... ένα ταξίδι σε παράλληλο σύμπαν, που δεν έχει όρεξη για αστειάκια.


ΥΓ. Ξέρω πως βλέπω πολλή τηλεόραση, γράφω και 3 ποστ την μέρα, ενδιαφέρον ζωή δεν μπορείς να πεις. Σε καλό μου νυχτιάτικα. Τι με πιάσε; Τι να περιμένει αύριο άραγε;χεχε

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2007

Εξομολόγηση

Σήμερα ξύπνησα πάλι. Το πρωινό ήρεμο, όπως κάθε μέρα, από τότε. Ο καφές άνοστος, κρύος. Οι κινήσεις αργές, νωχελικές. Πάλι πρέπει να βγω στο φως, πάλι πρέπει να αντιμετωπίσω τους άλλους. Γαμώτο. Αφήστε ήσυχη επιτέλους. Σήμερα θέλω να μείνω σπίτι. Σήμερα θέλω πάλι να τον σκεφτώ.
Βγήκα τελικά. Όμορφη η πόλη το πρωί, μα δεν με γεμίζει. Πάω στη δουλειά. Καλημέρες σκορπίζονται, μα δεν μου φτάνει. Πάλι θα θρηνεί, σας ακούω που ψιθυρίζετε, σαν να μην είμαι εκεί. Δεν θέλω να είμαι εκεί. Θέλω να είμαι στην αγκαλιά του.
Γύρισα σπίτι. Έβαλα πυζάμες. Εκείνες τις ωραίες, μα δεν ωφελεί. Κοίταξα τα μηνύματα στον τηλεφωνητή. Πάλι σιωπή. Έτοιμο φαγητό. Η ταινία είναι ότι πρέπει. Έτοιμος ο έρωτας, μα λείπει.
Μου χαιδεύεις τα μαλλιά. Έλα λέω, άσε με να κοιμηθώ. Με κοιτάς στα μάτια και το λες. Πόσο όμορφα αλήθεια. Νιώθω τα χείλη σου να ενώνονται με τα δικά μου. Ευφορία. Όμως στη ζέστη χάνεται. Πάλι ξύπνησα. Τώρα αρχίζει ο εφιάλτης.


[Καλή μου merawen για σένα, για μένα, για όλους μας. Συγγνώμη που δεν έχει το χαρούμενο τέλος, που σου υποσχέθηκα, αλλά ξέρεις εσύ. Έτσι δεν είναι; Θα ΄ρθει άλλο, πιο χαρούμενο και όλο δικό σου.]

Άκου, τι άκουγα. Λειβαδάς, "Δειλά"

Όνειρα

"Ξεγραμμένες μαμάδες, ξεπεσμένοι μπαμπάδες

χρόνια τώρα νεκροί εραστές

της ζωής τους ο χώρος σιωπηλή λεωφόρος

που γυρεύει μια πόρτα στο χτες.


Να τα όνειρα πάρ' τα

τώρα πάνω σε κάρτα

θα χτυπάμε αυτά που αγαπάμε

Γεννημένοι σε φάκα, γαμημένοι για πλάκα

κάποια νύχτα που είχες ανία

σα λυγμός ακροβάτη, σαν πορνείου κρεβάτι

που χτυπάς σιωπηλά με μανία.

Σαν πληγή που δεν κλείνει και το αίμα αφήνει

να κυλά σα φευγάτο ποτάμι

σαν κλισέ σε ταινία με νονούς και μαφία

σα μυαλά κολλημένα στο τζάμι.

Ό,τι θέλεις σου δίνουν, το θεό τους προδίδουν

αν εσύ τους το πεις για φαντάσου

δωσ' τους ένα πηρούνι και για σένα γουρούνι

την καρδιά τους θα φάνε μπροστά σου.


Να τα όνειρα πάρ' τα

τώρα πάνω σε κάρτα

θα χτυπάμε ό,τι αγαπήσαμε φως μου

να τα όνειρα κοίτα

διαμαντιένια προβλήτα

σε μια λίμνη στην άκρη του κόσμου."




[Σύμπαν μας γάμησες πάλι, είχες δεν είχες.]


Προσθήκη: Παιδιά συγκινούμαι που το περάσατε για δικό μου, αλλά ΔΕΝ είναι. Ντροπή δεν ξέρετε τους Ενδελέχεια; Τς, τς. Ακούστε λοιπόν για να μάθετε, "Διαμαντένια προβλήτα"

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2007

Χωρίς τίτλο

Το βλέμμα ήταν θολό, καρφωμένο στο τζάμι. Η σκέψη μίζερη, θλιβερή. Ένα δάκρυ έφυγε, καθώς τα φωτάκια των πόλεων χάθηκαν και ξαναβρέθηκε στα σύννεφα. Δεν δάκρυσε, γιατί χάθηκαν τα φώτα, αλλά γιατί τα σύννεφα την ταξίδευαν. Κάποιες φορές μακριά από αυτά που αγαπούσε, κάποιες φορές κοντά σε αυτά που μισούσε. Το ταξίδι όμως, ήταν αυτό που την κέρδιζε πάντα. Το προσωπικό στοίχημα, με τον εαυτό της. Μόνο μία φορά έχασε αυτό το στοίχημα. Μία φορά δείλιασε και δεν το έκανε, εκείνο το πολυπόθητο ταξίδι.
Πόσο εκνευριστικό ήταν το κουδούνι ειδοποίησης για να δέσουν τις ζώνες. Τη διέκοπτε πάνω στο καλύτερο. Αλλά έτσι γινόταν πάντα. Θα έπρεπε να μιλήσει και με την γραμματέα. Πάντα όταν πήγαιναν επαγγελματικά ταξίδια, την έβαζαν να κάθεται μαζί της. Πόσο βαρετά, της φαίνοταν όλα αυτά. Ευτυχώς σε λίγο θα προσγειωνόταν και θα πήγαινε στο ξενοδοχείο της να ηρεμήσει. Μέχρι να αρχίσουν οι συσκέψεις και οι λοιπές μαλακίες, που ακολουθούσαν. Καλή η διαφήμιση σκεφτόταν, αλλά όλο αυτό το τρέξιμο να συναντιέσαι με ένα σωρό τύπους και να μιλάς για προϊόντα και μοντέλα, δεν της πολυάρεσε και δεν ήταν και δική της δουλειά. Συχνά απορούσε, γιατί έπρεπε ως νομικός σύμβουλος να είναι πάντα παρούσα.
Της άρεσε όμως που έφευγε από την Αθήνα. Γιατί στην πραγματικότητα (ξ)έφευγε από τις σκέψεις της και την απειροελάχιστη πιθανότητα να τον συναντήσει. Καταβάθος το ήθελε κι ας είχαν περάσει τόσα χρόνια και ας είχαν προχωρήσει-υποθετικά- και οι δύο. Εκείνη δεν προχώρησε ποτέ. Είχε κρατήσει την αγάπη και την σκέψη του και μ' αυτά πορευόταν. Φοβόταν όμως να τον συναντήσει. Φοβόταν μήπως προχώρησε. Φοβόταν μήπως ήταν ευτυχισμένος. Με κάποια άλλη, με παιδιά και σκύλο, με φιλικά βράδια και κρασάκι.
Βγήκε μια βόλτα στην πόλη. Ήταν όμορφη τελικά η Βοστόνη. Χρόνια ήθελε να πάει και τα κατάφερε. Πέρασε ωραία ολόκληρη η εβομάδα, παρόλη την κούραση και την δουλειά. Την περπάτησε, την γεύτηκε, σχεδόν την ερωτεύτηκε. Πόσα χρόνια είχε να νιώσει έτσι. Για μια μικρή, φευγαλέα στιγμή αισθάνθηκε καλά. Το γιόρτασε με ποτά, τα οποία της ξεκλείδωσαν λίγο τη γλώσσα και μίλησε, για πρώτη φορά, για τα προσωπικά της στα παιδιά από το γραφείο. Γρήγορα όμως μαζεύτηκε. Για πιο λόγο να μιλάει για περσινά ξινά σταφύλια. Μέσα της όμως ήξερε. Απλά δεν ήθελε να μοιραστεί την καρδιά της.
Είχε κλείσει πτήση νωρίτερα από τους άλλους, για να απολαύσει το ταξίδι της. Περπάτησε λίγο στο αεροδρόμιο, ήπιε και ένα καφέ και πήγε να επιβιβαστεί. Κάθισε στο παράθυρο και περίμενε την απογείωση. Δεν το περίμενε. Δεν το είχε καν αισθανθεί, όπως πίστευε ότι θα συνέβαινε. Και όμως, ήταν εκείνος. Και ερχόταν προς το μέρος της. Και όμως ήταν εκείνος. Και όμως κάθησε δίπλα της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Τα είχε χαμένα. Εκείνος πάλι έκανε το σωστό. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Της μιλούσε ατάραχος, ήρεμος. Της είπε τα πάντα για τη ζωή του όλο αυτό τον καιρό. Μετά τη ρώτησε και εκείνη. Πόσο ευχήθηκε να μην την ρωτήσει τίποτα.Αλλά δεν έγινε. Μίλησε και εκείνη ή μάλλον απάντησε με αμηχανία και ταραχή.
Δεν καθυστέρησε η πτήση ευτυχώς. Πήρε σχετικά γρήγορα τη πράγματα της. Βρήκε αμέσως ταξί. Πήγε σπίτι. Άδειασε τις βαλίτσες. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο, έβαλε τις πυτζάμες της, πήρε το ποτό της και κάθησε στον καναπέ. Ετοίμασε τα χαρτιά για τη δουλειά, παρόλο που είχε άδεια δυο μέρες, λόγω του ταξιδιού. Χάζεψε και μια ταινία για να νυστάξει, τη βαρέθηκε, πήρε το βιβλίο της και άρχισε να χάνεται.
Δεν χάθηκε για πολύ όμως. Η συνάντηση τους ήταν τρομερό σοκ. Εκείνος της είπε τα πάντα. Εκείνος προχώρησε. Εκείνος ήταν ευτυχισμένος, χωρίς εκείνη. Εκείνη δεν είπε πολλά. Εκείνη έμεινε πίσω. Εκείνη θα κοιμηθεί και αυτό το βράδυ με τη φωτογραφία του, χωρίς εκείνον.



[
Ορμώμενη από μια συζήτηση με μια φίλη, για την ίδια, για μένα, για εμάς και για τη ζωή. Κάποια ταξίδια, δεν έχουν εισιτήρια. Είτε τα κάνεις όταν σου ανοίξουν την πόρτα, είτε τα χάνεις για πάντα. Γι' αυτό δεν υπάρχουν ονόματα. Είναι αφιέρωση σε ΕΚΕΙΝΗ. Θα ήθελε άλλο τέλος βέβαια, αλλά δυστυχώς, ο δαίμων του τυπογραφείου είχε άλλα σχέδια.]

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2007

Ο δε γαμπρός να φοβάται την τεκίλα.

"Άντε παιδί μου, τελείωνε. Τι κάνεις τόση ώρα; Άλλος παντρεύεται, όχι εσύ."
"Ωχ μωρέ Άντζελα. Χαλάρωσε λίγο. Για διασκέδαση πάμε. Μην είσαι μέσα στο άγχος. Έτοιμη."
"Ωωω. Είσαι πραγματικά πανέμορφη σήμερα."
"Ναι ε; Είπα να εκπληρώσω μια φαντασίωση. Να λένε όλοι ωραία η νύφη, αλλά ποιά είναι η μυστηριώδης μελαχροινή με τα μαύρα;"
"Καλά Αντιγονάκι δεν παίζεσαι με τίποτα. Μόνο εσύ θα σκεφτόσουν κάτι τέτοιο. Άντε πάμε."
Ο Ιούνης είχε φτάσει, οι διακοπές ήταν ακόμα μακριά, οπότε η Αντιγόνη είχε απαντήσει θετικά στο να συνοδεύσει την Άντζελα στο γάμο της συμφοιτήτριας της. Όπως πάντα, πίστευε ότι θα έχει πλάκα. Την διασκέδαζαν τέτοιες κοινωνικές εκδηλώσεις, γιατί σχεδόν πάντα κάτι τραγελαφικό συνέβαινε. Κάτι, το οποίο την διασκέδαζε αφάνταστα.
Η Άντζελα, από την άλλη, ήταν φύση ρομαντική. Πάντα έκλαιγε στους γάμους και σχεδίαζε νοερά τον δικό της. Ο γαμπρός της έλειπε, αλλά θεωρούσε πως κάποια στιγμή, θα τον έβρισκε τον άντρα της ζωής της. Η Αντιγόνη την κορόιδευε και της έλεγε, πως δεν χρειάζεται να είναι ένας, αλλά δύο για να έχει το δικαίωμα της επιλογής.
Έφτασαν στην εκκλησία αρκετά νωρίς και περίμεναν το ζεύγος, μαζί με τους υπόλοιπους καλεσμένους. Όταν έφτασε ο γαμπρός το βλέμμα της Άντζελας θόλωσε και της Αντιγόνης γέμισε απορία. Γρήγορα όμως το τοπίο ξεκαθάρισε.
"Ρε συ. Θυμάσαι που έλεγα για ένα τύπο που κάναμε διαγωνισμό τεκίλας και καταλήξαμε σπίτι του; Που έφαγε κόλλημα μετά και με είχε πρήξει;"
"Φυσικά και θυμάμαι Αντιγόνη. Σου την είχα πει κιόλας, γιατί δεν θυμόσουν ούτε το όνομα του."
"Πώς τον λένε τον γαμπρό;"
"Αντώνη που κολλάει αυτό;"
"Ε με τον Αντώνη πίναμε τις τεκίλες."
"Τι; Καλά πήγες με τον Αντώνη;"
"Σιγά ρε Άντζελα πως κάνεις έτσι."
"Καλά πήγες με τον Αντώνη; Το δικό μου Αντώνη;"
"Ποιό δικό σου ρε Άντζελα. Αφού παντρεύεται άλλη. Τι λες;"
Η Άντζελα ήξερε πολύ καλά τι έλεγε. Ο Αντώνης ήταν ο έρωτας των φοιτητικών της χρόνων. Στον οποίο είχε κάνει ερωτική εξομολόγηση, αλλά δεν ευόδωσε το αίσθημα.
Το ότι αργότερα τα έφτιαξε με την Βάσια, την συμφοιτήτρια της, δεν το είχε μάθει, γι' αυτό αγνοούσε ότι εκείνος ήταν ο γαμπρός. Το ότι δεν τον είχε ξεπεράσει, το θυμόταν καθημερινά.
"Ωχ. Αυτός είναι ρε Άντζελα Ο Αντώνης; Ο γνωστός έρωτας της ζωής σου και έτσι;"
"Ακριβώς. Δεν μπορώ να μείνω στο γάμο. Πάμε να φύγουμε."
"Όχι αγάπη μου. Και θα μείνουμε και θα τον κάνουμε τον Αντωνάκι και τον γάμο του άνω κάτω."
"Τι λες μωρή; Πάμε να φύγουμε πριν γίνουμε ρεζίλι."
"Αποκλείεται. Άλλα άλλο με απασχολεί. Να το κάνω το σκηνικό τώρα ή στο τραπέζι;"
"Σύνελθε ρε Αντιγόνη."
"Μετά. Θα είναι πιο επώδυνο έτσι.Χεχε. Και δεν ακούω κουβέντα.Όποιος πείραξε τη φίλη μου, θα αποθάνει.Χεχε."
Η Αντιγόνη είχε φτιαχτεί για τα καλά. Τα γούσταρε τα περίεργα σκηνικά, ειδικά όταν τα προκαλούσε η ίδια. Η δε Άντζελα ήταν τρομοκρατημένη. Ήξερε ότι όταν την έπιανε την Άντι, γινόταν της μουρλής. Ήρθε όμως η νύφη, έγινε ο γάμος και στήθηκε το ζεύγος με το σόι για τη γνωστή χαιρετούρα. Ήρθε και η σειρά των κοριτσιών να δώσουν τις ευχές τους. κόκκαλο έμεινε ο Αντωνάκης όταν είδε την Άντζελα χαμογελαστή μπροστά του. Στη θέα της Αντιγόνης τον έλουσε κρύος ιδρώτας.
"Να ζήσετε Αντώνη μου, αν και δεν σου αξίζει." πέταξε όλο χολή η Άντζελα.
"Βρε Αντώνη. Εσύ γαμπρός; Αν είναι δυνατόν. Έχω να σε δω από τότε..θυμάσαι ε; Τουλάχιστον θα έχει τεκίλες μετά;" συμπλήρωσε η Αντιγόνη και του έκλεισε πονηρά το μάτι.
Στο τραπέζι έγινε η σφαγή της Χίου. Η νύφη να περνάει τον γαμπρό από ιερά εξέταση, αυτός να προσπαθεί να πει με τρόπο στην Αντιγόνη να τα μπαλώσει και η Άντζελα να κοιτάει μην μπορώντας να συγκρατήσει τα γέλια της. Κάπου εκεί ανάμεσα σε γέλια και υστερίες, την πλησίασε ο Χάρης, ο αδερφός της νύφης, που ξέροντας ότι τους γνώριζε και τους δύο, τη θεώρησε τον κατάλληλο άνθρωπο να του πει τι συνέβαινε.
Η επόμενη μέρα, βρήκε τη νύφη μόνη, τον Αντώνη και την Αντιγόνη στο σπίτι της μετά από τεκίλες και την Άντζελα άφαντη. Μόλις ξύπνησε, σχημάτισε τον αριθμό της.
" Έλα Αντιγονάκι. Τι έγινε;"
"Καλά. Πονάει το κεφάλι μου. Εσύ που χάθηκες; Τι έγινε; Έχω κάτι κενά."
"Καλά είμαι..με τον Χάρη. Ήρθαμε σπίτι μου και καταλαβαίνεις. Μόνο που, με ρώτησε ποιά είσαι και του είπα μια τρελή που γουστάρει τον Αντώνη και ότι δεν σε ξέρω αλλά σε γνώρισα εκεί. Τι να έκανα όμως; Αδερφός της νύφης είναι. Να του έλεγα ότι είμαστε φίλες;"
"Μπράβο ρε. Ωραία φίλη. Μην αγχώνεσαι. Με βολεύει έτσι. Θα του τα αποκαλύψω όλα στο γάμο σας.Χεχεχε."
"Ελπίζω να του το πω πρώτη πολύ πιο σύντομα. Εσύ όμως; Ο Αντώνης; Τι έγινε;"
"Εδώ ήταν, αλλά έφυγε και δεν ξέρω που πήγε. Όσο για μένα, θύμησε μου να μην ξαναπιώ τεκίλα."
Ο Αντώνης αγνοείται ακόμα...

Σάββατο, 16 Ιουνίου 2007

Εμείς οι δυο

" Φεύγω για να μείνω μόνη μου στον μάταιο κόσμο.

Φεύγω γιατί θέλω να είσαι η επιλόγη μου και όχι η ανάγκη μου.

Νεφέλη"

Κάθε φορά που διάβαζε το σημειώμα της, το τελευταίο της σημείωμα, δάκρυζε. Αν και είχε καταλάβει γιατί έφυγε, πίστευε πως δεν θα ξαναγυρίσει. Το υπόλοιπο κείμενο απλά το επιβεβαίωνε. Το σημείωμα ήταν κολλημένο στον τοίχο του γραφείου του, στο οποίο δεν έμπαινε ποτέ κανείς. Μόνο εκείνη είχε πρόσβαση. Πήγαινε, καθόταν στα γόνατα του, τον φιλούσε στο μάγουλο, έγερνε το κεφάλι της στο στέρνο του και έμεναν έτσι, για λίγο. Ήταν κάτι σαν ιεροτελεστία, για να του δείξει πως πέρασε αρκετό χρόνο απομονωμένος και έπρεπε να γυρίσει στην πραγματικότητα.
Από τότε που έφυγε, έμεινε στο γραφείο του και με την πραγματικότητα δεν είχε πολλές επαφές. Είχε παραιτηθεί σχεδόν από όλα. "Φάνη, ρε μαλάκα, σύνελθε." του έλεγαν οι φίλοι του, που δεν ήξεραν. "Ρε Φάνη, φαντάσου να την γούσταρες πως θα έκανες." έλεγαν οι φίλοι του, που ήξεραν. Σε αυτούς που δεν ήξεραν, έλεγε ότι θα του περάσει. Σε αυτούς που ήξεραν όμως, δεν έλεγε τίποτα. Πίστευε πως δεν θα καταλάβαιναν το ιδιαίτερο δέσιμο που είχε με την Νεφέλη, επείδη ήταν γυναίκα και εκείνος gay.
Αυτό που είχαν όμως οι δυο τους ήταν κάτι βαθύ και ουσιώδες. Αλλά όχι προσδιορισμένο. Τους έδενε φιλία, αγάπη και ένας περίεργος ερωτισμός, που ποτέ δεν είχε, ούτε επρόκειτο φυσικά, να εκδηλωθεί. Δεν τους ενδιέφερε όμως να βάλουν ταμπέλα στη σχέση τους. Τυχαία η ζωή τους έφερε κοντά και είχαν αποφασίσει να το χαρούν. Θυμόταν την πρώτη μέρα που η Νεφέλη χτύπησε το κουδούνι σε κατάσταση υστερίας. Είχε πιάσει τον αρραβωνιαστικό της με άλλη, για την οποία αργότερα την χώρισε και λίγο μετά την παντρεύτηκε. Το χτύπημα μεγάλο και εκείνη εύθραυστη. "Πορσελανίνι μου" την έλεγε και έσκαγαν στα γέλια.
"Αποκουμπάκι μου" τον έλεγε εκείνη με τη σειρά της και πάλι γελούσαν. Η συγκατοίκηση τους, ήρθε εντελώς φυσικά. Εκείνος ήταν το στήριγμα που χρειαζόταν, και εκείνη η συντροφιά που επιθυμούσε ο Φάνης. Ήταν δημιουργική περίοδος και για τους δυο τους. Ο Φάνης ζωγράφιζε σαν τρελός και η Νεφέλη ξαναπιάστηκε με την γραφιστική, με μεγάλη επιτυχία. Όλα κυλούσαν ομαλά, ώσπου μπήκε στη ζωή τους ο έρωτας.
Δεν το είχαν σκεφτεί, ούτε το είχαν συζητήσει, αλλά μάλλον ήταν δεδομένο, ότι ο καθένας θα μπορούσε να φέρνει τον "δεσμό" του στο σπίτι. Με τη διαφορά, ότι η Νεφέλη δεν είχε όρεξη για έρωτες, ενώ ο Φάνης, είχε τρελή πέραση τον καιρό εκείνο. Δεν ζήλευε γιατί ήταν ερωτευμένη μαζί του, όπως υποστήριζαν οι κοινοί τους φίλοι. Ζήλευε γιατί η σχέση τους δεν ήταν όπως παλιά. Σπάνια είχε τον χρόνο να τα πουν ή να μιλήσουν για τα προβλημάτα τους. Τώρα τα έλεγε με τον φίλο του αυτά. Όταν λοιπόν ένα απόγευμα ο Φάνης γύρισε από εκδρομή, βρήκε το σπίτι άδειο και το σημείωμα στον τοίχο του γραφείου.
Δεν πίστεψε ότι έφυγε γιατί τον αγαπούσε, αλλά γιατί ένιωσε μόνη της, χωρίς εκείνον, το "αποκουμπάκι" της. Το περιεχόμενο του σημειώματος τον δικαίωσε. Γι' αυτό έπεσε σε μελαγχολία και κατηγορούσε τον εαυτό του. "Γιατί έφυγε; Και οι δύο έπρεπε κάποια στιγμή να φτιάξουμε τη ζωή μας.
Γιατι την πείραξε τόσο;" ρωτούσε συνέχεια, μα απάντηση δεν έπαιρνε.
Ήταν Σάββατο, όταν αποφάσισε να περάσει μια βόλτα από τον Χάρη. Πόση υπομονή είχε δείξει και εκείνος. Πρέπει να ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί του, για να ανέχεται να τον βλέπει όποτε είχε όρεξη ο Φάνης, δηλαδή τις μέρες που δεν σκεφτόταν τη Νεφέλη.
Όταν γύρισε σπίτι, η πόρτα ήταν ξεκλείδωτη. "Πωπω, τι αφηρημένος που είμαι." μονολόγησε. Μπαίνοντας μέσα, είδε φως στο "γραφείο". Προχώρησε με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Την είδε να κάθεται στην καρέκλα του, μελαγχολική και εύθραυστη όπως πάντα. "Γεια σου αποκουμπάκι. Σε περίμενα." του είπε μόλις τον είδε. "Νεφέλη. Πώς; Πότε; Γιατί;" ερωτήσεις άρχισαν να πλημμυρίζουν το μυαλό του, αλλά η φωνή της τον διέκοψε. "Έφυγα, γιατί έπρεπε να μείνω μόνη μου, όχι κολλημένη πάνω σου. Να σκεφτώ κάποια πράγματα, γιατί το γεγονός πως για μένα οι έρωτες τελείωσαν, δεν σημαίνει πως συμβαίνει το ίδιο και με σένα. Τέλος να γυρίσω, γιατί θα είσαι η επιλογή μου και δεν θα μείνω μαζί σου γιατί είσαι η ανάγκη μου, επειδή δεν μπορώ να πάω κάπου αλλού. Ήρθα, να είμαστε όλοι μαζί, εγώ, εσύ και οι έρωτες σου. Που ξέρεις, ίσως στο μέλλον, όταν γιατρευτώ, να φέρω και τους δίκους μου έρωτες στο σπίτι."
Αγκαλιάστηκαν, εκείνος κάθησε στην καρέκλα, αυτή στα γόνατα του, τον φίλησε στο μάγουλο και έγειρε το κεφάλι της στο στέρνο του. Έμειναν έτσι, όπως έκαναν πάντα.

[Apsoy μου, αφιερωμένο εξαιρετικά. Ήσουν άλλωστε η πηγή της έμπνευσης. Ελπίζω να σου αρέσει.]

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2007

Λίστα τρόμου

Κύριε wrong 15 + 1 right πράγματα που πρέπει να κάνετε στο Λονδίνο:

1. Επίσκεψη στο σπούπερ μάρκετ. Απαραίτητο
εφόδιο οι μπύρες.

2. Oyster card θα διευκολύνει τις μετακινήσει
ς σας. Άσε τους ωραίους τύπους που μπορεί να συναντήσεις στο μετρό.

3. Τσιγάρα. Αν καπνίζεις πάρε κούτες απο εδώ.

4. Πρακτικά νομίζω είμαστε έτοιμοι. Για τη διαμονή έχεις φροντίσει ελπίζω. Οπότε, είμαστε έτοιμοι για βόλτα. Τα πάρκα τους είναι απίστευτα. Προτείνω όπως και δήποτε το Hyde Park. Προχωράς ευθυεία, έλα μην σε νοιάζουν οι θάμνοι, και βρίσκεσαι σε μια όαση. Μια λίμνη που μπορείς να κάνεις βαρκάδα ή pedal boat. Ιδανικό τοπίο.



















5. ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να πας στην National Gallery. Εγώ την έκανα δεύτερο σπίτι μου. Γενικά σε όσα περισσότερα μουσεία μπορείς να πας θα είναι τόσο το
καλύτερο για σένα. Bonus τα πιο πολλά δεν έχουν εισιτήριο, παρά μόνο για συγκεκριμένες exhibitions.

6. Εμπειρία ζωής.Camden Town. Θα τα δεις όλα.

7. Για χαλαρό καφεδάκι προτείνω Little Venice, δεν έχει τίποτα άλλο, αλλά τα καναλάκια της είναι μαγευτικά. Αρνητικό της, μαζεύει Έλληνες. χεχε. Επίσης Govent Garden. Ωραία αγορά και κάποιες μέρες μαζεύεται μια ομάδα μουσικών που παίζουν κλασική μουσική και κάνουν καντάδα.

8. Για φαγητό οπωσήποτε Abeno. Ιαπωνικό, με γαμάτο φαγητό, που το φτιάχνουν μπροστά σου και ένα σεφ, εξ
ωτικό, μετά το sake πολύ εξωτικό. Αχ, κολάστηκα νυχτιάτικα.(δεν ξέρω για σένα, αλλά οι πιο ωραίοι ήταν οι ιάπωνες και οι μαυρούληδες, εξωτικοί)














9. It's club
bing time baby. Συνιστώ είτε Koko, στο Camden Town, μόνο που έχει τρελή ουρά να μπείς αλλά κάνει event κάθε μέρα σχεδόν, είτε Sugar reef, στο κέντρο. Καλή μουσική και ενδιαφέρον κόσμος (δεν μπορώ να πω πιο πολλά). Αν δεν σου κάνουν τότε η λύση μία, Dirty Martini, στο Govent Garden. Ωραία μοχίτο και ένας μπάρμαν, ιάπωνας πάντα, που και καλά να μην τα φτιάξει, μόνο που τον βλέπεις να χτυπάει το δυόσμο με τα χεράκια του...(ακατάλληλο διά ανηλίκους)

10. Το περίμενες ε; Τόση ώρα αυτό ψάχνεις; Soxo ένα όνομα, μία φίρ
μα. Όπου και να πας είναι τέλεια. Απίστευτη ελευθερία. Περνάς πρώτα από Chinatown να φτιαχτείς και συνεχίζεις στα σοκάκια του. Και πουθενά να μην καθήσεις (τρελό κόσμο μαζεύει) αρκεί η βόλτα.

11. Για να ανάψουν τα αίματα.Chambers Live, στο Madame Tussauds. Το ίδιο δεν λέει κάτι, αλλά αυτά τα 10 λεπτά τρόμου, σε ένα σκοτεινό διάδρομο, που βγαίνουν ζωντανοί ηθοποιοί και παριστάνουν τους serial killers είναι όλα τα λεφτά. Ειδικά όταν οι πακιστανοί φοβούνται να πάνε μπροστά και βάζουν εμάς τα
κοριτσάκια να βγάλουμε το φίδι από την τρύπα. Αξέχαστο.

12.Angel η ευρύτερη περιοχή. Στα 2 ποτήρια κρασί δώρο το μπουκάλι. Μετά πώς να θυμάμαι το όνομα του μαγαζιού. Κάτι με garden πάντως. Επίσης κλαμπάκι εκεί, το Kinky Mango.Δοκιμασέ το. Αν δεν σου κάνει έχουμε εναλλακτικές. Cubana, στο Waterloo. Απίστευτα coctails, τρελάθηκα με τη διακόσμηση. Γαμώ τα μοχίτο.

13. Βόλτα με το καραβάκι στο Greenwich. Απαραίτητη η συναίνεση του καιρού.

14. Βόλτα με "κλεμμένο" αμάξι. Τρέλα. London by night, by car. Αν δεν το κάνεις, χάνεις. Οι πεζοί bonus +220 πόντους.

15. Βόλταρε γενικώς. Έχει τρομερή αρχιτεκτονική και κάθε μέρα θα είναι μια εμπειρία.

+1. Επειδή είμαι ψωνάρα, και χωρίς εμένα εκεί δεν θα έχει πλάκα, θα βάλω μια δική μου φωτό, που τρα
βήχτηκε ειδικά για το μπλογκ.

Πονηρή πτήση

"Θέλετε κάτι να πιείτε;"
"Ναι, ένα κρασάκι, λευκό θα ήταν ότι έπρεπε.", πάντα την ηρεμούσε ένα ποτάκι στις βραδινές πτήσεις. Την χαλάρωνε και την βοηθούσε να κοιμηθεί. Μόνο που, στην συγκεκριμένη πτήση έπρεπε να το ξεχάσει. Δεν το είχε καταλάβει από την αρχή, αλλά ποτέ δεν είναι αργά.
"Από διακοπές γυρνάτε ή είσασταν Λονδίνο για δουλειά;", η φωνή του άντρα που καθόταν δίπλα της διέκοψε τις σκέψεις της και αργότερα και τον ύπνο της.
" Εεε, διακοπές. Είχα επισκεφτεί μια καλή μου φίλη." κάτι έπρεπε να απαντήσει, έστω από ευγένεια.
"Και γω από διακοπές. Τσακώθηκα με τη γυναίκα μου και πήγα σε ένα φιλαράκι να ξεσκάσω."
"Ωχ, ρε πούστη μου, σε πικραμένο έπεσα, θα θέλει να πει τον πόνο του. Αντίο ύπνε, δεν θα ειδωθούμε σήμερα." σκέφτηκε και προσπαθούσε με κάποιο τρόπο να του δώσει ένα μήνυμα ότι δεν γουστάρει συζητήσεις. Εκείνος όμως ήταν στον δικό του πόνο και αποφασισμένος να τσατάρει κατά τη διάρκεια της πτήσης.
"Με λένε Στέλιο. Εσάς;"
"Κατερίνα. Χάρηκα" τι να έκανε, δεν είχε επιλογή. Ήταν και το ρημάδι το κρασί. Αφού έπινε πως να το έπαιζε νυσταγμένη;
"Επίσης. Ξέρετε...τα αεροπλάνα με αγχώνουν."
"Τότε γιατί τα χρησιμοποιείς χρυσέ μου; Και πικραμένος και αγχωμένος. Δεν θα κοιμηθούμε απόψε.Αεροσυνοδέ φέρε κρασιά." είπε μέσα της, αλλά έξω της, το έπαιζε άνετη και έλα πες μου και άλλα.
Ο Στέλιος προφανώς ένιωσε άνετα, καθότι η Κατερίνα δεν είχε δείξει σημάδια νύστας, παρήγγειλε τα κρασάκια του και συνέχισε την κουβέντα. Στο τρίτο μπουκάλι, παρόλο που η αεροσυνοδός τους είπε ότι δεν επιτρέπετε κανονικά, αλλά προκειμένου να τσιρίζει "φοβάμαι" και να αναστατώσει όλους τους επιβάτες, έκανε τα στραβά μάτια. Αυτό ήταν ο Στέλιος εκδηλώθηκε.
"Ξέρεις Κατερίνα θέλω να σου αποκαλύψω κάτι."
"Άσε μαντεύω τι είναι." την είχε πιάσει το ποτό για τα καλά και έκανε τον μάντη.
"Αλήθεια; Μάλλον είναι προφανές ε;"
"Ναι ρε Στελάκο, έχεις γκόμενα στην Αγγλία και όποτε στην βαράει με τη σύζυγο, την κάνεις και πας και ρίχνεις κανά πηδηματάκι να στανιάρεις; Σωστή;" είχε ξεφύγει εντελώς. Μιλούσε στον άνθρωπο σαν λιμενεργάτης.
"Καλά είσαι θεά, γλυκιά μου." -ο τόνος της φωνής δεν την προβλημάτισε καθόλου.
"Ρε, μην με βλέπεις μικρή. Κόβει το μάτι μου εμένα."
"Μόνο που έκανες ένα λαθάκι και θα σε μαλώσω. Δεν είναι γκόμενα στη μέσα, αλλά γκόμενος. Χρόνια καψούρα από όταν σπούδαζα εδώ. Βλεπόμαστε κρυφά, γιατί ας όψετε η μάνα μου, της έκανα το χατήρι και παντρεύτηκα. Την Ασπασία. Τρομάρα της. Αλλα δεν αντέχω άλλο. Θέλω να χωρίσω και να έρθω να ζήσω με τον Μαρκ."
"Χαχα, καλό. Σε λίγο θα μου πεις, πως ζείτε συμβατικά, γιατί τα ξέρει όλα, και μάλιστα ψάχνεται."
"Καλά είσαι αστέρι. Εννοείται πως το ξέρει. Είναι εμφανές άλλωστε καλή μου. Εδώ θέλω τη βοήθεια σου."
"Τι μπορώ να κάνω; Να την πάω μπαρότσαρκα; Γιατί οι φίλοι μου της πέφτουν μικροί."
"Όχι, αλλά να...Η Ασπασία ψάχνεται γενικώς. Την ταυτότητα της."
"Θέλει να ταξιδέψει; Δεν έχει διαβατήριο;"
"Ωχ, έλα. Μην κάνεις την χαζή. Την σεξουαλική της ταυτότητα ψάχνει. Νομίζει πως γουστάρει γυναίκες. Αλλά μην παρεξηγηθούμε. Απλά να γνωριστείτε. Να κάνετε παρέα. Τίποτα το κακό."
"Καλά ρε πας καλά; Είσαι σοβαρός;" ούρλιαξε η Κατερίνα.
Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να τη σκουντάει στον ώμο.
"Δεσποινίς φτάσαμε. Πρέπει να ξυπνήσετε." ακούστηκε η φωνή της αεροσυνοδού.
"Πωπω. Τι μαλακία ονειρεύτηκα πάλι ρε γαμώτο. Ελπίζω να είναι όλα καλά στο σπίτι. Καθυστέρησε και η πτήση, θα έχει φρικάρει να με περιμένει." σκεφτόταν καθώς έβγαινε από το αεροπλάνο.
Αφού πήρε τη βαλίτσα, κατάκοπη μπήκε σε ένα ταξί και κατευθύνθηκε για το σπίτι.
"Μωρό μου γύρισα. Δεν σου έλειψα;" φώναξε με το που άνοιξε την πόρτα.
"Αγάπη μου επιτέλους. Είδα ένα εφιάλτη ότι τάχα με άφησες για κάποιον άλλον και τρόμαξα."
"Βρε Ασπασάκι. Θα σε άφηνα εγώ ποτέ; Αφού για μένα είσαι το παν." είπε και την έσφιξε σφιχτά στην αγκαλιά της.
Την Ρεμπέκα δεν την ξαναείδε ποτέ, αλλά στοίχειωνε τα όνειρά της για καιρό.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

Επιστρέφοντας

Πετάω στα σύννεφα
δεν τα φοβάμαι πια τα ήμερα.
Πετάω τώρα ελεύθερη
στη ζωή σου όχι πιά δεύτερη.
Πετάω και γουστάρω
με τ' αστέρια πλέον φλερτάρω.
Πετάω-ρε μαλάκα- και πίνω
την ψυχή μου πλέον την δίνω.
[Αφιερωμένο στον κύριο Γεωργακόπουλο για την υπέροχη πτήση και στον κύριο Μπουτάρη, γιατί κάλες οι μπύρες και τα μοχίτο, αλλά το all time classic "λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου" δεν το αλλάζω με τίποτα.]

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Έρχομαι

Πολλά τα ποτά

μου πέσαν βαριά.

Μεσ' στα χαρτιά το είδα

γυρίζω πατρίδα.

Τι και αν φεύγω,

πάλι δεν ξεφεύγω.

Θα είμαι εκεί

να ρωτάω γιατί.

Μα πάλι θα φύγω

για να μπορώ να γυρίζω.


[Έρχομαι. Με γεμάτες μπαταρίες, για ένα καλύτερο αύριο.]

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2007

Όλα εδώ πληρώνονται

Χθες βγήκαμε για ποτάκι. Εμείς σχετικά αργά, οι άγγλοι από νωρίς και για πολλά ποτά.
Στις 11 ήταν όλοι σχεδόν τύφλα. Με μια μπύρα στο χέρι και έξω από το μαγαζί καθώς μέσα δεν υπήρχε χώρος. Δεν με ξένιζε πια το θέαμα. Είχα και διάφορα στο κεφάλι μου.
Όταν αποφασίσαμε να βγούμε, ήρθαν ακάλεστες (τι τρόποι θεέ μου) οι ενοχές μου και έφεραν και τα φιλαράκια τους, τις τύψεις, από κοντά. Η διάθεση πεσμένη, αλλά είπαμε να κάνουμε μια απόπειρα να πάμε κάπου να περάσουμε όσο μπορούμε καλά. Βγαίνοντας από το μετρό, η φίλη μου μιλούσε στο κινητό και εγώ άναψα τσιγάρο. Τότε ακούστηκε το μπαμ. Η φίλη γύρισε έντρομη και με ρώτησε "Είσαι καλά;". Εγώ γελώντας είπα "Ναι...". Ο δε οδοκαθαριστής που με χτύπησε με το καροτσάκι του δεν έκανε καν τον κόπο να με ρωτήσει πως είμαι. Γύρισε στη φίλη μου και της είπε " Is she ok?". Ναι ρε βλάκα, καλά είμαι ευχαριστώ για το ενδιαφέρον.
Ευτυχώς τη γλύτωσα με κάτι μελανιές μόνο στον αριστερό γλουτό. Αλλά το είχα πιάσει το μήνυμα. Καλά να πάθω που όχι μόνο περνάω τόσο καλά, αλλά δεν θέλω να γυρίσω και δεν μου λείπει τίποτα και κανένας από όσα και όσους άφησα πίσω (φυγή από την πραγματικότητα το λένε οι ειδικοί). Και να τελείωνε εκεί θα ήταν καλά. Πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου (δεν μου λείπει, αλλά once μαμάκιας, always μαμάκιας) και δεν με κατάλαβε...Νόμιζε ότι είμαι από αυτές τις κοπελίτσες που τηλεφωνούν Σάββατο μεσημέρι για ενημέρωση. Το τι κλάμα έριξα δεν λέγεται. "Έτσι τους λείπω λοιπόν; Δεν αναγνωρίζουν τη φωνή μου;"
Ηθικό δίδαγμα λοιπόν. Προσοχή στους οδοκαθαριστές, (σε) καθαρίζουν όντως. Όσο για μένα, θα γυρίσω πίσω και αντί να αποφεύγω την πραγματικότητα, θα την αντιμετωπίσω. (λέμε τώρα)
Το σημερινό ποστ - εξομολόγηση αφιερώνεται στον Apsoy. Όπως κατάλαβες δεν χάθηκα στη λίμνη, αλλά στο πεζοδρόμιο. Σήμερα όμως θα προσέξω να μην πάθω τίποτα. Αφού θα γυρίσω, ας το κάνω αρτιμελής.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2007

Παίρνοντας τον στην όχθη

Στο Camden εκαθόμασταν

με τα φρικιά βριζόμασταν.

Τούλι φοράνε οι γκοθάδες

έπηξ' ο τόπος αραπάδες.

Τα μαγαζιά είναι πολλά

μα είναι όλα ακριβά.

Χαζεύαμε το γκόμενο με το μαλλί το ράστα

"Τι να τον κάνεις όμως;" είχε μυαλό σαν γλάστρα.

Μες στην απελπισία μας ζητήσαμε καφέ

κανείς όμως δεν έκανε ελληνικό φραπέ.

Ατέλειωτο περπάτημα, αμέτρητοι οι μόχθοι

τον πήραμε και κάτσαμε στου ποταμού την όχθη.

[Τούτο το ποίημα γράφτηκε από τον Ορέστη και τη φίλη του, τον Παναγή στην όχθη του ποταμού στο Camden Τown. Τώρα τι πήραμε, πώς και γιατί, δική μας δουλειά.]

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

Έκτακτη ανακοίνωση

Παιδιά τα βλέπω τα σχόλια σας, αλλά το laptop είναι τα ζώα μου αργά και μου επιτρέπει πολύ σπάνια να απαντάω. Τρώει κολλήματα κι αυτό. Ευτυχώς μπορώ ακόμα να γράφω post. Τώρα δεν προλαβαίνω όμως. Ήθελα απλά να σας πω ότι δεν θα σας γράφω. Η τεχνολογία γταίει για όλα. Το βραδάκι που θα γυρίσω και αν γυρίσω νωρίς και σε κατάσταση να γράψω. Φιλάκια.

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2007

Έλεος

Μετά από ένα συγκλονιστικό ταξίδι, κατά τη διάρκεια του οποίου, ο πιλότος έκανε φιλότιμες προσπάθειες για να πέσουμε και εγώ για να γελάσουμε, προσγειώθηκα στην Γηραιά Αλβιώνα. Χάλια ο καιρός, βροχή και κρύο. Αυτό ήταν είπα μέσα μου, "θα πάθω πνευμονία". Το ότι πήγα η καλή σου με ότι πιο καλοκαιρινό είχα στην ντουλάπα δεν π ιάνεται, ο καιρός στην ηλίθια χώρα φταίει.
Τα καλύτερα ήρθαν μετά. Άθλιο το μετρό, ζέστη μέχρι αηδίας και η μυρωδιά αφόρητη. Και γω με ένα ηλίθιο χαμόγελο να τα βλέπω όλα όμορφα και γραφικά. Και την απλυσιά δείγμα κουλτούρας την έβλεπα. Να χαζογελάω όλη την ώρα και να τους σχολιάζω όλους. Το τι βρισίδι έριξα δεν λέγεται. Πολύ το διασκέδασα και το διασκεδάζω ακόμη. Κρυφή ελπίδα- φοβία να βρίσω κανένα Έλληνα. Εκεί να δεις γλέντια.
Η αποθέωση ήρθε με την άφιξη στην περιοχή που θα μένουμε. Όλοι μαύροι, Ινδοί και Πακιστανοί. Δεν είμαι ρατσίστρια προς θεού, αλλά στην Αγγλία ήρθα ρε πούστη μου και ψάχνω τους Άγγλους με το μικροσκόπιο. Αφού κάποιες στιγμές νιώθω ότι παίζω στο "χαμένοι στην μετάφραση". Γιατί ξέχασα να πω για τους Ασιάτες. Είναι πολλοί, απίστευτα πολλοί.
Τέλος πάντων με τα πολλά και τα λίγα πέρασε η πρώτη μέρα της προσαρμογής και περάσαμε στη δεύτερη. Κύλησε ομαλά (όποιος το χάψει είναι βλάκας) μέχρι που έπρεπε να πάμε στο super market να ψωνίσουμε. Αυτό ήταν. Στο διάδρομο με τα ποτά με έχασαν. Το τι μπύρα πήρα δεν λέγεται. Και το πόσα ποτά έχω ακόμα να δοκιμάσω επίσης δεν λέγεται. Βρήκα τη χαρά μου λέμε. Ήρθα στην best town ever.
[Προς τους επικριτές μου, που διαφωνούν γιατί γράφω, ενώ είμαι σε διακοπές, η απάντηση είναι απλή. Με ξεκουράζει και είναι ένας τρόπος να κάνω μεάδωση του ταξιδιού μου.]
Φιλάκια και θα επανέλθω.