Τρίτη, 31 Ιουλίου 2007

Θέλμα και Veloz

"Έλα μικρή. Είσαι έτοιμη; Περνάω να σε πάρω." ακούστηκε η φωνή του Orestis.
"Ναι, έτοιμη είμαι. Σε περιμένω." απάντησε η γλυκιά Veloz.
Ήταν ένα ζεστό βράδυ Σαββάτου, αλλά δεν τις είχε πτοήσει. Είχαν αποφασίσει να κάνουν το road trip τους και ο καιρός δεν θα τις απέτρεπε. Η παρουσία του Neverlandean ήταν καθοριστική, για να μην έχουν πισωγυρίσματα στην απόφαση τους. Το κέφι του και το ανεπανάληπτο χιούμορ του, θα τις τόνωνε πολύ και το είχαν ανάγκη.
"Γεια. Δεν θέλω υστερίες. Πάμε για να ξεχαστούμε. Θα περάσουμε τέλεια." τσίριξε ο Never.
"Ναι. Εννοείται." είπε η Veloz και του έκλεισε το μάτι.
"Λοιπόν, παίδες. Διαβατήρια έχουμε όλοι έτσι;"είπε η Orestis και έβαλε μπροστά.
Ο προορισμός τους ήταν λίγο μακρινός. Θα πήγαιναν οδικώς Ισπανία. Η Veloz ήθελε οπωσδήποτε να ξαναπάει και οι άλλοι δύο, ήταν όπου γάμος και χαρά. Τα διαβατήρια τους είχαν φανεί περιττά, αλλά η Orestis είχε στο πρόγραμμα και ένα Μεξικό, που σιγά δηλαδή μην έφταναν μέχρι εκεί.
Οι στάσεις ήταν συχνές, αλλά είχαν έτσι την ευκαιρία να θαυμάσουν το τοπίο. Οι συζητήσεις δε, ήταν άπειρες. Με θέμα βέβαια, τους πρώην και τον πόνο τους. Πράγμα που εξόργιζε το Never."Κορίτσια. Είπαμε αισιοδοξία. Τι κάνετε τώρα;" έλεγε εκνευρισμένος. "Ε μωρέ Never. Αφού μας απασχολεί, να μην το συζητήσουμε;" απάντησε η Orestis.
Το υπόλοιπο του ταξιδιού κύλησε στους ίδιους ρυθμούς. Με τις δυο τους να μιλάνε για τα ψυχονευρωτικά τους και το Never στο κινητό του. Σημασία δεν του έδιναν, αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε το ύφος που έλεγε, θα σας φτιάξω εγώ. Θα δείτε τι σας περιμένει. Όταν έφτασαν στη Μαδρίτη, σκέφτηκαν να ψάξουν για κάποιο ξενοδοχείο. Όμως ο Never τους είπε ότι είχε ένα φίλο, που ευχαρίστως θα τους φιλοξενούσε. Δεν παραξενεύτηκαν, ούτε ρώτησαν λεπτομέρειες.
Ο Gonzales ήταν ένας τυπικός ισπανός. Και πολύ ωραίος μάλιστα, αλλά τρελά ερωτευμένος με τον Never. Δεν τις πείραξε όμως. Είχαν πάει στο ταξίδι για να είναι δυο τους. Δυο φίλες, που περνάνε μαζί όμορφες στιγμές.
Το βράδυ είχε έξοδο. Τους είχαν ετοιμάσει σπέσιαλ βραδιά. Πολύ σπέσιαλ. Σε μια ώρα, είχαν πέσει και οι δύο σε κωματώδη κατάσταση. Είχε έρθει η ώρα. Τις πήγαν σπίτι και τις έβαλαν στο αυτοκίνητο. Θα οδηγούσε ο Never και ο Gonzales θα πήγαινε με το δικό του. Βρήκαν ένα απόμερο μέρος, έβαλαν την Orestis την θέση του οδηγού, μπλόκαραν με ένα ξύλο το πετάλι του γκαζιού και έβαλαν μπροστά. Όταν έβλεπαν το αυτοκίνητο να κατευθύνεται στο γκρεμό δάκρυσαν. "Δεν υπήρχε άλλη λύση. Σιγά μην συνέρχονταν. Με τα φαντάσματα των πρώην τους θα έμεναν." είπε, αγκάλιασε το Gonzales, μπήκαν στο αμάξι του και έφυγαν.
Καθώς το αυτοκίνητο έπεφτε στο γκρεμό, ξύπνησαν. "Velozaki πέφτουμε. Τον άτιμο." ούρλιαξε η Orestis."Σε νοιάζει; Είμαστε μαζί..." γέλασε γλυκά η Veloz."Όχι. Μαζί σου δεν φοβάμαι τίποτα. Σ' αγαπώ." φώναξε η Orestis." Και γω σ' αγαπώ." απάντησε η Veloz και οι φωνές τους ακούγονταν, μέχρι που το αυτοκίνητο έσκασε κάτω και τυλίχτηκε στις φλόγες.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2007

Ωδή στην Πανσέληνο


Πανσέληνος είναι και απόψε θαρρώ

μόνο που λείπει το άλλο μου εγώ,

αυτό που ποθώ να έχω αγκαλιά

όλη τη νύχτα στην ακρογιαλιά!


Πανσέληνος είναι και απόψε μου λες

βλέπω τα δάκρυα, νομίζω πως κλαις

μα τίποτα δεν χάθηκε ακόμα

δεν έχει σβήσει η δική μας η φλόγα!

14-6-2003

[Γράφτηκε πριν αρκετά χρόνια, στο μπαλκόνι του Κούλη και αφιερώθηκε σε μια πολύ καλή μου φίλη, την "Κωστάκη". Από τότε κάθε πανσέληνο κάτι μας πιάνει, μια θλίψη, μια μελαγχολία που είμαστε μακριά και τα μηνύματα δίνουν και παίρνουν μεταξύ μας. Για σένα μικρή μου λοιπόν, γιατί σήμερα είναι μία ακόμη πανσέληνος...από εκείνες, ξέρεις εσύ.]

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2007

Καληνύχτα

Δυο χέρια ενώνονται

δυο ψυχές με τον ίδιο πόνο.

Και ένα χαμόγελο σταματημένο,

στο τότε,

στο "φεύγω" σου.

Και ανάβει το πράσινο

και χάνονται τα χέρια

μα μένει το χάμογελο

και ένα δάκρυ,

για το "φεύγω" σου.


[Αφιερωμένο στην Π., με την ευχή να φύγει το χαμόγελο, το δάκρυ και να μείνουν τα χέρια, ενωμένα, όπως τότε.]

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

Ξεθώριασε

Ξάπλωσα όπως όλα τα άλλα βράδια. Περιτρυγυρισμένη από μαξιλάρια για να νιώθω ασφάλεια. Πήρα αγκαλιά το μαξιλάρι, που έχει τη μορφή σου, που του έχω δώσει το ονομά σου, που του έχω βάλει το άρωμα σου, για να σε νιώθω κοντά. Και κοιμήθηκα στην αγκαλιά σου. Όταν ήρθε το ξημέρωμα, η αλήθεια εμφανίστηκε πάλι.
Εξατμίστηκε το άρωμα σου, ξεθώριασε η μορφή σου και έμεινε μόνο το όνομα σου. Να το φωνάζω. Κανείς δεν το ακούει, κανείς δεν απαντά. Και έμεινα μόνη, αγκαλιά με το μαξιλάρι να φωνάζω.

Θύελλα

Είχε βραδιάσει και τα φώτα είχαν από ώρα χαμηλώσει. Επέμενε όμως εκείνος, να πάνε για βραδινό μπάνιο. Του άρεσε η ηρεμία της νύχτας. Εκείνη πάλι την φόβιζε. Η θέα της έρημης παραλίας και του κύματος που σκάει, της ξυπνούσε πολλές φοβίες. Πάντα όμως υπέκυπτε στις επιθυμίες του.
Όταν έφτασαν αντίκρυσαν και άλλα ζευγαράκια, που είχαν πάει να χαρούν τον έρωτα τους στην άμμο. Εκείνος ενοχλήθηκε, εκείνη χαλάρωσε. Δεν ένιωθε μόνη. Βούτηξαν, κολύμπησαν λίγο και μετά βγήκαν. Τους άρεσε να μιλάνε για εκείνους και το μέλλον, μετά το μπάνιο. Ένιωθαν τόσο γαλήνιοι, που θεωρούσαν ιδανικές τις συνθήκες για συζητήσεις. Τις περισσότερες φορές αναπολούσαν το πως γνωρίστηκαν. Τους άρεσε να δίνει ο καθένας την δική του εκδοχή για τα παραλειπόμενα της υπόθεσης.
Μετά ερχόταν το μέλλον. Έκαναν πολλά σχέδια μαζί, έχοντας αποκλείσει το ενδεχόμενο να χωρίσουν. Είχαν ταιριάξει τόσο καλά που δεν φαινόταν τίποτα, ικανό να απειλήσει την ευτυχία τους. Όταν την πήρε αγκαλιά και την φίλησε, ένιωσε να κατακλύζεται από χαρά . Χανόταν στην αγκαλιά του και απολάμβανε τη στιγμή. Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας και σκόρπισε την άμμο της παραλίας παντού. Μπήκε λίγη και στα μάτια της και θόλωσαν.
Όταν τα άνοιξε βρέθηκε μόνη της στην παραλία. Δεν τον έψαξε με το βλέμμα της. Ήξερε ότι δεν ήταν πια εκεί. Τότε κοιτάξε τον εαυτό της. Ήταν ντυμένη και κατάλαβε ότι προφανώς την είχε πάρει ο ύπνος."Πρέπει να σταματήσω να έρχομαι εδώ. Δεν θα ξαναφανεί." είπε και έφυγε. Το γνώριζε όμως καλά, πως θα ξαναπήγαινε, για να ξαναζήσει εκείνη την μέρα, που είχαν πάει οι δυο τους, εκείνη την μέρα, την τελευταία για τους δυο τους.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2007

Θυμάμαι

Με ρωτάς αν θυμάμαι,
μα αγνοείς, πως έτσι μόνο υπάρχω.
Με τα ανέμελα γέλια και τις αθώες μας φάτσες.
Με ρωτάς αν θυμάμαι,
μα κυλάνε τα δάκρυα.
Με πάνε πίσω, στις βόλτες μας,
στα όνειρα της προβλήτας.
Σε ρωτάω αν θυμάσαι,
τι όμορφα που ήταν τότε,
που ακόμα και ο πόνος, ήταν χαρά.
Σε ρωτάω αν θυμάσαι,
τα σχέδια που κάναμε,
μα τα αντικρύζω τώρα ναυαγισμένα.
Δεν απαντάς και σωπαίνεις.
Δεν θυμάσαι;

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2007

Αντίο Fermat


"Ρε θα σε σκοτώσω. Τι έκανες;" ακούστηκε η φωνή του Oresti από το τηλέφωνο.
"Ε, που να φανταστώ ότι δεν ήθελες να μαθευτεί ότι είσαι κοπέλα;" είπε σχεδόν απολογούμενος ο Fermat.
Η αλήθεια βέβαια είναι πως και οι δύο, είχαν, ο καθένας με τον τρόπο του, δίκιο. Ο Orestis παρόλο που ήθελε να υπερασπιστεί την αντρική του περσόνα, στα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι ήταν θηλυκού γένους. Ο δε Fermat, δεν το θεώρησε κακό να το αναφέρει, καθώς και η ίδια δεν το είχε αρνηθεί. Που να φανταστεί ο καημένος ότι θα την πείραζε τόσο πολύ.
"Καλά ρε, αφού το λες και μόνη σου, ότι είσαι κοπέλα, εγώ γιατί τα ακούω;" είπε ελαφρώς εκνευρισμένος ο Fermat.
"Απλά δεν ήθελα να αναφέρονται σε μένα ως η τι στιγμή που υπογράφω ως ο. Αυτό. Και ενοχλήθηκα που το είπες." είπε έχοντας χαλαρώσει αρκετά.
Ο Fermat πίστεψε πως όλα ήταν οκ πλέον και η φιλία τους, αλλά και η σχέση τους στο blog συνέχιστηκε ήρεμα. Για εκείνον, γιατί ο Orestis είχε άλλα σχέδια. Μάλλον το οργάνωνε καιρό και το είχε στήσει πολύ καλά. Τον πήρε τηλέφωνο και τον προσκάλεσε στην Αθήνα, γιατί θα έμενε μόνη της στο σπίτι για κανά 2 βδομάδες. "Ευκαιρία ρε να κάνεις διακοπούλες και να σε δω και λίγο, να τα πούμε. Άλλωστε έχουμε καιρό να συναντηθούμε από κοντά." του είπε γλυκά και όπως ήταν φυσικό τσίμπησε.
Έφτασε στο σπίτι και οι πρώτες μέρες πέρασαν εύκολα και ευχάριστα. Την τρίτη μέρα όμως, το σχέδιο θα έμπαινε σε εφαρμογή. Ο Fermat είχε κανονίσει να πάει για καφέ με κάτι φίλους του και ο Orestis τον περίμενε σπίτι, γιατί όπως είπε δεν είχε διάθεση. Θα τον περίμενε όμως για ένα τελευταίο ποτάκι. Όντως τον περίμενε και όντως θα ήταν το τελευταίο.
Όταν μπήκε ο Fermat στο σπίτι, απόρησε γιατί δεν άκουσε θόρυβο. Πήγε στην κουζίνα και βρήκε τον Oresti να ετοιμάζει κοκταίηλ. Τύφλα έγιναν μέσα σε λίγη ώρα και το μόνο που πρόλαβε να πει ο Fermat ήταν "Ρε μαλάκα, τι μπόμπες έφτιαξες;"
Η επόμενη στιγμή, τον βρήκε δεμένο χειροπόδαρα στο κρεβάτι του Oresti. "Κοπέλα ε; Να δούμε αν θα σου φανεί γυναικείο μετά." είπε και του έχωσε ένα καλσόν στο στόμα. Μετά του βούλωσε τη μύτη με 2 ταμπόν και τον άφησε. "Ρε γαμώτο, να δεις που θα παίρνει αέρα και δεν θα σκάσει!" σκέφτηκε και ξαναπήγε στο δωμάτιο. Είχε δίκιο, έμπαινε αέρας και αν περίμενε να πάθει ασφυξία, θα περνούσαν μέρες, άσε που μπορεί και να μην έπιανε τελικά.
Είχε όμως και εναλλακτική. Πήγε στο μέσα δωμάτιο, να πάρει τα σύνεργα και επέστρεψε. Έβγαλε το βιβλίο των μαθηματικών του λυκείου, έβγαλε και το διαβήτη και ξεκίνησε. Αφού του έβγαλε τα μάτια με τον διαβήτη, στη συνέχεια χάραξε στο στήθος και την πλάτη του, κάποια από τα πιο γνωστά γεωμετρικά αξιώματα. Μετά έκανε ένα κύκλο γύρω από την καρδιά και με τη βοήθεια ενός χάρακα, την έβγαλε και αυτή έξω. "Χαραμίζομαι. Γιατρός έπρεπε να γίνω." είπε και κοίταξε γύρω της. Τα πάντα είχαν γεμίσει αίματα.
Και καλά τα σεντόνια και το πάτωμα θα τα έπλενε, το πτώμα όμως δεν είχε σκεφτεί τι θα το έκανε. Δεν αγχώθηκε βέβαια. Έβαλε ένα ποτό, άναψε και ένα τσιγάρο και κάθισε για λίγο να χαλαρώσει. "Το βρήκα." άστραψε το πρόσωπο της και πήγε στο δωμάτιο. Πήρε το πτώμα, το τύλιξε με ένα σεντόνι και το κατέβασε στο αυτοκίνητο(ευτυχώς, που ήταν ελαφρύς και μπορούσε να τον κουβαλήσει μόνη της). Το έβαλε στο πορτ παγκαζ, μπήκε μέσα και ξεκίνησε. "Άντε τυχερέ θα σε πάω και στον Λυκαβητό." μονολόγησε γελώντας. Αλλά είχε ξεχάσει ότι είχε συναυλία ο Μάλαμας εκείνη τη μέρα.
"Όχι ρε. Την τύχη μου." φώναξε και έψαξε να βρει ένα ερημικό μέρος να αφήσει το αυτοκίνητο. Μετά από ώρα βρήκε ένα σημείο, που δεν είχε κόσμο, πάρκαρε και τον έβγαλε. Αν και δυσκολέυτηκε λίγο τα κατάφερε και τον πέταξε από ένα βράχο. Μετά γύρισε προς τα κάτω, ξαναπάρκαρε και βγήκε. Πήρε μπυρίτσα από την καντίνα και κατευθύνθηκε προς τη συναυλία. Καθώς ήταν περασμένη η ώρα, την άφησαν και μπήκε. Και ενώ άκουγε τα τραγούδια του Μάλαμα, σκεφτόταν τι θα έλεγε στους άλλους.
"Ρε παιδιά τι να πω; Νόμιζα πως την είχε ξεπεράσει. Αλλά ενώ περνούσαμε γαμάτα στη συναυλία, ξαφνικά είπε ότι θα πήγαινε μια βόλτα. Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό ότι θα έπεφτε από το βράχο. Άβυσσος η ψυχή του μαθηματικού."

[Αφιερωμένο στο φίλο μου τον Fermat, που έκλεισε το blog του και πολύ θα μας λείψει.]

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2007

Επέτειος

Γύρισε σπίτι αρκετά κουρασμένη. Δεν άφησε όμως την κούραση της να την πτοήσει. Εκείνος ήταν ήδη από ώρα εκεί. Είχε μαγειρέψει, για να γιορτάσουν την επέτειο τους. Εκείνη είχε αναλάβει το κρασί. Έστρωσε το τραπέζι, άναψε τα κεριά και κάθισαν. Δώρα δεν αντάλλαζαν. Τους φαινόταν κάπως αστείο μετά από τόσο καιρό. Αλλά φρόντιζαν πάντα, να κάνουν κάτι ιδιαίτερο εκείνη την μέρα.
Πόσο τους άρεσε όταν έβρισκαν το χρόνο να μείνουν πραγματικά δυο τους, ανεπηρέαστοι από δουλειές και λοιπές υποχρεώσεις. Το είχαν καθιερώσει σαν ιεροτελεστία. Μετά το φαγητό έπιναν από ένα ποτό, διάβαζαν και έπειτα έπεφταν για ύπνο. Ύστερα εκείνη αποκοιμιόταν αποκαμωμένη από τον έρωτα και έκεινος έμενε να την χαζεύει, μέχρι που τον έπαιρνε ο ύπνος με τη μορφή της, όπως έκανε πάντα. Τον είχε στοιχειώσει εκείνη η μορφή της.
Ακομά και μετά από τόσο καιρό, που τόσο εύκολα, τόσο απλά την είχε διώξει από τη ζωή του, εξακολουθούσε να κοιμάται με την εικόνα της. Βαθιά μέσα του αναρωτιόταν αν ήταν τιμωρία, κάτα κάποιο τρόπο, ή ένα σημάδι ότι είχε κάνει λάθος. Δεν άφηνε όμως περιθώρια στον εαυτό του να κάνει κάτι γι' αυτό. Είχε μάθει να ζει έτσι. Με πολλές γυναικείες σάρκες να γεμίζουν το κρεβάτι του και μόνο μία μορφή, τη δική της, να υπάρχει στο μυαλό του.
Μόνο όμως στο μυαλό του. Ποτέ δεν είχε επιχειρήσει να μάθει τι κάνει και πως περνάει. Εκείνη πάλι έκανε μόνο αυτό και τίποτα για την ίδια. Ήρεμησε κάποια στιγμή και απλά έπαψε να ρωτάει και να ψάχνει. Κράτησε τα πως και τα γιατί, συντροφιά της τα βράδια. Δεν τον ένιωθε να την στοιχειώνει, αλλά να την απελευθερώνει, όπως έκανε πάντα. Και έτσι συνέχισε τη ζωή της.
Μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, περπατούσε στην Ιπποκράτους. Ένιωθε αφόρητη την ζέστη, έγειρε προς τα πάνω το κεφάλι της και με το χέρι της τίναξε τα πλούσια μαλλιά της από την πλάτη για να δροσιστεί. Όταν επανέφερε το βλέμμα της κοντοστάθηκε. Ήταν εκείνος. Σταματήσαν και έμειναν να κοιτάζονται. Τα μάτια της βούρκωσαν και ένιωσε τα δάκρυα τα κυλάνε, έσφιξε τα δόντια και πέρασε στο απέναντι πεζόδρόμιο.
Εκείνος για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει και να της μιλήσει. Να έκανε επιτέλους κάτι, μετά από τόσο καιρό, αλλά δίστασε. Κοντοστάθηκε πάλι και έμεινε να την κοιτάζει να φεύγει, για πάντα, όπως της είχε μάθει.

trendy litsa locomondo

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2007

Αποκαλύπτοντας



Το σ' αγαπώ μου

έμεινε πια μία λεξούλα στα χαρτιά.

Το σ' αγαπώ σου

έμεινε θολό να αιωρείται στο μυαλό.

Αυτό που μένει μια πικρία,

γιατί σ' απογοήτευσα,

γιατί μ' απογοήτευσες,

δεν έχει πλέον σημασία.

Πονάω όπως σε πόνεσα,

σε μέρη που αγνοούσα πως υπήρχαν.

Πονάω όπως με πόνεσες,

σε μέρη που μου υπέδειξες πως υπάρχουν.

Και απορώ για ό,τι έγινε

και δεν μπορεί ν' αλλάξει.

Και με "μισώ" που μένω εδώ

και δεν διαλέγω το αλλού.



[Diage,η πρόκληση απαντήθηκε. Καλή ανάγνωση.]

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2007

Καλημέρα

Το τραγουδάκι αναρτήθηκε, ειδικά αφιερωμένο σε μένα και την Τερέζα, που από σήμερα, μένουμε μόνες στο σπίτι!

Χωρίς κόσμο και φωνές.

Με μόνη συντροφιά, το μαξιλάρι και έχοντας η μία την άλλη.

Καλημέρα!!

Giannis Kotsiras - Efapax

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2007

Θύμησες

Μια σφιχτή, δακρυσμένη αγκαλιά,

με χέρια που έψαχναν κορμιά.

Ένα πεθαμένο σ' αγαπώ,

από χείλη που το ψιθύριζαν με λυγμούς.

Δυο μεγάλα μάτια,

που μέσα τους αντίκρυζα ολόκληρο τον κόσμο.

Μα εσύ τα έκλεισες.

Και απόμειναν ορθάνοιχτα τα δικά μου

να σε βλέπουν να φεύγεις.


[Όχι δεν είναι λυρικοποίηση, είναι από τα απόκρυφα. Από τους μεθυσμένους μονολόγους. Diage αφιερωμένο, να πάρεις μια μικρή γεύση.]

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2007

Χωρισμός

Σου στέλνω μήνυμα από τη βεράντα,

φιλενάδα έχασα τον άντρα.

"Φαντάζομαι είναι φρίκη,

βάλε καφέ στο μπρίκι."

Μπα μωρέ καλά περνάω.

μόνο που απλά πεινάω.

"Σίγουρα είναι έτσι;

Α, θα φέρω και γιουβέτσι."

Άντε έλα, μην αργείς,

γιατί παρκινγκ δεν θα βρεις.

"Πώς νιώθεις τώρα που' σαι μόνη;"

Πάω να κόψω και πεπόνι.

Ταμπλάς μου ήρθε στο κεφάλι

ευτυχώς έχω μπουκάλι.

"Μωρό μου μόνες θα τα πιούμε

και στην πορεία θα τα βρούμε."

Στο τέλος πάλι βγήκαμε off

μεγάλη πουτάνα η Smirnof.


[Relative μετά την λυρικοποίηση, ιδού και η διακωμώδηση του χωρισμού.]

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

O Never πέθανε, o Never πάει

Σήμερα έχουμε τα εγκαίνια μιας καινούριας στήλης, της Blogoφονίες. Θα ανεβαίνει κάθε Τρίτη. Πως στο Highlander αλληλοσκοτώνονταν οι αθάνατοι; Ε εδώ θα γίνεται με μπλόγκερς. In the end, there can be only one. Σήμερα οι bloggers Orestis και Apsoy, θα ξεκάνουν τον μικρό ρουφιάνο, Neverlandean.
Ηταν ένα ζεστό βραδάκι του Ιουλίου. Κάθονταν στη βεράντα και έπιναν την μπυρίτσα τους. Μίλουσαν περί ανέμων και υδάτων, όμως η ίδια σκέψη γυρνούσε στο κεφάλι του. Κάποια στιγμή δεν άντεξε και τον ρώτησε, "Ρε συ Apsoy, να σου πω. Αυτόν τον Orestis τον συμπαθείς;" με ύφος απαθέστατο. Ο άλλος, που είχε τη μύγα τσίμπησε αμέσως, "Γιατί ρωτάς; Σου φαίνεται κάτι περίεργο;" αποκρίθηκε όλο αγωνία. "Μη μασάς ρε. Έτσι, απλή περίεργια ήταν. Εγώ πάντως τον συμπαθώ πολύ." είπε και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του.
Φυσικά ο Apsoy δεν έχασε την ευκαιρία και το πήγε ένα βήμα παραπέρα. Να βγούνε όλοι μαζί, να τον γνωρίσει ο Never και τέτοια. Πράγμα, που έγινε, εν γνώσει βέβαια του Never ότι στην πραγματικότητα έβγαιναν, για να τον συνηθίσει στη ζωή τους. Υπήρχε αίσθημα μεταξύ τους και αυτό δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Πίστευε όμως, πως με την αγάπη όλα λύνονται και δεν ένιωσε να απειλείται.
Η παρουσία του Orestis στη ζωή τους ήταν καταλυτική. Δέσανε απίστευτα όλοι μαζί. Αλλά ο Never δεν είχε νιώσει καμία απειλή. Λίγο που είχανε συμπαθήσει ο ένας τον άλλο πολύ, λίγο που ήταν και γαμώ τα άτομα, αμφότεροι, δεν είχαν μείνει περιθώρια για ζήλιες και υστερίες. Κυριαρχούσε η αγάπη. Στο μυαλό του Never, γιατί στα μυαλά του Αpsoy και του Orestis κυριαρχούσε, το πως θα το δεχόταν ή το πως τον έβγαζαν από τη μέση, σε περίπτωση που δεν το δέχοταν. "Δεν μπορώ άλλο. Θα του το πω και όπως το πάρει." έλεγε ο Apsoy μέσα στο άγχος. "Ρε συ, χαλάρωσε λίγο. Πως θα του πεις να κάνουμε κάτι όλοι μαζί; Και μάλιστα σε μόνιμη βάση;" προσπαθούσε να κρατήσει ήρεμα τα πνεύματα ο Orestis. Το σχέδιο όμως μπήκε σε εφαρμογή.
"Δείπνο στο σπίτι; Γιατί δεν βγαίνουμε καλύτερα; Να κανόυμε και κανά κονέ στον Ορεστάκο;" ρώτησε ο Never. Δεν πρέπει να ήθελε και πολύ το έξω όμως, γιατί δεν πρόβαλε μεγάλη αντίσταση, στις πίεσεις του Apsoy να μείνουν μέσα και έτσι αρχισαν να μαγειρεύουν. Ήρθε και ο άλλος και άρχισε το παρτάκι. Το πρώτο μέρος ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Μέθυσαν τον καημένο τον Never. Ήρθε και αυτός στην τρελή χαρά και έλεγε "Τι ωραία που περνάμε όλοι μαζί. Πόσο χαίρομαι Orestis που κάνουμε παρέα." Ε, δεν ήθελαν και πολλοί οι άλλες οι λέρες να πάρουν θάρρος. Τον πήγαν στο δωμάτιο, τάχα για να ξαπλώσει. Ξάπλωσε, αλλά όχι μόνος του. Αδύνατο να περιγραφεί το όργιο που ακολούθησε. Και καλά ο ένας ήταν πιωμένος, οι άλλοι δύο; Κτήνη εντελώς.
Ήρθε το πρωί. Για πρωινό ο Never είχε νηφαλιότητα. Έντρομος συνειδητοποίησε τι είχε γίνει και φρίκαρε. Για την ακρίβεια, για μια φορά, ήθελε να το δοκιμάσουν, αλλά κατέληξε ότι έπρεπε να κρατήσει μια στάση του τύπου "Δεν έπρεπε να γίνει Orestis. Χίλια συγγνώμη.", γιατί καλά αυτός τον είχε τον Apsoy, ο άλλος ο καημένος τι θα έκανε; Πόσο άδικο είχε. Οι άλλοι, όχι μόνο δεν είχαν πρόβλημα, αλλά εν ολίγοις του πρότειναν, να δοκιμάσουν ένα προοδευτικό είδος σχέσης, που αντί για δύο, θα περιελάμβανε τρία άτομα.
"Τι; Δεν πάτε καλά. Apsoy θα σε παρακαλούσα να μην το αναφέρεις ξανά. Όσο για σένα Orestis καλύτερα να μην έχουμε πολλές επαφές από δω και πέρα." είπε κοφτά και σε έξαλλη κατάσταση ο Never. Είχε νιώσει την απειλή. Εντάξει να την βρουν μια φορά, αλλά σε μόνιμη βάση; Όχι, αυτό δεν μπορούσε να το δεχτεί. Δυστυχώς γι' αυτόν δηλαδή, γιατί έτσι έβαλε σε εφαρμογή το μέρος 2, του σχεδίου τους.
Τον πήραν με το καλό. Του είπαν πόσο δίκιο είχε και κάθησαν να πιουν ένα καφέ, για να τα βρουν. Ψάρωσε ο καημένος. Σε λίγη ώρα, τον πήρε ο ύπνος. "Καλά αυτά τα ηρεμιστικά κάνουν καλή δουλειά." είπε ο Orestis γελώντας. Τον πήραν, τον πήγαν στο δωμάτιο και τον ξάπλωσαν στο κρεβάτι. Του φόρεσαν και μια μαξιλαροθήκη στο κεφάλι, την έδεσαν χαλαρά με μια κορδέλα στο λαιμό, για να μην αφήσει σημάδι και τον άφησαν να κοιμηθεί. Για πάντα φυσικά.
Δεν τους έφτασε όμως αυτό. Πήραν τους κωδικούς από το μπλογκ του και αφού άφησαν υβριστικά και κακιασμένα σχόλια σε ολους τους φίλους bloggers του, πάτησαν το delete. Α, έκαναν και μια τελευταία ανάρτηση. Ότι φεύγει και καλά, προς αναζήτηση της Χώρας του Ποτέ, για να ξεπεράσει το χωρισμό του και να μην τον ψάξουν. Όταν είχε περάσει το απαιτούμενο χρονικό διάστημα, πήγαν στο δωμάτιο για να δουν, αν όντως κοιμήθηκε. Έβγαλαν την μαξιλαροθήκη και αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν ανέπνεε, πέρασαν στο μέρος 3 του σχεδίου.
Έπρεπε να ξεφορτωθούν το πτώμα. "Ωραία. Και τώρα τι; Που τον πάμε; " ρώτησε ο Apsoy. "Την Χώρα του Ποτέ δεν ήθελε να βρει; Άρα, θα ταξιδέψει." απάντησε ο Orestis. Πήραν από ένα κουζινομάχαιρο και άρχισαν να τεμαχίζουν το πτώμα. Το έκοψαν σε αρκετά και μικρά κομμάτια, τα καθάρισαν από τα αίματα και άρχισαν να τα βάζουν σε κούτες. Έπειτα τα ετοίμασαν για αποστολή. Τα ταχυδρόμησαν σε διάφορα μέρη του κόσμου, αν και ήταν λίγο δύσκολο να βρουν τόσες διευθύνσεις. Το κεφάλι, για λόγους συναισθηματισμού ο Apsoy έπεμεινε να το στείλουν στο Παρίσι, του είχε υποσχεθεί να πάνε στην επέτειο τους. Ο Orestis πάλι φαντάστηκε απλά τη μούρη αυτού που θα λάμβανε την κούτα και θα την άνοιγε.
[Μικρέ ρουφιάνε καλά να πάθεις. Με αγάπη πάντα. Μην ανησυχείς. Θα σε αναστήσω και μπορείς να σκοτώσεις όποιον θέλεις. Ο γραφών εξαιρείται.]

Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια

-Τι ήμουν τελικά; Θα μου πεις;
-Ένα τίποτα.
- Το αγάπησες αυτό το τίποτα.
- Και το έκανα κάτι.
-Τότε γιατί φεύγεις;
-Γιατί εγώ αγάπησα το δικό μου τίποτα, από το δικό σου κάτι.
[Merawen και Veloz, αφιερωμένο. Είπα να συγχρονιστούμε. Καταλαβαίνετε θέλω να πιστεύω.]

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2007

Αυτές οι μέρες

Σήμερα είναι μία από ΑΥΤΕΣ τις μέρες, τις πλέον συνηθισμένες.
Σήμερα νιώθω κάπως έτσι:
3 τσιγάρα βιαστικά
3 τσιγάρα αγχωμένα.
τα 3 πριν,
τα άλλα μετά.
Ποιός θα νικήσει τελικά;
Εμείς ή αυτό;

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2007

Vasilis Papakonstantinou - S'agapw na prosexeis

Νύχτα μυστηρίου

Είχα διάφορες ιδέες στο κεφάλι μου, για το τι θα ανέβαζα σήμερα. Δυστυχώς καμία δεν υλοποιήθηκε. Υποχρεώσεις με τον έξω κόσμο με κράτησαν μακριά από την οθόνη του υπολογιστή. Τώρα γύρισα, για ένα διάλειμμα, πριν ξαναφύγω. Σήμερα το μενού έχει γρίφο. Ακολουθεί μια ιστορία, μια ιστορία μυστηρίου. Λύστε το αίνιγμα και κερδίστε....το τι κερδίζετε θα ανακοινωθεί αύριο.
Όλοι έφυγαν για weekend και έμεινα στην Αθήνα, μόνη, να σκέφτομαι πως θα περάσουν αυτές οι 2 μέρες. Η λύση ήρθε μόνη της. Χτύπησε το κουδούνι και άνοιξα, χωρίς να ρωτήσω ποιός είναι. (ποτέ δεν ρωτάω) Όταν χτύπησε και το πάνω κουδούνι, της εξώπορτας, έμεινα κάγκελο. Η ξαδερφούλα μου, η Λ., ήρθε για έκπληξη. Ε, καθίσαμε, τα είπαμε και μετά με πήρε όμηρο να πάμε σπίτι της, για να περάσουμε girls night. Θα ήταν και η άλλη μου ξαδέρφη, η Μ.(ναι, είμαστε μεγάλο σόι) κάτι φίλες, νομίζω η Β. και η Α. και θα ήταν καλή φάση. Ταινίες, ποτά(που πάντα εμένα χώνουν να τα ετοιμάσω), κουβέντα και μετά βλέπουμε. Μ' αρέσει αυτό το μετά βλέπουμε. Η νύχτα είναι νέα και εμείς, δεν βιαζόμαστε να γεράσει.
Με τα πολλά φτάσαμε σπίτι. Ήταν και δυο φίλοι των κοριτσιών εκεί. Ο Ν. και ο Α. Που ήταν και νοστιμότατοι. Μαζεύτηκαμε αρκετοί τελικά. Κάποια στιγμή οι μισοί πήγαν για ταινίες ενώ οι άλλοι για φαγητό και τα ποτά. Ε, ξαναμαζευτήκαμε στο σπίτι. Έγινε και ένας ψιλοκαυγάς, γιατί είχαν ξεχάσει να πάρουν σσουβλάκια και πήραν μόνο τα ποτά. Το ξεπεράσαμε όμως και συνεχίσαμε το βράδυ μας. Άρχισε η κουβέντα και το νταβαντούρι, ταινία δεν ξέρω αν έβλεπε κανένας . Ξαφνικά κάτι περίεργο έγινε. Έκλεισαν τα φώτα. Σαστίσαμε. Τρομάξαμε και λίγο η αλήθεια. Όταν ανάψαμε κεριά για να δούμε τι γίνεται, διαπιστώσαμε, πως κάτι έλειπε. Η Λ. είχε γίνει άφαντη. Έντρομοι ψάξαμε το σπίτι, αλλά τίποτα. Αποφασίσαμε να βγούμε να την ψάξουμε. Κάποιοι πεζοί και κάποιοι με το αυτοκίνητο.
Χωριστήκαμε σε ομάδες. Τίποτα. Λες και άνοιξε η γη και την κατάπιε. Όταν γυρίσαμε σπίτι, μήπως και είχε γυρίσει, πάθαμε σοκ, δεύτερο για την μέρα. Συνειδητοποιήσαμε, πως έλειπαν και οι άντρες της παρέας. "Τι γίνετε ρε γαμώτο σήμερα;" είπε η ξαδέρφη Μ. "Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου." συμπλήρωσα εγώ. Μην ξέροντας τι να κάνουμε, γιατί κινητά όλοι κλειστά και να ξαναβγούμε μόνες μες στην νύχτα δεν έπαιζε, είπαμε να πιούμε κανένα ποτάκι να χαλαρώσουμε. Το ένα έγιναν πολλά και μεθυσμένες ξεραθήκαμε στον ύπνο. Κάποια στιγμή, με ξύπνησε μια φωνή. "Ξύπνα πιτσιρίκα, ώρα να σε πάω σπίτι σου." μου είπε μια μορφή. "Μα καλά ποιός, πού, πώς, τι έγινε;" όταν είμαι αγουροξυπνημένη δεν έχω επαφή με το περιβάλλον μου.
Ομολογώ πως δεν πρόβαλα μεγάλη αντίσταση. Ήθελα απλά να συνεχίσω τον ύπνο μου. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Κουβέντα δεν είπαμε μέχρι να φτάσουμε. Όταν φτάσαμε, μου είπε "Χάρηκα και θα τα ξαναπούμε." έβαλε μπροστά και έφυγε. Καθώς έβαζα το κλειδί στην πόρτα σκέφτηκα, "Τι ωραία να σε φέρνουν σπίτι με το αυτοκίνητο." ανέβηκα, έβαλα πυζάμες και έλιωσα στον ύπνο.

Πού εξαφανίστηκαν η Λ. και ο Ν. με τον Α.; Ποιά ήταν η μορφή, που με πήγε σπίτι; Βρείτε τις σωστές απαντήσεις και κερδίστε. Never και Apsoy, ειδικά από εσάς, περιμένω την λύση.

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2007

Ο μαγικός ζωμός


Ο ήχος από το ξυπνητήρι, δεν τον ενόχλησε καθόλου. Το έβρισκε και ανούσιο να σηκωθεί τόσο νωρίς. Ο χθεσινός καυγάς τους, τον είχε διαλύσει. Ομηρικός και για ασήμαντο λόγο. Λίγο χουζούρεμα στο κρεβάτι καλό θα του έκανε. Γραφικό είχε καταντήσει πια. Μονίμως χώριζαν και μονίμως τα ξαναέβρισκαν.
Ο Γιάννης, ως ο ρομαντικός, θα έκανε τα γνωστά. Θα περίμενε λίγο να ηρεμήσει και μετά θα το συζητούσαν και όλα θα γίνονταν μέλι γάλα. Πίστευε ότι αν υπάρχει αγάπη όλα γίνονται. Και είχε προσπαθήσει πολύ για αυτήν την κυρία. Ο Στέφανος, ήταν ο σκληρός και ζόρικος. Πάντα κάτι έβρισκε στραβό, πάντα μια αφορμή για να τσακωθούν. Ήταν λίγο εξαντλητικό όλο αυτό. Κάποιες μέρες καλά, κάποιες μέρες μέσα στις φωνές και τον πανικό. Αλλά πάντα κατέληγαν στα ίδια, μαζί. Πότε να αγαπιούνται και πότε να μισιούνται θανάσιμα. "Σχέση πάθους", την έλεγαν χαριτωμένα στους άλλους.
Αφού σηκώθηκε και έφτιαξε καφέ, σκέφτηκε να του τηλεφωνήσει. Δεν ήταν της υπομονής ο Γιάννης. Είχε και ένα δίκιο. Θα τα έβρισκαν, που θα τα έβρισκαν στο τέλος, γιατί λοιπόν να περιμένει; Παγωμένη η φωνή του Στέφανου στο τηλέφωνο. Ούτε κατάλαβε πότε το έκλεισαν, ούτε τι ακριβώς είχε γίνει. Χρόνο ήθελε λέει. 3-4 μέρες να ηρεμήσει και να σκεφτεί. Σάστισε ο άνθρωπος. "Έμαθε καινούρια κόλπα;" αναρωτήθηκε. "Τι σημαίνει θέλει χρόνο, γιατί δεν είναι καλά; Γιατί εγώ είμαι;" χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του. Άντεξε μέχρι το βράδυ, διακριτικός δεν ήθελε να ενοχλήσει στη δουλειά του.
Τον πήρε τηλέφωνο αργά το βράδυ.Ο γόης φυσικά δεν σήκωσε το τηλέφωνο. Κρατούσε χαρακτήρα. Πέρασε ο Γιαννάκης στο στάδιο 2 : βομβαρδισμός μηνυμάτων. Ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Προβληματίστηκε. Ποτέ δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Κάποια στιγμή λύγιζε. Κανόνιζαν δείπνο ή ποτό, τα έλεγαν και κατέληγαν στο σπίτι τους να χαίρονται την αγάπη τους. Κάποια στιγμή απάντησε. Ολιγόλεπτη η επικοινωνία. Δεν ήθελε λέει καμία επαφή αυτές τις μέρες για να σκεφτεί καθαρά και ήρεμα.
Ράκος ο Γιάννης. Μετρούσε τις μέρες σαν φαντάρος. Ούτε όταν υπηρετούσε και περίμενε να απολυθεί δεν είχε τέτοιο άγχος. Μετά το πέρας του χρονικού περιορισμού, σκέφτηκε να περιμένει να δει πρώτα αντίδραση από την άλλη πλευρά. Πλάνταξε στο κλάμα το μεσημέρι και αργά το απόγευμα δεν κρατήθηκε, τον πήρε τηλέφωνο. Άφαντος πάλι. Έστειλε και ένα μήνυμα.Τίποτα πάλι. Ευτυχώς η αγωνία του δεν κράτησε πολύ. Ένα μήνυμα στο κινητό του, ήρθε να τον γειώσει κανονικά.
"Δεν αντέχω άλλο. Χωρίζουμε. Τέλος." λίτος και περιεκτικός ο Στέφανος ως συνήθως.
Άπειρα τηλέφωνα, αναρίθμητα μηνύματα. Τίποτα. Δεν άντεξε άλλο ο Γιάννης. Μια εβδομάδα μετά πήρε τη μεγάλη απόφαση. Είχε καταλήξει, πως δεν ζητούσε κάτι παραπάνω από μια απλή αλλά καθαρή εξήγηση, για το λόγο που χώρισαν. Ήξερε την ώρα που σχολούσε, θα πήγαινε να τον περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας του. Τότε θα ήταν αναγκασμένος να του μιλήσει. Όταν τον είδε ο Στέφανος έμεινε στήλη άλατος.
"Τι κάνεις εσύ εδώ; Τρελάθηκες;"
"Δεν φεύγω αν δεν μου μιλήσεις." απάντησε ήρεμα ο Γιάννης.
"Δεν πας καλά. Θες να γίνω νούμερο στη γειτονιά;" ωρυόταν ο Στέφανος.
"Δεν με νοιάζει. Δεν φεύγω αν δεν μιλήσουμε." συνέχισε στον ίδιο τόνο ηρεμίας εκείνος.
"Πολύ καλά. Έλα πάνω, αλλά για λίγο και μετά θα φύγεις." απ' το να τους βλέπουν και να γελάνε μαζί του, όπως νόμιζε, καλύτερα να τα έλεγαν ήσυχα πάνω.
Μόλις μπήκαν, ο αγενέστατος, ούτε που του είπε να καθίσει να πιει κάτι, το μόνο που είπε, "Λοιπόν, τι θέλεις; Λέγε γρήγορα."
"Να μου πεις γιατί χωρίσαμε ρε Στέφανε. Την αλήθεια."
"Δεν αντέχω άλλο ρε Γιάννη. Δεν αντέχω. Συνέχεια καυγάδες, συνέχεια φωνές. Δεν αντέχω."
"Μα, υπάρχει αγάπη. Αν υπάρχει αγάπη όλα γίνονται, όλα λύνονται."
"Να την βράσω την αγάπη σου."
"Άρα δεν υπάρχει αγάπη. Πες το ντε. Τόσο δύσκολο είναι;" ψέλλισε σχεδόν κλαίγοντας ο Γιάννης.
"Ωραία. Δεν γουστάρω πια. Ικανοποιήθηκες τώρα;" είπε κοφτά ο Στέφανος.
"Ναι γιατί έμαθα και όχι γιατί πληγώθηκα. Μπορώ να έχω ένα ποτήρι νερό;"
Είχε χλωμιάσει και έμοιαζε έτοιμος να λιποθυμήσει. Όταν ο Στέφανος γύρισε την πλάτη του και προχώρησε προς την κουζίνα, δεν το σκέφτηκε πολύ, πήρε το κηροπήγιο από το τραπεζάκι του σαλονιού, που του είχε πάρει δώρο στην επέτειο τους, και το κατέβασε με δύναμη στο κεφάλι του. Σωριάστηκε ο Στέφανος κάτω, αίμα ευτυχώς δεν έτρεξε πολύ.
Έβαλε ένα ποτό, κάθισε στον καναπέ, άναψε ένα τσιγάρο και αφού το κάπνισε και ήπιε το ποτάκι, σηκώθηκε. Τον έσυρε στο μπάνιο, τον έβαλε στην μπανιέρα και πήγε στο σαλόνι να καθαρίσει τα αίματα. Μετά πήγε στην κουζίνα πήρε το μαχαίρι και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Έσκυψε στη μπανιέρα, έκοψε το κομμάτι που ήθελε, έπλυνε τα χέρια του και βγήκε. Πήγε πάλι στην κουζίνα, έβγαλε την κατσαρόλα, την έβαλε στο μάτι και ετοιμάσε και τα υπόλοιπα υλικά. "Λίγο λαδάκι ακόμα, να αρχίσει να παίρνει βράση και βάζουμε όλα τα υλικά μέσα." είπε. Όταν είχε πάρει μια βράση, έριξε μέσα και το πέος του Στέφανου. "Να την βράσεις την αγάπη μου ε; Βράσε τώρα και συ στο ζουμί σου να μάθεις." είπε και γέλασε χαιρέκακα. Τα ανακάτεψε και περίμενε να ετοιμαστεί ο ζωμός.
Μετά από λίγα λεπτά, αποφάσισε να δοκιμάσει να δει αν ήταν έτοιμο ή ήθελε και άλλο βράσιμο. Ανακάτεψε με την κουτάλα το ζωμό, πήρε λίγο, το φύσηξε να μην καίει και το έφερε κοντά στο στόμα του για να το δοκιμάσει.
"Μπλιαχ. Απαίσιο είναι. Αλλά τι περίμενες; Μια ζωή αχώνευτος ήταν."


Αφιερωμένο στον Neverlandean που..... "ξυπνάει μέσα μου το ζώο!"

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Τσαλακώνοντας

Από όλα όσα της έλεγαν μικρή, δυο πράγματα είχε συγκρατήσει και με αυτά πορευόταν. "Όποιος αγαπάει συγχωρεί και όταν αγαπάς τσαλακώνεις την εικόνα σου." Το πρώτο το πάλευε, για το δεύτερο, ο εγωισμός της υπήρξε πάντα ανασταλτικός παράγοντας. Ποτέ δεν είχε αλλοιώσει την εικόνα της. Έμενε πάντα κρυμένη πίσω από το προσωπείο της χαρούμενης και σταρχιδίστριας, που είχε εγκλωβίσει τον εαυτό της. Πάντα έπιανε. Πάντα όλοι νευρίαζαν μαζί της, γιατί τα έβλεπε και τα ζούσε όλα θετικά. Λες και δεν είχε προβλήματα, λες και η ζωή της τα έφερνε όλα όπως εκείνη ήθελε.
Χρόνια πέρασε έτσι, το αγαπημένο παιδί των συγγενών, με φίλους που την είχαν θεά τους, με γκόμενους που κολλούσαν μαζί της. Και αυτή το κέντρο του κόσμου. Να καυχιέται που όλοι κρέμονταν πάνω της. Που όλοι ήθελαν λίγη από τη θετική της αύρα. Κι ας μην της πήγαιναν πάντα καλά. Κι ας υπήρχαν στιγμές που πονούσε. Ένιωθε γεμάτη, που κάποιοι περίμεναν από εκείνη, να εκπροσωπεί επάξια το πρόσωπο που είχε διαλέξει. Ειδικά τις φορές που το ένιωθε βαρύ πάνω της. Αλλά ο καιρός έχει γυρίσματα. Τα πάνω έρχονται κάτω.
Όχι πως την τρόμαζαν οι συμφορές και τα προβλήματα. Από αυτά ζούσε. Όσο πιο πολλά είχε, τόσο πιο χαρούμενη έπρεπε να είναι, ε να δείχνει. Ήρθε όμως μεγάλη καταστροφή. Η χαρούμενη πλην σκληρή και δεν μασάμε με αγάπες και λουλούδια, ερωτεύτηκε. Σφόδρα. Της ανέτρεψε τα σχέδια. Μετά από καιρό με καυγάδες, πάθη, μίση, θυμήθηκε τα ρητά με τα οποία μεγάλωσε. Το πρώτο οκ. Εξάλλου πίστευε πως άλλοι είναι αρμόδιοι για την συγχώρεση, όχι οι άνθρωποι. Αλλά να τσαλακωθεί; Έπρεπε δηλαδή να πει και να δείξει σε κάποιον πως τον αγαπάει; Δύσκολο.
Πήρε την εικόνα της. Την έκανε σαίτα, τίποτα. Την δίπλωσε με άπειρους συνδυασμούς, πάλι τίποτα. Τότε σκέφτηκε την πιο ακραία λύση. Την έκοψε σε πολλά μικρά κομματάκια. Δυστυχώς ήταν αργά. Η αγάπη είχε χαθεί. Έντρομη όταν πήγε να μαζέψει τα κομμάτια, διαπίστωσε, πως όσο και να τσαλακώσεις το χαρτί, παραμένει χαρτί, όταν το κόψεις, μένει κομμάτια. Έμεινε μετέωρη πάνω στα κομμάτια της, να ψάχνει την εικόνα της.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2007

Τα απομεινάρια μιας σχέσης

Κόντευε 10. Είχε νυχτώσει σχεδόν. Έκανε αρκετή ζέστη όμως ακόμα. Δεν πτοήθηκε όμως. Έπρεπε να το τελειώσει και έπρεπε να το κάνει σήμερα. Πήρε την τσάντα της, έκλεισε την πόρτα του γραφείου και βγήκε στο δρόμο, να αναζητήσει το ταξί που θα την πήγαινε σπίτι. "Κακή επιλογή να μην πάρω αυτοκίνητο σήμερα, αλλά έτσι θα έχω χρόνο να προετοιμάσω τι ακριβώς θα του πω."
Δυσκολεύτηκε λίγο, αλλά λίγα λεπτά αργότερα, βρισκόταν καθ' οδόν για το σπίτι. Έβαλε τα κλειδιά στη πόρτα, μπήκε μέσα, άναψε το φως και προχώρησε στο δωμάτιο. Ήταν εκεί, στην ίδια θέση, όπως πάντα." Και που να πας θα μου πεις;" μονολόγησε. Δεν άντεχε άλλο, έπρεπε να ξεκινήσει την οδυνηρή διαδικασία. "Πάντα ο ίδιος κόμπος ρε γαμώτο. Όσες φορές και να το κάνω, πάντα δύσκολο φαίνεται." σκέφτηκε, αλλά δεν είχε άλλα περιθώρια πλέον.
-Μην μιλήσεις σε παρακαλώ. Μην πεις τίποτα. Περάσαμε καλά, πολύ καλά θα έλεγα. Όμως δεν πάει άλλο. Δεν υπάρχει μέλλον, δεν το βλέπεις; Αν δεν γίνει τώρα θα γίνει σε κανά μήνα, το πολύ. Και μένα μου είναι δύσκολο. Σ' αγάπησα και γω, δέθηκα μαζί σου. Αλλά πρέπει να χωριστούμε. Δεν φταίω μόνο εγώ. Αναγνωρίζω το μερίδιο της ευθύνης μου, αλλά και συ δεν έκανες λίγα. Λίγο καιρό μετά την γνωριμία μας, έβγαλες ένα σωρό προβλήματα. Με αποκορύφωμα το προχθεσινό. Μα καλά να τα σβήσεις όλα έτσι απλά; Τόσες σκέψεις, σχέδια να χαθούν τόσο άδοξα; Πόσο ν' αντέξω και γω; Λυπάμαι, πραγματικά.
Έδιωξε όλες τις δεύτερες σκέψεις και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Έκλεισε το καπάκι, πήρε το λάπ τοπ στα χέρια της και το πέταξε με δύναμη στο πάτωμα.
-Με υπηρέτησες πιστά, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Ούτε αναβάθμιση, ούτε επισκευή έπαιρνες.


['Οποιος δένεται με αντικείμενα και μηχανήματα θα καταλάβει.]

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2007

Κοιμωμένη

Καιρό τώρα είχε πέσει σε λήθαργο. Δεν ενδιαφερόταν για τίποτα, δεν είχε όρεξη για τίποτα, δεν έκανε τίποτα. Ούτε το γράψιμο δεν τον ικανοποιούσε. Κοιμόταν μόνο. Πίστευε πως έτσι είτε θα περνούσε ο χρόνος και θα έφτανε στη λύτρωση. Δεν του άξιζε αυτό. Οι φίλοι του το θύμιζαν καθημερινά. Δεν καταλάβαιναν γιατί τιμωρούσε έτσι τον εαυτό του. "Μια γκόμενα είναι ρε μαλάκα. Χαλάρωσε. Ένα βράδυ να βγούμε, 10 τέτοιες θα βρεις."

Ποτέ δεν είχε απαντήσει. Το μόνο που έλεγε "Το ξέρω ρε παιδιά, αλλά τώρα θέλω να την θρηνήσω." Ξεγελούσε τους άλλους έτσι, αλλά όχι τον εαυτό του. Μήπως είχε βγάλει άκρη ο ίδιος; Έρωτα της ζωής του την αποκαλούσε. Όχι πως ήταν σίγουρος ότι ήταν. Την γούσταρε πολύ, ποτέ δεν το άρνηθηκε. Τον ταλαιπώρησε πολύ, επίσης δεν το αρνήθηκε. Αλλά δεν ένιωσε ελεύθερος που χωρίσανε. Φυλακισμένος ένιωσε. Σε μια ζωή, χωρίς εκείνη, χωρίς καν να μαθαίνει πως είναι και τι κάνει. Αυτό δεν το ήθελε. Μπορεί να μην έβγαζαν άκρη, μεταξύ τους, αλλά να αποκοπεί έτσι, δεν το ήθελε.

Μάλλον γι' αυτό σκεφτόταν μόνο τα καλά και ποτέ τα άσχημα. Και μάλλον γι' αυτό είχε κολλήσει τόσο μαζί της. Ήταν και αυτό το περίεργο δέσιμο που ένιωσε μαζί της. "Αυτή τρελή για δέσιμο και εγώ δεμένος μαζί της.χαχα" έλεγε σον εαυτό του. Λογικά και αντικειμενικά δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποστηρίζει το κόλλημα του. Αλλά δεν τον ένοιαζε. πίστευε πως όταν ήταν να του περάσει θα του περνούσε.

Ξαφνικά χάθηκε. Τον έψαχναν όλοι, αλλά εκείνος άφαντος. Κάποια στιγμή άνοιξε το κινητό του και έστειλε ένα μήνυμα. "Είμαι καλά. Μετά τον έρωτα, ψάχνω τη γυναίκα της ζωής μου." είπε και εξαφανίστηκε πάλι. Γύρισε κάποια στιγμή στην Αθήνα, αλλά δεν ειδοποίησε κανένα. Πούλησε όλη την περιουσία του και έφυγε.

Ένα απόγευμα έκανε βόλτα στο λιμάνι, όπως πάντα, κάθησε στο γνωστό καφέ και αγνάντευε απέναντι, όπως πάντα. Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον ενόχλησε αλλά απάντησε. Κάποια στιγμή έπρεπε να ενημερώσει που ήταν. "Έλα μαλάκα. Καλά είμαι. Βρήκα τη γυναίκα της ζωής μου. Είχα έρθει στον Πόρο και κοιτούσα απέναντι....και τότε την είδα. Αυτή είναι η γυναίκα μου. Γι' αυτή θα μείνω εδώ και θα υπάρχω και θα γράφω, μόνο γι' αυτή. Και ποτέ δεν θα πληγώσουμε ο ένας τον άλλο. Γιατί απλά δεν μπορούμε."


[Αφιερωμένο στον Πόρο. Αν πάτε, όντως από το λιμάνι κοιτώντας το βουνό απέναντι, βλέπεις να σχηματίζεται μια γυναικεία μορφή, ξαπλωμένη. Μια ντόπια μας είπε πως είναι η "κοιμωμένη" του Χαλεπά. Δεν μου βγήκε όπως το ήθελα, αλλά υπάρχει η ευχή να βρούμε όλοι μας αυτό που ψάχνουμε, αν όχι στην πραγματική ζωή, στον πίνακα ή στον σχηματισμό κάποιου βουνού.]

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2007

Η εκδίκηση του κουραμπιέ




Μπήκε στο ταξί και αφού του είπε που ήθελε να την πάει, άναψε ένα τσιγάρο, κοίταξε έξω και άφησε τη σκέψη της να τρέξει. "Αν είναι δυνατόν. Καλά να έχει πρόβλημα ο να μην πω, που κάνω παρέα με άντρες, αλλά να μου πει πως υπάρχει και ερωτισμός μεταξύ όλων μας; Δεν το πιστεύω. Καλά λένε τα παιδιά πως πέφτω σε περιπτώσεις."
"Φτάσαμε" η φωνή του ταξιτζή την διέκοψε απότομα.
Σε λίγο όμως θα βρισκόταν μαζί τους. Μετά το τρίτο ποτηράκι όλα θα έμοιαζαν όπως πριν. Θα ήταν πάλι η παλιοπαρέα, εκείνη, ο Πάρης, ο Μάνος, ο Τάκης και ο Γιώργος. Θα τα έλεγαν όπως πάντα και θα κατέληγαν ότι μόνοι τους περνάνε καλύτερα. Ούτε γκόμενες με προβλήματα, ούτε γκόμενοι με ηλίθια μυαλά. Αυτοί, η αμπελοφιλοσοφία τους και η μουσική τους.
Χτύπησε το κουδούνι και μπήκε μέσα. Ήταν όλοι μαζεμένοι στον καναπέ και την κοιτούσαν περίεργα. "Τι έγινε ρε;" ρώτησε. Απάντηση δεν πήρε. Κάθησε, της έβαλαν και ένα ποτό και της είπαν "Τώρα άκου..." Αυτό που ακολούθησε, δεν το περίμενε η καημένη, με τίποτα. Για την ακρίβεια το περίμενε από άλλους, αλλά όχι από εκείνους. Ξεκίνησαν μια ψυχανάλυση για την ίδια, τη σχέση της μαζί τους και τη σχέση της, την ερωτική, με τον γκόμενο της. Το συμπέρασμα που κατέληξαν ήταν ότι είχε πρόβλημα να κάνει σχέση, κανονική, γιατί φοβόταν τη δέσμευση και ο λόγος, που εκθείαζε τη φιλική της σχέση με τα παιδιά, ήταν ότι ένιωθε έτσι να καλύπτει το κενό, που είχε στον ερωτικό τομέα με το αντίθετο φύλο. Δικλείδα ασφαλείας της είπαν ότι ήταν, όλοι τους, για εκείνη. "Οι μόνοι άντρες, που δεν θα σε πληγώσουμε, ερωτικά τουλάχιστον, ποτέ και πάντα θα έχουμε ανοιχτή την αγκαλιά μας για σένα. Αλλά δεν πάει έτσι μικρή. Πρέπει να βρεις κάποιον να συμβιώσεις. Κάποια στιγμή, όλοι θα φτιάξουμε τη ζωή μας, θα κάνουμε οικογένεια. Δεν θα είμαστε πάντα για την πάρτη μας."
"Δηλαδή με λέτε προβληματική; Και συμφωνείται μαζί του;"
"Ρε Μιρκάκι χαλάρωσε, μην φρικάρεις. Για καλό το λέμε. Και ότι βρέθηκε κάποιος όχι να το εντοπίσει, αλλά να θέλει να το παλέψει, μαζί σου, είναι πολύ καλό. Αλλά πρέπει και εσύ να κάνεις κάτι γι' αυτό."
Έφυγε, έβαλε τα κλάματα και έφυγε. Τους είπε θα τους τηλεφωνούσε, αλλά τώρα έπρεπε να σκεφτεί. Αυτό έκανε. Σκέφτηκε από δω, σκέφτηκε από κει. Κατέληξε και τους πήρε τηλέφωνο να μαζευτούν σπίτι της, να τους πει τα νέα. Όλο χαρά πήγαν, στις 9 όπως είχαν κανονίσει. Κάθησαν στον καναπέ και τους έβαλε ποτά. Το γούσταρε, που περίμεναν να αρχίσει το δικό της λογύδριο. Δεν παρέτεινε την αγωνία τους. "Παιδιά το σκέφτηκα. Έχετε δίκιο. Φοβάμαι την δέσμευση, αλλά δεν σκοπεύω να κάνω κάτι γι' αυτό. Και να το παλέψω, τίποτα δεν θα γίνει. Αλλά δεν με νοιάζει. Για κανέναν μαλάκα. Έχω εσάς και θα σας έχω πάντα."
Στήλη άλατος έμειναν. Τέτοια απολυτότητα δεν είχε δείξει ποτέ ξανά. Πάνω που ο Μάνος ήταν έτοιμος να μιλήσει, τον διέκοψε. "Μην πείτε τίποτα. Έχω φτιάξει και ένα σπέσιαλ ποτό να το γιορτάσουμε." Τίποτα δεν είπαν. Την είδαν που είχε πάρει ανάποδες στροφές το μυαλό της και αποφάσισαν να πάνε με τα νερά της. Εκείνη πήγε στην κουζίνα, να ετοιμάσει τα ποτά. "Σφηνάκι είναι καλύτερα." είπε, τα έβαλε στο δίσκο και πήγε μέσα.
"Καλά μόνο ένα γύρο θα πιούμε;" είπε ο Μάνος."Είναι δυνατό αγορίνα μου. Δεν μας παίρνει για δεύτερο." απάντησε γελώντας. Αφού το ήπιαν, και ζαλίστηκαν λίγο η αλήθεια, τους έβαλε να ξαπλώσουν όλοι μαζί στο πάτωμα. Σε λίγα λεπτά είχαν κοιμηθεί. Πήγε στο δωμάτιο πήρε ένα φάκελο, τον ακούμπησε στο τραπεζάκι και μετά πήγε στην κουζίνα.Γέμισε ένα σφηνάκι ακόμα από το ποτό και πήγε στο σαλόνι. "Τώρα σειρά μου να πιω από το κανονικό."σκέφτηκε και το κατέβασε. Ξάπλώσε στον καναπέ για να τους βλέπει στο πάτωμα και σε λίγη ώρα είχε αποκοιμηθεί και εκείνη.
Την επόμενη μέρα, είχε γίνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες:
"Νεαρή νυμφομανής δολοφόνησε τους άρρενες φίλους της και μετά αυτοκτόνησε, αφήνοντας ένα περίεργο σημείωμα"
Το σημείωμα έγραφε: Η αλήθεια δεν πληγώνει, αλλά σκοτώνει. Υπογραφή, η Αλήθεια."

Δεν θα πω πολλά

Σήμερα πάλι σε θυμήθηκα

σήμερα όμως δεν φοβήθηκα.

'Ημουν εγώ και ήμουν εκεί

μόνο για λίγο είπα "που 'σαι εσύ;"

Αυτή είναι τώρα η ζωή σου

μα ζήστ' την

και γω μαζί σου.

Σφίγγω τα χέρια στο τιμόνι

η αγωνία δυναμώνει.

Κοιτάω το χλωμό φεγγάρι

θα σε ξεχάσω, που να με πάρει.


[Αφιερωμένο....]


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2007

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι

μες στην κρυα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος

στην στερνήν αγωνίαν μου και τη βροχή θε να κάνω

και τους γνώριμος θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι

μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,

θα με βρουν στο κρεββάτι μου, θε να' ρθει ο αστυνόμος,

θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.


Απ' τους φίλους, που παίζαμε πότε - πότε χαρτιά,

θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: "Τον Ουράνη

μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...."

θ' απαντήσει άλλος, παίζοντας : "Μ' αυτός έχει

πεθάνει!"


Μια στγμή θα απομείνουνε τα χαριά τους κρατώντας,

θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι

θε να πουν : "Τι είναι ο άνθρωπος! Χτες ακόμα ζούσε...."

και, βουβοί, στο παιχνίι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα' ναι συνάδελφος στα "ψιλά", που θα γράψει

πως "προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,

νέος γνωστός στους κύκλους μας, που κάποτε είχε

εκδώσει

μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχόμενη".


Κι αυτή θα' ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.

Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου

και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,

όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου, κι ίσως - ίσως οι οχτροί

μου.


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι

σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι

και κάποια Κέττυ, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,

θα μου στείλει ένα γράμμα, και νεκρό θα με βρίσει.



Κώστας Ουράνης



[Αφιερωμένο στο fermat, που το ζήτησε. Η διάθεση μου, ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα ανάρτηση. ]

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2007

Bounce

Μπορεί να ακουστεί μελό το κομματάκι, αλλά εμένα μου δημιουργεί μια μελαγχολική αισιοδοξία.

Αυτό τώρα λέγεται ζωή, όπως λέει και η Πρωτοψάλτη.

"Χωρίς εσένα", λοιπόν.




[Never εμένα bounce μου κάνει, αν νομίζεις δεν το πέτυχα, παρακαλώ όπως επικοινωνήσετε μαζί μου.]